Resto

Afgan Watan, το αφγανικό εστιατόριο που μαγειρεύει τέλεια ινδικά

Στην ταμπέλα αφγανικά, στο πιάτο θεϊκές ινδικές σπεσιαλιτέ

Ελένη Ψυχούλη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το Afgan Watan, στην πλατεία Βικτωρίας, σε προϊδεάζει για πρωτόγνωρες αφγανικές νοστιμιές. Όμως ο μάγειρας σου μαγειρεύει τις πιο αυθεντικές ινδικές γεύσεις

Η πλατεία Βικτωρίας είναι η πιο αριστοκρατική, η πιο ευρωπαϊκή από τις πλατείες του κέντρου της Αθήνας. Οι κομψές πολυκατοικίες της δεκαετίας του '50 και του '60 μυρίζουν ακόμη το άρωμα του Φίνου που έμενε εδώ και στη γειτονιά θα συναντήσεις τους τελευταίους εναπομείναντες σταρ της παλιάς  κινηματογραφικής μας δόξας, που ακόμη επιμένουν ακράδαντα πως η Βικτώρια είναι πιο σικ από το Κολωνάκι.

Το καινούργιο καφέ στο Άλσος, ένα τετράγωνο πιο πάνω, έχει καθαρίσει τη γειτονιά από τις σκληρές εικόνες της χρήσης ναρκωτικών, η Βικτώρια πουλιέται σαν ζεστό ψωμάκι σε ένα νέο σοφιστικέ κοινό που ξέρει να εκτιμήσει την ώριμη ομορφιά της -δυο λεπτά από την Ομόνοια. Τα λουλουδάδικα στην έξοδο του ηλεκτρικού θυμίζουν Παρίσι, Παρίσι θυμίζουν και τα αραβικά παντοπωλεία-καθότι η γαλλική πρωτεύουσα διαθέτει κάνα δυο από δαύτα σε κάθε της οικοδομικό τετράγωνο. 

Η ταμπέλα στη γωνία Αριστοτέλους και πλατεία, μου άνοιξε την όρεξη για αφγανικές περιπέτειες, διότι οι Αφγανοί μαγειρεύουν μια συγκλονιστική κουζίνα που δεν έχω ακόμη συναντήσει στην Αθήνα και πολύ παραπονιέμαι γι' αυτό, καθώς μια πρωτεύουσα που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να διαθέτει καλά εστιατόρια κάθε ράτσας που φιλοξενεί. Εμείς ακόμη δεν έχουμε αλβανικό εστιατόριο ούτε για δείγμα, τίποτα σε αφγανικό, γεωργιανό ή πολωνικό της προκοπής, για να μην πιάσω τις χώρες της Μαύρης Ηπείρου.

Κυριακή μεσημέρι με λιακάδα, λοιπόν, με μεγάλη όρεξη καθίσαμε στα τραπεζάκια-έξω του Afgan, ώρα που η πλατεία βουίζει από ένα κοσμοπόλιταν, μούλτι έθνικ πλήθος που προσθέτει χρώμα και ζωή στην πόλη χωρίς να σε παραπέμπει σε παρακμή, επικινδυνότητα και ο,τιδήποτε το αρνητικό. Στο εσωτερικό του μαγαζιού, ο κύριος πίσω από την προθήκη με τα μαγειρευτά, μου κάνει καταφανώς Πακιστανός, γεγονός που μου επιβεβαιώνει και ο ίδιος. Μια ματιά στα εδέσματα, με ταξιδεύει τσιφ και κατευθείαν στα πιο λαχταριστά άπαντα της ινδικής κουζίνας. Ο εγκέφαλος της όρεξής μου έχει πάθει κοκομπλόκο και δεν ξέρει κατά πού να κάνει, κανείς εδώ δεν μιλά ελληνικό περιωπής, οπότε, συνεννόηση-μπουζούκι. Το συμπέρασμα που πήρα την πρωτοβουλία να εξάγω, είναι πως μάλλον εδώ δοκίμασε την τύχη του κάποιο αφγανικό που δεν είδε προκοπή και η επιχείρηση αγοράστηκε από πακιστανο-ινδούς, οι οποίοι δεν μπήκαν στον κόπο να αλλάξουν την ταμπέλα.

Το φαγητό τους, όμως, μας προέκυψε θεσπέσιο, ένα τοσοδούλι «τσικ» πικάντικο σε ορισμένα πιάτα, μαγειρεμένο σαν από χέρι σπιτικό, με όλη την έγνοια για τη σωστή ισορροπία στα ονειρεμένα μπαχάρια της Ανατολής. Πρώτα στο τραπέζι ήρθε στον καθένα μας μια μικρούλα σαλάτα με κρεμμύδι, αγγούρι και μαρούλι, η οποία μας παραξένεψε αλλά αποδείχτηκε το κάτι άλλο, όταν τη συνδυάσαμε με το μακρύκοκκο, σπυρωτό, ευωδιαστό ρύζι στον ατμό και τις πλούσιες σάλτσες των μαγειρευτών. Μια ανάσα από άρωμα και δροσιά που έκανε ακόμη πιο νόστιμες τις υπέροχες, μικρούλες μπάμιες, τα απίθανα ρεβίθια και το νταλ με τις κόκκινες φακές, πιάτα που σας συνιστώ οπωσδήποτε, μαζί με το μαγειρευτό αρνάκι.

Πήραμε και σουβλάκι κοτόπουλο, τρυφερό, μαριναρισμένο σε γιαούρτι, κιτρινόρριζα και άλλα μπαχαρικά, που ήρθε μέσα σε τεράστιες ζεστές πίτες, με φρέσκο λάιμ και τηγανητές πατάτες. Οι σαμόσας ήταν οι καλύτερες που έχω δοκιμάσει στην Αθήνα, όχι αυτές με την πανομοιότυπη γεύση, που προφανώς αγοράζονται συλλήβδην από κάποια βιοτεχνία. Αυτές ήταν τραγανές, με πολλή γέμιση, πολλά αρώματα, πολλή νοστιμιά, σίγουρα χειροποίητες και σπιτικές. Να πάρετε και το χρωματιστό ρύζι, όχι πως το χρώμα δίνει κάποια γεύση αλλά έχει την πλάκα του, έτσι όπως φλουο-στραφταλίζει ορεκτικά μέσα στο πιάτο.

Στη χώνεψη κρίνεις την ποιότητα και σας διαβεβαιώ, πως σε τρεις ώρες ευχαρίστως θα επέστρεφα για ακόμη μια ρεβίθια με μπασμάτι.

Πλ. Βικτωρίας 12