Resto

Λελούδας: ελιές τσακιστές, μπακαλιάρος και ρετσίνα στον Ελαιώνα

Τρώγοντας στην ιστορική ταβέρνα το μενού του «παλιού κόσμου»

Δημήτρης Ξανθούλης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

O «Λελούδας» είναι από τις πιο παλιές αθηναϊκές ταβέρνες, βρίσκεται στον Ελαιώνα από το 1928

Το οινομαγειρείο «Λελούδας» βρίσκεται κρυμμένο στις παρυφές του Ελαιώνα στην πρώην «βιομηχανική» περιοχή της Αθήνας, μέσα στους παλιούς μπαχτσέδες με τα οπωροκηπευτικά, πολύ κοντά στη λεωφόρο Πέτρου Ράλλη.

Παλιά ταβέρνα, ο πολύς κόσμος δεν τη γνωρίζει, ωστόσο βρίσκεται στην ίδια θέση από το 1928, που πρωτοάνοιξε από τον παππού του σημερινού ιδιοκτήτη, Κυθνιό στην καταγωγή. Την επιτηρεί ακόμα, ντυμένος με βράκα, την παραδοσιακή αντρική φορεσιά της Κύθνου,  μέσα από μία ασπρόμαυρη φωτογραφία που βρίσκεται κρεμασμένη, μαζί με φίλους και προγόνους αλλά και την εικόνα του Αγίου Ευφρόσυνου προστάτη των μαγειρείων, στους τοίχους της σάλας.

Αυστηρό εσωτερικό με μωσαϊκό πάτωμα και στον τοίχο παλιές αφίσες, εικονοστάσι, κρασοβάρελα και ψάθινες καρέκλες. Αυθεντικό και χωρίς να είναι σκηνικό. Το πελατολόγιο… άνδρες με ολοκάθαρη ματιά, ολίγον τι σιτεμένοι και λίγες και εκλεκτές μεγάλες κυρίες.

Δύο από τους λόγους λοιπόν που ήθελα οπωσδήποτε να γυρίσω στην ταβέρνα αυτή, ήταν το γενναιόδωρο καλωσόρισμα της πρώτης φοράς. Ένα μικρό πιάτο με γραβιέρα και ελιές, απαραίτητο συνοδευτικό για τον δεύτερο λόγο: το καλό κρασί – τη ρετσίνα, που είχα πιει την προηγούμενη φορά, ένα μεσημέρι μιας παλιάς αποκριάς και που μου είχε μείνει η θεσπέσια γεύση της: φρέσκια, απαλή και ανάλαφρη, όπως ακριβώς το κλίμα της Αττικής γης από όπου παράγεται. Πραγματικά είχα μείνει έκπληκτος, συνηθισμένος από τα ακατονόμαστα κρασιά που μας σερβίρουν στα περισσότερα ανάλογα μέρη. Πρόσφατα, την τελευταία φορά που πήγα – είχα συμπαρασύρει και μία φίλη μου, μεγάλη μούσα της κρασοκατάνυξης-, δεν μας σερβίρανε το πρώτο, (υποπτεύομαι, χωρίς να το έχω διασταυρώσει, ότι είναι το «πιάτο του φτωχού» του μαυροπίνακα) αλλά ούτε και τη ρετσίνα με τη θεσπέσια γεύση. Δεν είχε «γίνει» ακόμα.

Αντ’ αυτού όμως ήπιαμε ένα πολύ καλό ροζέ κρασί δικής τους παραγωγής που μεταξύ μας δεν είχε και πολλά να ζηλέψει από πολλά γνωστά εμφιαλωμένα!

Βεβαίως, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Μιλώντας λίγο αργότερα, με τον ιδιοκτήτη Δημήτρη Λελούδα, ο οποίος σημειωτέον γεννήθηκε όπως και ο πατέρας του στο πίσω δωματιάκι της ταβέρνας κάτω από κάτι βαρέλια, μαθαίνω ότι είναι οινολόγος και σε συνεργασία με την επίσης οινολόγο Μαρία Τζίτζη επιμελούνται της παραγωγής των κρασιών της ταβέρνας. Κάθισε για λίγο μαζί μας και άρχισε να μας μιλάει με στοργή για το παρελθόν. Για τον Κυθνιό παππού του, που άνοιξε την ταβέρνα το 1928, σαν μπακάλικο, χασάπικο και ταβέρνα, στην αρχή – (ξέρετε: καμιά κονσέρβα, λίγες ελιές, παστές σαρδέλες και τα συναφή), για τον πατέρα του, για το πώς περίμεναν από έξω ουρά οι εργάτες της βραδινής βάρδιας που σχόλαγαν το πρωί, να ανοίξει το μαγαζί στις 9 για να φάνε μεσημεριανό, για το πώς άλλαξαν τα πράγματα, τον παλιό κόσμο που έφυγε, τη δυσκολία προσαρμογής στη νέα «κατάσταση». Η ιστορία της ταβέρνας, ακολουθεί στην πραγματικότητα την ιστορία της βιομηχανικής επανάστασης στην Αττική: την άνθιση της στις αρχές του 20ού αιώνα και την παρακμή.  

Καθίσαμε έξω, μια που η συνοδός μου επιμένει, παρά τις  συστάσεις της επιστήμης, να είναι chain smoker, και πιάσαμε το ένα και μοναδικό τραπέζι που υπήρχε έξω. Βυθιστήκαμε στο γλυκό απόγευμα, με έναν ήλιο πότε να βγαίνει και πότε να χάνεται πίσω από τα σύννεφα, σε αυτήν την κάπως μελαγχολική μισοκατοικημένη πια, βιομηχανική περιοχή: κάποια εργοστάσια, ανακατωμένα με κουφάρια προβιομηχανικών κτηρίων, έρημες αγροικίες, παλιές βιοτεχνίες, εγκαταλελειμμένα περιβόλια και πάρκινγκ- σκουπιδότοποι. Η παραγγελία μας ήτο classique. Δηλαδή μπακαλιάρος ξηρός σκορδαλιά, που είναι και το απόλυτο must της ταβέρνας. Κατέφτασε σωστά τηγανισμένος και στεγνός, με τη σωστή σκορδαλιά στο πλάι, φτιαγμένη με ξερό ψωμί και αμύγδαλα και σαλάτα λάχανο πολίτικη με λίγο καρότο και σέλινο, τόσο όσο, μαριναρισμένη σε λαδολέμονο η οποία συνόδευσε με κομψότητα το κυρίως πιάτο. Πράσινες ελιές τσακιστές και ένα σαγανάκι τυρί φέτα με τομάτα και πιπεριές – το μόνο μη «κλασικό» πιάτο ταβέρνας - συμπλήρωσαν την κυριακάτικη πανδαισία.

Για επιδόρπιο ζητήσαμε μία μερίδα κεφτεδάκια – αυτό ήταν ιδέα της φίλης που γνωρίζει πάντα το πού πρέπει να βάλει τη σωστή πινελιά.

Η κουζίνα του Λελούδα είναι η απολύτως κλασική κουζίνα της ταβέρνας που σχεδόν δεν υπάρχει πια. Τα  στάνταρ είναι: σαλάτες, φάβα, τυροκαφτερή, κεφτεδάκια, μπακαλιάρος σκορδαλιά, πάντοτε εκλεκτές ελιές, ένα όσπριο, φρέσκες τηγανητές πατάτες και πιάτα ημέρας που εναλλάσσονται: κόκορας κοκκινιστός με χοντρά μακαρόνια, ζυγούρι κοκκινιστό, χοιρινό, γλώσσες αρνίσιες, πατάτες γιαχνί, μελιτζάνες, λαδερά. Τίμιες γεύσεις. Όλα μαγειρεμένα με φροντίδα και μεράκι από τη γυναίκα του Δημήτρη Λελούδα που διευθύνει την κουζίνα!

Με αυτά και με αυτά, μείναμε συζητώντας και πίνοντας καθισμένοι στο πεζοδρόμιο της ταβέρνας έως ότου έπεσε η νύχτα, ακολουθώντας χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε την παλιά παράδοση της αθηναϊκής λιτότητας: να συζητάς και να πίνεις αργά, εκλεκτό κρασί, τσιμπώντας κάτι από το μενού του παλιού κόσμου.

Υ.Γ. 1 Το λευκό κρασί άνοιξε με αγιασμό πέρσι στις 15 Δεκεμβρίου, ανήμερα του Αγίου Ελευθερίου:

«Για πρώτη φορά Κυριακή,
Λευκό, άσπρο κρασί θα ανοιχτεί,
μαζί με τη γιορτή του Λευτέρη,
στις μία το μεσημέρι,
η κάνουλα χωρίς τελειωμό θα ρέει.»

Υ. Γ. 2 Έχει συχνά ζωντανή μουσική. Ενημερωθείτε τηλεφωνώντας ή από τη σελίδα του στο Facebook. Ιδιαίτερα μην χάσετε με τίποτα τις συνεστιάσεις – τσαμπουνογλέντια του (συλλόγου) των λαϊκών πνευστών του Αιγαίου που στην πραγματικότητα έρχονται και παίζουν μουσικοί από όλη την Ελλάδα. Ελπίζω να γίνουν και πάλι φέτος τις Απόκριες. Θα ενημερωθείτε από το προφίλ στο facebook της Σμαράγδας Διακογιάννη, που είναι και η μεγάλη ιέρεια και οργανώτρια όλων αυτών των θαυμάσιων συναντήσεων. 

Υ. Γ. 3 Μην λησμονήσετε φεύγοντας να πάρετε χύμα κρασί για το σπίτι. Στη φωτό ανωτέρω ο παπάς ευλογεί τα καινούργια κρασιά.

Οινομαγειρείο Λελούδας. Σαλαμινίας 8-10, Ελαιώνας, 210 3464167, Fb: https://www.facebook.com/tavernaleloudas

Ανοιχτό όλα τα μεσημέρια, χωρίς ποτέ να διώχνει πελάτες που καταφθάνουν κάπως αργά. Κλείνει από ό, τι μου είπε κατά τις 7.00 μμ