- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Papasan: Η ιστορία μιας καρέκλας
Μια Papasan από μπαμπού ταξιδεύει από την Ταϊβάν στην Αμερική και από εκεί στην Αθήνα και σε ένα μικρό νησί του Αιγαίου
Η ιστορία μιας καρέκλας: Η διαδρομή της Papasan, της μπαμπού καρέκλας με ρίζες στη Νοτιοανατολική Ασία
Ζω με τους ίδιους ανθρώπους πάνω από 40 χρόνια. Τους γνώρισα όταν ήταν περίπου 20 χρονών. Τους είδα να ωριμάζουν, να αλλάζουν, να αποκτούν οικογένεια και να εξελίσσονται επαγγελματικά. Έζησα μαζί τους χαρές και λύπες, είδα τα παιδιά τους να μεγαλώνουν και να παίρνουν το δικό τους δρόμο, γνώρισα φίλους, συγγενείς και πάμπολλες γάτες που πέρασαν από τη ζωή τους. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ένιωσα την ανάγκη να σας συστηθώ και να σας διηγηθώ την ιστορία μου.
Έχω κυκλικό σχήμα και είμαι φτιαγμένη από υψηλής ποιότητας φυσικό μπαμπού. Η δική μου διαδρομή, όμως, αρχίζει πολύ πριν αποκτήσω τη σημερινή μου μορφή. Πριν σας μιλήσω γι’ αυτήν, αξίζει να γνωρίσετε λίγο καλύτερα το υλικό που με έφερε στη ζωή: το μπαμπού. Γιατί η πορεία του στον χρόνο αρχίζει πολύ πριν από τη δική μου.
Το μπαμπού ανήκει στην ομογένεια Bambuseae και στην οικογένεια των Ποοειδών, ή Αγρωστωδών. Είναι ένα ψηλό, εντυπωσιακό φυτό που αναπτύσσεται κυρίως στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, αλλά και στη βόρεια Αυστραλία. Το όνομά του προέρχεται από τη μαλαισιανή λέξη mambu, η οποία πέρασε στις ευρωπαϊκές γλώσσες μέσω των Ολλανδών ή των Πορτογάλων κατά τον 16ο αιώνα. Η παρουσία του, όμως, είναι πολύ παλαιότερη. Ο Θεόφραστος το γνώριζε ως «ινδικό κάλαμο», ενώ ο Ηρόδοτος αναφέρει τη χρήση του για την κατασκευή βελών και, από τα δενδρώδη είδη του, καλαμένιων μονόξυλων στην Ινδία.
Κάποτε, λοιπόν, ένα κομμάτι αυτού του φυτού πήρε τον δρόμο του για να γίνει μέρος μιας διαφορετικής ιστορίας - της δικής μου.
Η μορφή μου είναι γνωστή ως Papasan - μια ιδιαίτερη καρέκλα χαλάρωσης με ρίζες στη Νοτιοανατολική Ασία, που ταξίδεψε στον δυτικό κόσμο και συνδέθηκε με έναν πιο ανέμελο και φυσικό τρόπο ζωής. Το βαθύ, κυκλικό κάθισμά μου, που θυμίζει φωλιά, είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να αγκαλιάζει το σώμα και να προσφέρει μια αίσθηση άνεσης, ασφάλειας και ηρεμίας. Χαρακτηριστικό της είναι και το μεγάλο, αφράτο μαξιλάρι futon, που εφαρμόζει πάνω στο κυκλικό κάθισμα και ολοκληρώνει τη μορφή της. Ίσως γι’ αυτό, εδώ και δεκαετίες, η Papasan έχει συνδεθεί με στιγμές ξεκούρασης, χαλάρωσης και απομάκρυνσης από τον θόρυβο της καθημερινότητας. Το φυσικό μπαμπού και οι γήινες αποχρώσεις της προσδίδουν παράλληλα μια ζεστή, φυσική αισθητική στον χώρο.
Για πολλά χρόνια δεν γνώριζα πού ακριβώς είχα κατασκευαστεί. Κάποια στιγμή, όμως, ανακάλυψαν πάνω μου μια μικρή ταμπέλα που έγραφε «Made in Taiwan». Έτσι, τουλάχιστον αυτό το μυστήριο λύθηκε. Για το υπόλοιπο ταξίδι μου, από την Ταϊβάν μέχρι το κατάστημα επίπλων στο Arlington, ένα προάστιο λίγο έξω από τη Βοστώνη της Μασαχουσέτης, δεν ξέρω σχεδόν τίποτα. Γνωρίζω μόνο ότι κάποια στιγμή βρέθηκα εκεί, έτοιμη να βρω το σπίτι μου.
Και τότε, χωρίς ακόμη να το γνωρίζω, άρχισε η δική μου, πιο προσωπική διαδρομή, όταν ένα ζευγαράκι Ελλήνων μπήκε στο κατάστημα. Έψαχναν έπιπλα για το διαμέρισμα στο οποίο μόλις είχαν μετακομίσει.
Με το που με είδαν, «γυάλισε το μάτι τους»! Όχι τόσο επειδή ήμουν ιδιαίτερα όμορφη - ούτε, βέβαια, επειδή είχα κάποια ιδιαίτερη αξία ως προς τα υλικά από τα οποία ήμουν φτιαγμένη. Με φαντάστηκαν, όμως, αμέσως μέσα στον δικό τους χώρο: δίπλα σε μια βιβλιοθήκη, μπροστά στην μπαλκονόπορτα, με θέα την τεράστια κοινόχρηστη βεράντα του κτιρίου.
Τους άκουγα να λένε πως πάνω μου θα μπορούσαν να χαλαρώνουν μετά τη δουλειά, ακούγοντας μουσική, διαβάζοντας ή απλώς συζητώντας. Η απόφαση πάρθηκε γρήγορα, χωρίς πολλή σκέψη και χρονοτριβή. Την επόμενη κιόλας ημέρα θα μεταφερόμουν στο νέο μου σπίτι.
Βρέθηκα, λοιπόν, σ’ ένα συμπαθέστατο και ευρύχωρο διαμέρισμα, που ταίριαζε απόλυτα σ’ αυτό το νεαρό ζευγάρι. Με τοποθέτησαν ακριβώς στη θέση που είχαν φανταστεί από την πρώτη στιγμή που με είδαν.
Ζώντας μαζί τους, έμαθα σιγά-σιγά την ιστορία τους. Είχαν παντρευτεί έναν χρόνο νωρίτερα στην Αθήνα, όταν ο νεαρός ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Βοστώνη, και είχαν αποφασίσει να αρχίσουν την κοινή τους ζωή στην Αμερική. Ήθελαν να αποκτήσουν μια επαγγελματική εμπειρία που θα τους ήταν χρήσιμη όταν θα επέστρεφαν στην Ελλάδα - γιατί αυτός ήταν πάντα ο τελικός τους στόχος.
Η χρήση μου ήταν συνεχής, ιδιαίτερα τις απογευματινές ώρες. Όταν γύριζαν από τις δουλειές τους, μια ο ένας και μια η άλλη, χωνόντουσαν μέσα στην αγκαλιά μου και χουχούλιαζαν. Πολλές φορές, μάλιστα, τους έπαιρνε ο ύπνος - πράγμα καθόλου περίεργο, αν σκεφτεί κανείς πόσο άνετα μπορούσα να τους βολέψω!
Εννοείται πως, όσες ώρες έλειπαν από το σπίτι, ήμουν το μέρος που διάλεγε η αγαπημένη τους γάτα για να περνά τη μέρα της αναπαυόμενη, σαν βασίλισσα - όπως, άλλωστε, θεωρούσε και τον εαυτό της.
Στο σπίτι τους γνώρισα πάρα πολύ κόσμο και σχεδόν όλοι ήθελαν να καθίσουν πάνω μου. Μερικοί, βέβαια, ήταν λίγο ατσούμπαλοι και δεν φρόντιζαν να τοποθετήσουν σωστά το στρογγυλό μου κάθισμα πάνω στη βάση. Έτσι, άλλοτε γλιστρούσαν και έπεφταν, κι άλλοτε δεν μπορούσαν να σηκωθούν ή να βολευτούν, προκαλώντας τα γέλια και τα πειράγματα των υπολοίπων. Εγώ, πάντως, δεν έφταιγα σε τίποτα!
Δύο χρόνια αργότερα ήρθαν πολύ ευχάριστα νέα για το ζευγάρι. Η κοπέλα ήταν έγκυος και, εννέα μήνες μετά, απέκτησαν ένα κοριτσάκι.
Κι εγώ, πάλι πρωταγωνίστρια στα καινούργια δεδομένα της οικογένειας!
Τώρα δεν καθόταν πάνω μου μόνο ένας άνθρωπος, αλλά δύο. Το δεύτερο ήταν το μωράκι τους, που το κρατούσαν στην αγκαλιά τους, για να το ταΐσουν, να το ηρεμήσουν ή να το κοιμίσουν. Πολλές φορές, μάλιστα, έστρωναν πάνω στο futon μια κουβερτούλα και το ξάπλωναν εκεί. Ούτε που το καταλάβαινα - τόσο ελαφρύ ήταν!
Η γάτα, βέβαια, είχε ένα μικρό θεματάκι με αυτή τη νέα… κατάληψη της αγαπημένης της θέσης. Ευτυχώς, όμως, είχε αντιληφθεί τα όριά της. Γάτα ήταν η γάτα!!!
Και ξαφνικά, λίγους μήνες αργότερα, άκουσα ότι επρόκειτο να μετακομίσουν οριστικά στην Ελλάδα. Ο νεαρός είχε βρει δουλειά εκεί και σε τέσσερις μήνες το πολύ θα έπρεπε να φύγουν.
Με έζωσαν τα φίδια. Είχα αγαπήσει πολύ αυτή την οικογένεια. Τι θα έκαναν τώρα με εμένα; Θα με έπαιρναν μαζί τους ή θα με άφηναν πίσω; Άλλωστε, δεν ήμουν και κανένα… συλλεκτικό κομμάτι!
Δεν μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά μου όταν άκουσα ότι θα τους ακολουθούσα στην Αθήνα!
Άρχισα κι εγώ να ετοιμάζομαι ψυχολογικά για ένα ακόμη μεγάλο ταξίδι. Η ιδέα ότι θα περνούσα τον ωκεανό με ενθουσίαζε. Το πρώτο μου ταξίδι το είχα κάνει όταν ήμουν ακόμη πολύ μικρή. Τώρα, όμως, θα ήταν διαφορετικά.
Οι ημέρες που ακολούθησαν ήταν απίστευτες. Το ζευγαράκι άρχισε να πακετάρει τα πράγματα που θα έφευγαν με τη μεταφορική για την Ελλάδα. Σιγά-σιγά, το σπίτι γέμισε με κούτες και σακούλες, άλλα χρήσιμα και άλλα με άχρηστα πράγματα, και γενικά επικρατούσε ένα χάος. Εγώ, παρ’ όλα αυτά, παρέμενα σταθερή αξία. Κανένας δεν με κούνησε από τη θέση μου. Μάλιστα, ήμουν το μόνο μέρος όπου μπορούσαν ακόμη να χαλαρώνουν μετά τις ατελείωτες ώρες δουλειάς και προετοιμασιών. Και το μωράκι ήταν συνεχώς στην αγκαλιά μου!
Με πακετάρισαν τελευταία. Γεμάτη προστατευτικό υλικό και χαρτοταινίες, αποχαιρέτησα το όμορφο διαμέρισμα και, κρατώντας στη μνήμη μου όλες τις ωραίες στιγμές που είχα ζήσει εκεί, βρέθηκα μέσα στο container που θα με μετέφερε, μαζί με τα υπόλοιπα έπιπλα και τις κούτες, στην Ελλάδα.
Το ταξίδι κράτησε αρκετές ημέρες και, εννοείται, δεν ήταν ακριβώς όπως θα το ήθελα. Ήμουν στο container και δεν μπορούσα να δω ούτε θάλασσα ούτε ουρανό. Μόνο το αργό κούνημα του πλοίου και κάποιοι μακρινοί, άγνωστοι ήχοι μου έδιναν την αίσθηση ότι βρισκόμουν καταμεσής του ωκεανού. Βέβαια, δεν ήταν η πρώτη φορά που περνούσα έναν ωκεανό· το πρώτο μου ταξίδι, από την Ταϊβάν στην Αμερική, πρέπει να είχε γίνει όταν ήμουν ακόμη πολύ μικρή και δεν το θυμόμουν.
Τώρα όμως είχα μεγαλώσει και ήξερα πια πολύ περισσότερα για τον κόσμο. Είχα δει στην τηλεόραση θάλασσες, πλοία, ωκεανούς και αεροπλάνα, είχα ακούσει τους ανθρώπους να μιλούν για μακρινά ταξίδια και είχα μεγάλη περιέργεια να τα δω όλα αυτά από κοντά. Μάταια! Και ομολογώ ότι ζήλεψα λίγο την τύχη της γάτας, που ταξίδεψε με το αεροπλάνο και μάλιστα στην καμπίνα, μαζί με το ζευγαράκι και το μωρό! Εκείνη πάνω απ’ τα σύννεφα κι εγώ κλεισμένη σ’ ένα container. Δεν το λες και δίκαιο!
Αλλά δεν παραπονιέμαι. Θα βρισκόμουν και πάλι με τα αγαπημένα μου πρόσωπα - και αυτό μετρούσε περισσότερο απ’ όλα.
Κάποια στιγμή φτάσαμε στον Πειραιά και από εκεί και πέρα άρχισαν διάφορα πήγαινε-έλα, μέχρι το ζευγαράκι να εγκατασταθεί στο νέο του, φρεσκοβαμμένο διαμέρισμα, σε μια πολυκατοικία σε κεντρικό σημείο της Αθήνας. Η θέση μου ήταν και πάλι περίοπτη, μέσα στο σαλόνι. Από το παράθυρο έβλεπα έναν πολυσύχναστο δρόμο, ο οποίος όμως ήταν γεμάτος δέντρα και έτσι ομόρφαινε το κάδρο.
Και πάλι, οι επισκέπτες του σπιτιού, μόλις με έβλεπαν, ήθελαν να με δοκιμάσουν. Και συνέβαιναν ξανά τα διάφορα ευτράπελα με την ισορροπία. Κατά γενική ομολογία, όμως, κανένας δεν ήθελε να σηκωθεί όταν είχε βολευτεί πάνω μου. Είχα το… κοκαλάκι της νυχτερίδας, συγκριτικά με τις υπόλοιπες πολυθρόνες του σαλονιού, και ομολογώ ότι το χαιρόμουν. Το στρογγυλό μου σχήμα ερχόταν σε αντίθεση με τις ίσιες, λιτές γραμμές των υπόλοιπων επίπλων και αυτό με έκανε να ξεχωρίζω. Ήμουν το διαφορετικό στοιχείο του σαλονιού - και μου άρεσε!
Δύο χρόνια αργότερα, η οικογένεια μεγάλωσε και πάλι. Το νέο μωράκι έδειξε από την αρχή την προτίμησή του σε μένα και, για τουλάχιστον ενάμιση χρόνο, ήθελε να πίνει το γάλα του ξαπλωμένο πάνω μου. Έβαζε το ένα ποδαράκι πάνω στο άλλο και απολάμβανε. Καμιά φορά μπορεί να με είχε και κατουρήσει, αλλά δεν έδινα σημασία. Μωρό ήταν! Με καθάριζαν αμέσως και το θέμα τελείωνε εκεί.
Και έτσι περνούσαν τα χρόνια. Είδα τα παιδιά να μεγαλώνουν, γνώρισα όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας - παππούδες, γιαγιάδες, θείες, θείους - αλλά και πολλούς φίλους του ζευγαριού, μια και ήταν κοινωνικότατο. Συμμετείχα στις χαρές τους, στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, στα πάρτι γενεθλίων, στα ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς. Το ζευγαράκι μεγάλωνε κι αυτό και μαζί του και εγώ. Το χρώμα μου άρχισε να ξεθωριάζει λιγάκι, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε καθόλου την δημοφιλία που απολάμβανα.
Πόνεσα μαζί τους όταν πέθανε πρόωρα ο πατέρας της κοπέλας και συμμερίστηκα τη θλίψη της οικογένειας. Πολλές φορές εκείνη ξάπλωνε πάνω μου, αναζητώντας λίγες στιγμές ηρεμίας, κι εγώ της τις πρόσφερα απλόχερα. Άλλωστε, αυτή ήταν η ειδικότητά μου.
Εκτός όμως από τους ανθρώπους, είχα ιδιαίτερη πέραση και στις γάτες του σπιτιού. Η μία γάτα σύντομα έγιναν δύο, μια και το ζευγάρι ήταν ιδιαίτερα γατόφιλο. Οι δυο τους δεν τα πήγαιναν και τόσο καλά μεταξύ τους και αρκετές φορές με είχαν διαλέξει σαν τόπο των αψιμαχιών τους. Μου έχωναν τα νύχια τους μέσα στο μαλακό μου μαξιλάρι, αλλά εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο παρά να περιμένω στωικά κάποιον να τις χωρίσει. Και μετά, φυσικά, να με καθαρίσει από τις τρίχες τους - ένα από τα μόνιμα θέματα της ζωής μου.
Κάποια στιγμή, η γάτα εξ Αμερικής πέθανε από γηρατειά. Σχεδόν μία εβδομάδα αργότερα, όμως, μια άλλη πήρε τη θέση της. Αυτή ήταν γλυκύτατη και δεν με ταλαιπώρησε καθόλου. Και λίγες μέρες μετά που είχε μπει ο… καινούργιος, πολυαναμενόμενος και πολυσυζητημένος αιώνας, και ανήμερα του Αγίου Αθανασίου, συνειδητοποίησα πόσο εύθραυστη είναι η ζωή και πόσα μπορεί ν’ αλλάξουν από τη μία στιγμή στην άλλη. Από έναν σπινθήρα που προκλήθηκε από την τηλεόραση, αυτή έπιασε φωτιά, με αποτέλεσμα να λαμπαδιάσει όλο το σαλόνι.
Ήταν ξημερώματα, το ζευγάρι και τα παιδιά κοιμόντουσαν και οι συρόμενες πόρτες του σαλονιού ήταν κλειστές. Η κοπέλα ξύπνησε από έναν θόρυβο που νόμιζε ότι έκαναν οι γάτες παίζοντας και, έτοιμη να σηκωθεί για να τις μαλώσει, αντίκρισε ξαφνικά καπνό να περνάει κάτω από τις πόρτες και το κόκκινο της φωτιάς να καθρεφτίζεται στα τζάμια. Κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε και έβαλε τις φωνές. Αν δεν είχε ακούσει εκείνον τον θόρυβο, η τετραμελής οικογένεια θα ήταν στις ειδήσεις και όλο το σπίτι στάχτη - μαζί μ’ αυτό και εγώ!
Εδώ, οφείλω να αναγνωρίσω κάτι στις γάτες που τόσο με παίδευαν: εκείνο το πρωινό, για πρώτη και μάλλον τελευταία φορά, τους χρωστούσα χάρη. Έστω και άθελά τους, είχαν βοηθήσει να σωθεί η κατάσταση. Η κοπέλα πήρε τα τρομαγμένα παιδιά και τα κατέβασε στο καφενείο που ήταν στο ισόγειο της πολυκατοικίας, ενώ ο νεαρός άνδρας άρχισε να σβήνει τη φωτιά, κουβαλώντας κατσαρόλες με νερό από την κουζίνα. Δυστυχώς, ο πυροσβεστήρας της πολυκατοικίας δεν ήταν γομωμένος.
Ένιωθα τις φλόγες να με κυκλώνουν. Η Πυροσβεστική, αν και πάρα πολύ κοντά, ήρθε κατόπιν, αφού η φωτιά είχε ήδη σβήσει. Ούτε θέλω να σκέφτομαι τι θα γινόταν αν ο νεαρός έλειπε ακόμη σε επαγγελματικό ταξίδι. Είχε γυρίσει μόλις δύο μέρες νωρίτερα.
Τα περισσότερα έπιπλα καταστράφηκαν, όπως και τα χαλιά, τα κλιματιστικά και οι κουρτίνες. Εγώ, όμως, τη γλίτωσα και δεν μπορούσα να πιστέψω την καλή μου τύχη. Για πρώτη φορά στη μέχρι τότε ζωή μου, ένιωσα πως το γεγονός ότι ήμουν φτιαγμένη από μπαμπού - και όχι από κάτι πιο εύφλεκτο ή πιο ευαίσθητο - ίσως τελικά να ήταν ένα μικρό δώρο της τύχης. Ήμουν ακόμη εκεί, στη θέση μου, σώα και αρτιμελής.
Το νεαρό ζευγάρι έμοιαζε μπαρουτιασμένο, με σημάδια από τον καπνό στα πρόσωπά τους, αλλά είχαν μια ψυχραιμία που πραγματικά θαύμασα. Δεν μπορούσα να πιστέψω στ’ αυτιά μου όταν άκουσα τη νεαρή κοπέλα να λέει σε μια φίλη, την οποία πήρε κάποια στιγμή τηλέφωνο:
«Έχω να σου πω πολύ καυτά νέα…». Μου ήρθε να βάλω τα γέλια!
Ξανά πακετάρισμα, άδειασμα του σπιτιού, ώστε να βαφτεί, να ξυστούν τα πατώματα και να σβήσει κάθε ίχνος της τρομερής φωτιάς. Οι εργασίες πήραν καιρό και, κάποια στιγμή, το ζευγάρι μετακόμισε οικογενειακώς για μερικές ημέρες σε παρακείμενο ξενοδοχείο, αφού δεν μπορούσαν να μείνουν στο διαμέρισμα.
Μέσα σε όλα αυτά, είχα χάσει σχεδόν την αίσθηση του χρόνου και είχα ξεχάσει ακόμη και τα διάφορα γεγονότα που συνέβαιναν εκείνες τις ημέρες. Ένα από αυτά ήταν και τα εγκαίνια του Μετρό της Αθήνας, στις 28 Ιανουαρίου. Άκουγα ότι το αθηναϊκό κοινό ήταν κατενθουσιασμένο και πως οι συρμοί ήταν γεμάτοι από κόσμο που έσπευδε να κάνει τις διαδρομές οι οποίες προσφέρονταν δωρεάν την πρώτη ημέρα λειτουργίας.
Όταν οι ζημιές αποκαταστάθηκαν και τα πράγματα μπήκαν και πάλι στη θέση τους, η ζωή άρχισε σιγά-σιγά να κυλά στους κανονικούς της ρυθμούς. Γενικά, υπήρξε μια ανανέωση στο σαλόνι. Μπήκαν καινούργιες κουρτίνες και αγοράστηκε καινούργιος καναπές, γιατί ο παλιός είχε καεί ολοσχερώς.
Η αλήθεια είναι ότι λυπήθηκα πολύ γι’ αυτόν. Είχαμε γνωριστεί στην Αμερική. Κάναμε παρέα, ταξιδέψαμε μαζί μέχρι την Αθήνα και πάνω του, όπως και πάνω μου, τόσο το ζευγαράκι όσο και τα παιδιά τους είχαν περάσει όμορφες, χαλαρές στιγμές. Τώρα, όμως, δεν υπήρχε πια.
Και εκεί που νόμιζα ότι όλα είχαν βρει και πάλι τους ρυθμούς τους, έγινε ακόμη μία μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου.
Μετά από ένα ταξίδι του ζευγαριού στη Βενετία, ήρθε στο σαλόνι μια υπέροχη, κατά γενική ομολογία, γυάλινη βιτρίνα. Γέμισε σχεδόν αμέσως με τη μεγάλη συλλογή Swarovski, η οποία πριν από τη φωτιά βρισκόταν σε ένα τεράστιο έπιπλο με βιτρίνες που είχε γίνει κάρβουνο. Εκτός από τα κρύσταλλα, τοποθέτησαν μέσα και άλλα διακοσμητικά και συλλεκτικά κομμάτια. Και πραγματικά, όταν άναβαν τα φώτα της, ήταν ένα πραγματικό στολίδι μέσα στο σαλόνι. Κι όμως, αυτή η καινούργια προσθήκη… εμένα με έστειλε στην αποθήκη.
Η αλήθεια είναι ότι δεν το έκαναν ελαφρά τη καρδία. Αλλά δεν χωρούσα πουθενά. Ήταν τέτοιο το σχήμα μου που δεν μπορούσα απλώς να χωθώ σε μια γωνία. Ήθελα χώρο δεξιά κι αριστερά, ώστε να φαίνεται η… ομορφιά μου!
Η αποθήκη ήταν στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Μπαίνοντας εκεί μέσα, στριμώχτηκα μαζί με κάποια άλλα μικροέπιπλα που είχαν φέρει από την Αμερική και, έτσι, δεν αισθανόμουν εντελώς μόνη. Αλλά ποτέ δεν έχασα την αισιοδοξία και την ελπίδα μου για καλύτερες μέρες. Και αυτές δεν άργησαν να έρθουν.
Ένα καλοκαίρι, πηγαίνοντας για πολλοστή φορά στο αγαπημένο τους νησί, τους συνέβη κάτι απρόσμενο: τους βρήκε ένα σπίτι. Και αυτό έχει σημασία. Δεν έψαχναν για σπίτι. Όμως, μέσα από κάποιες περίεργες συμπτώσεις, είδαν το συγκεκριμένο, αισθάνθηκαν πως ήταν σαν να έγραφε πάνω του το όνομά τους και αποφάσισαν να το αγοράσουν.
Λίγους μήνες αργότερα έμαθα ότι, μόλις αντίκρισαν την υπέροχη θέα από τη βεράντα, κοιτάχτηκαν και έκαναν ακριβώς την ίδια σκέψη: «Φαντάζεσαι να ’σαι ξαπλωμένος στη στρογγυλή καρέκλα και να βλέπεις αυτόν τον ορίζοντα;» Για ακόμη μία φορά, είχα βρει τη θέση μου σε έναν χώρο που δεν είχα καν δει.
Ετοιμάστηκα πάλι για ταξίδι. Αυτή τη φορά, δεν κράτησε πολύ. Μέσα σε λίγες ώρες βρέθηκα σ’ ένα πανέμορφο αιγαιοπελαγίτικο νησί. Πριν καλά-καλά με ξεφορτώσουν, τοποθετήθηκα στη θέση που με είχαν ήδη φανταστεί: εκεί όπου θα αγνάντευα το πέλαγος και τους γύρω οικισμούς και θα έβλεπα ονειρεμένες ανατολές ήλιου και φεγγαριού. Είναι δύσκολο να σας περιγράψω τη χαρά μου.
Τα καλοκαίρια είναι η καλύτερή μου εποχή. Κόσμος πάει κι έρχεται συνεχώς. Το σπίτι το λατρεύουν όχι μόνο τα μέλη της οικογένειας αλλά και οι φίλοι των παιδιών τους. Δεν υπάρχει καλοκαίρι που να μη φιλοξενηθούν τρία, τέσσερα ή και περισσότερα παιδιά. Το πώς καταφέρνουν να βολεύονται όλα είναι κάτι που μόνο αυτά ξέρουν. Αλλά, όπως λένε, «οι καλοί χωράνε παντού». Το ζευγάρι χαίρεται να βλέπει το σπίτι γεμάτο κόσμο και θεωρεί αυτή τη ζωντάνια πραγματική ευλογία.
Μία από τις πιο αγαπημένες μου εικόνες είναι το μεγάλο τραπέζι στη βεράντα. Τα παιδιά καθισμένα γύρω-γύρω, το τσικάλι του Μαρό γεμάτο με τα περίφημα ρεβίθια της και δίπλα το ταψί με το παστίτσιο που έχει φτιάξει η κοπέλα. Αυτή είναι μία από τις πιο αγαπημένες και διαχρονικές τους φωτογραφίες. Σχεδόν κάθε χρόνο βγαίνει μία παρόμοια, με τα ίδια ή διαφορετικά πρόσωπα, δημιουργώντας μια αλυσίδα από αναμνήσεις που μεγαλώνει μαζί με την οικογένεια. Κι εγώ, από τη γωνιά μου, τους παρακολουθώ και τους χαίρομαι. Παραμένω δε πάντα διαθέσιμη να προσφέρω τις υπηρεσίες μου.
Ο δυνατός ήλιος του νησιού έχει ξεθωριάσει αρκετά το χρώμα μου, αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί κανέναν. Εξακολουθώ να είμαι το μέρος όπου κάποιος θα καθίσει με τον καφέ του, το βιβλίο του ή απλώς με τις σκέψεις του, απολαμβάνοντας λίγη ηρεμία και τη θέα.
Όταν τελειώνουν οι διακοπές και το σπίτι κλείνει για τον χειμώνα, με βάζουν μέσα και με σκεπάζουν μ’ ένα σεντόνι. Τότε αρχίζει η πιο ήσυχη περίοδος του χρόνου. Ομολογώ πως νιώθω λίγη μοναξιά. Η μόνη μου συντροφιά είναι ο αέρας που πολλές φορές λυσσομανάει γύρω από το σπίτι και οι καμπάνες των εκκλησιών. Μετράω τις μέρες μέχρι το Πάσχα ή το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, περιμένοντας να επιστρέψουν, να ανοίξουν το σπίτι, να με βγάλουν ξανά στη βεράντα και να καθίσουν πάνω μου.
Την ίδια ανυπομονησία, νομίζω, έχει κι ένας ακόμη κάτοικος του νησιού. Η Σαρλότ. Μια πανέμορφη γατούλα, η οποία εδώ και δώδεκα ολόκληρα χρόνια εμφανίζεται στο σπίτι σχεδόν την ίδια στιγμή που φτάνουν οι ιδιοκτήτες του και εξαφανίζεται όταν εκείνοι φεύγουν.
Η αγάπη της οικογένειας για τις γάτες είναι γνωστή. Όμως εξίσου συγκινητική είναι και η αφοσίωση της Σαρλότ. Κάθε πρωί κάθεται δίπλα μου περιμένοντας ν’ ακούσει τα πρώτα βήματα μέσα στο σπίτι - το σημάδι ότι ξύπνησαν. Τότε αρχίζει να νιαουρίζει διακριτικά, υπενθυμίζοντας την παρουσία της και διεκδικώντας το πρωινό της.
Στην αρχή έμπαινε πολύ διστακτικά μέσα στο σπίτι. Αν έκλειναν κατά λάθος όλες οι πόρτες, πανικοβαλλόταν και ήθελε να βγει έξω αμέσως. Τα δύο τελευταία χρόνια, όμως, έχει αποκτήσει μεγάλη άνεση αλλά και εμπιστοσύνη.
Μόλις σερβιριστεί το πρωινό της, αράζει στον καναπέ σαν να της ανήκει το σπίτι και δεν κουνιέται μέχρι να φύγουν όλοι για μπάνιο. Τότε βγαίνει κι εκείνη έξω και περιμένει υπομονετικά την επιστροφή τους. Στο κάτω-κάτω, κι εκείνη, όπως κι εγώ, ξέρει καλά πως τα σπίτια δεν είναι οι τοίχοι, τα έπιπλα ή οι βεράντες. Είναι οι άνθρωποι που τα γεμίζουν ζωή.
Και σ’ αυτό το σημείο τελειώνω την ιστορία μου.
Είμαι γερή, με την πατίνα του χρόνου πάνω μου. Δεν ξέρω τι μου επιφυλάσσει το μέλλον, αλλά χαίρομαι που βρίσκομαι ακόμη εδώ, στο σπίτι που αγαπώ, και που εξακολουθώ να έχω τη θέση μου στην καθημερινότητα αυτής της οικογένειας.
Μπορεί να μην ήμουν ποτέ κάποιο συλλεκτικό κομμάτι. Δεν είχα σπουδαία υπογραφή, ούτε ήμουν φτιαγμένη από πολύτιμα υλικά. Κι όμως, αν με ρωτούσατε σήμερα τι αξία έχω, θα δυσκολευόμουν να σας απαντήσω.
Γιατί πάνω μου έχουν κοιμηθεί μωρά, έχουν διαβαστεί βιβλία, έχουν σερβιριστεί καφέδες και ποτά, έχουν ειπωθεί μυστικά, έχουν κλάψει άνθρωποι, έχουν γελάσει παιδιά και έχουν γουργουρίσει γάτες. Έχω ταξιδέψει από την Taiwan στην Βοστώνη, από εκεί στην Αθήνα και από την Αθήνα σ’ ένα μικρό νησί του Αιγαίου.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όλα αυτά, κατάλαβα πως η αξία ενός πράγματος δεν βρίσκεται πάντα σ’ αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένο, αλλά σ’ αυτά που έχει ζήσει.