Life

Ψηλά το λάβαρο

Συναντήσεις με εκλεκτούς, σπάνιους ανθρώπους

Κυριάκος Αθανασιάδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πώς η σοφία ενός ανθρώπου μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή

Το ένα σκυλάκι μας δεν θέλει πια να περπατάει, κι έτσι πηγαίνουμε κάθε βράδυ στο σιντριβάνι που έχει εδώ στη γειτονιά και καθόμαστε στο πεζούλι για μισή ώρα. Τον έχω στην αγκαλιά μου και κοιμάται, κι εγώ βλέπω τα βίντεο των BookTubers που ακολουθώ. Κάθε βράδυ —αυτό γίνεται κατά τις 8 μ.μ.— περνάει από εκεί ένας γείτονας με το δικό του σκυλάκι, και ανταλλάσσουμε δυο κουβέντες. Τον λένε κύριο Κ., και είμαστε φίλοι. Προ μερικών εβδομάδων, μου είχε πει πως αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας, αλλά κάτι έγινε και δεν μπορέσαμε να πούμε περισσότερα. Έκτοτε, όλο θέλω να τον ρωτήσω λεπτομέρειες, και όλο το αμελώ. Ή συνήθως έρχονται κι άλλοι δίπλα μας με τα σκυλιά τους και μιλάμε όλοι μαζί. Εχθές όμως ήμασταν μόνοι, οπότε τον ρώτησα πώς είναι καθώς περνούσε, και έτσι, αφού κοντοστάθηκε και το σκέφτηκε για μια στιγμή, ήρθε και έκατσε δίπλα μου, και μου τα είπε. Μαζί όμως με τα νέα για την υγεία του, μου έδωσε και ένα μεγάλο μάθημα ζωής, όπως συνηθίζουμε να το λέμε. Ακούγεται «κάπως» αυτό, ακούγεται υπερβολικό, ίσως και γλυκερό, but frankly, my dear, I don’t give a damn.

Καταρχάς τα νέα του: έχει κυστική ίνωση, μια άσχημη αρρώστια των πνευμόνων από την οποία και θα καταλήξει. Πότε;

«Είναι ζήτημα χρόνου», μου είπε χαμογελώντας. «Κοίτα», λέει, «πραγματικά δεν με νοιάζει. Μπορεί να σου φαίνεται ψέμα, αλλά στ’ αλήθεια δεν με νοιάζει. Έζησα μια καλή ζωή. Γεμάτη και χορταστική. Είμαι εβδομήντα εφτά χρονών, και μά τον Θεό ποτέ μου δεν περίμενα πως θα έφτανα τόσο μεγάλος. Είχα διάφορα προβλήματα υγείας όλα αυτά τα χρόνια, και το γεγονός πως είμαι σήμερα εδώ, ακμαίος και φαινομενικά γερός, και βγάζω το σκυλάκι μου βόλτα κάθε μέρα — α, ούτε στα όνειρά μου.

»Ναι, έζησα καλή ζωή. Δεν έχω κανένα απωθημένο. Μπορεί να είμαι ολιγαρκής, θα έλεγε κάποιος, αλλά αυτό είναι επιλογή μου. Βασικά, κάτι παραπάνω από επιλογή — είναι ο τρόπος μου να ζω, ο τρόπος που εγώ καταλαβαίνω τη ζωή. Το να θέλεις πολλά, πάρα πολλά, όλο και περισσότερα, και να μη σου φτάνουν όσα έχεις, προσομοιάζει περισσότερο με τον θάνατο. Σαν κάτι παραμύθια με πλεονέκτες, ίσως τα θυμάσαι. Να ζεις τόσο λάθος, και να μην μπορείς να εκμεταλλευτείς το δώρο που σου δόθηκε τόσο τυχαία… Τι να πω.

»Εγώ είχα μια μανία με τα ταξίδια. Εδώ στην Ελλάδα, όχι έξω. Λοιπόν, τη γύρισα όλη. Όλη, απ’ άκρη σ’ άκρη. Το μόνο μέρος που δεν είχα πάει, ήταν η Ορεινή Αρκαδία. Το πιστεύεις ότι μού το κρατούσαν κάποιοι φίλοι έκπληξη και με πήγαν φέτος το καλοκαίρι;»

«Τρομερό. Και πώς ήταν; Η Ορεινή Αρκαδία;»

«Καταπληκτικό μέρος. Οπότε πάει κι αυτό, δεν έχω πια κανένα απωθημένο».

«Το τσεκάραμε κι αυτό στη λίστα».

«Ακριβώς». Χαμογέλασε. «Έτσι που λες. Και τώρα κάνω δύο φορές την εβδομάδα μια θεραπεία στο Παπανικολάου. Κρατάει δύο ώρες συνολικά. Αποφάσισα να την κάνω γιατί πράγματι αισθάνομαι καλύτερα κάθε φορά που βγαίνω. Εννοώ, γενικά καλύτερα. Γιατί… ειδικά, όχι και τόσο».

«Λόγω των παρενεργειών;»

«Ναι, ακριβώς. Ζαλάδες κυρίως, ναυτία, και συχνά —συγγνώμη— διάρροιες. Αλλά σού λέω, είμαι της γνώμης πως πρέπει να πηγαίνω, όχι για να καθυστερήσω το μοιραίο —αυτό έλειπε—, αλλά γιατί αλλιώς η περίοδος μέχρι τη στιγμή εκείνη θα ήταν πολύ επιβαρυντική, τόσο για μένα όσο και για τους γύρω μου. Κυρίως για τους γύρω μου… Με πηγαίνει ο γιος μου εκεί, αφήνει για τρεις ώρες τη δουλειά του και έρχεται από το σπίτι και με παίρνει με το αυτοκίνητο ή με ταξί. Δεν μ’ αφήνει να πάρω μόνος μου ταξί, γιατί ποτέ δεν ξέρουμε πώς θα είμαι μόλις βγω από το νοσοκομείο. Μπορεί να χάσω τις αισθήσεις μου και να χτυπήσω, οπότε δεν το διακινδυνεύει. Είναι πολύ καλός. Πολύ καλός. Και η γυναίκα του επίσης. Καταπληκτική οικογένεια. Αλλά και ο άλλος μου γιος είναι εξίσου καλός. Ζει στο εξωτερικό, και κάνει μια εκπληκτική δουλειά. Είμαι πολύ ικανοποιημένος με τα παιδιά μου και με τις οικογένειες που έφτιαξαν. Κυριολεκτικά, τα έχω όλα. Και τα έχω ζήσει για πολλά χρόνια όλα. Φυσικά ξεχωρίζω τη γυναίκα μου πάνω από οτιδήποτε. Όχι μόνο γιατί είναι τόσο καλή, αλλά και γιατί αν δεν υπήρχε εκείνη, δεν θα είχα φτάσει ώς εδώ… και δεν θα είχε και καμιά αξία να έφτανα. Μου στάθηκε πάντα βράχος. Και δεν είναι εύκολο να στέκεται έτσι αγόγγυστα σε έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή τον αγαπάς. Αλλά εκείνη το έκανε. Δεν χρειάζεται να σου πω λεπτομέρειες γιατί θα βαρεθείς και θα γελάς».

«Όχι, πείτε μου».

«Α, για να αφήσω απέξω κάτι λεπτομέρειες, ας πούμε ότι έκανα νεφρεκτομή, ότι έκανα τρία συν τρία μπαλονάκια, και ότι είχα και μια άλλη σπάνια αρρώστια που με ρήμαξε με σαράντα πυρετό για μια ολόκληρη εβδομάδα… Μέχρι που πήρα ένα πειραματικό φάρμακο και έπεσε ο πυρετός».

«Πειραματικό;»

«Ναι, το πιστεύεις;»

«Τρομερό…»

«Πράγματι. Τότε ήταν που είπα στους άλλους ασθενείς φεύγοντας από τον θάλαμο, “Ψηλά το λάβαρο!” Και το λέω ακόμα, είναι το σλόγκαν μου. Και δεν το λέω βέβαια μόνο για θέματα υγείας. Αφορά τα πάντα».

«Ψηλά το λάβαρο…»

«Ναι. Ψηλά το λάβαρο!» Χαμογέλασε και κοίταξε μπροστά, το καφέ που ήταν μισογεμάτο κόσμο. «Έζησα μια καλή, γεμάτη ζωή. Και είχα πάντα, δόξα τω Θεώ, μια δουλειά που μας επέτρεπε να ζούμε αξιοπρεπώς. Δεν μας έλειψε ποτέ τίποτε. Και πάλι, μπορεί να πει κάποιος πως δεν θέλαμε περισσότερα. Λούσα και τέτοια. Ε ναι, δεν θέλαμε. Και το λέω για καλό αυτό, γιατί ΕΙΝΑΙ καλό. Αλλά εν πάση περιπτώσει, ναι, τίποτε δεν μας έλειψε ποτέ, πράγματι. Από την άλλη, δεν έχω καμία περιουσία, κινητή ή ακίνητη».

«Τίποτε;»

«Όχι, τίποτε, το παραμικρό. Πράγμα καλό, γιατί δεν θα έχουν και κανένα λόγο να μαλώσουν τα παιδιά μου σε μερικούς μήνες». Γελάει. «Έτσι και με τον πατέρα μου. Τους είχαν δώσει το κράτος ένα σπίτι όταν ήρθαν πέρα από την Τουρκία, και αυτή ήταν η μόνη του περιουσία. Εμείς ήμασταν τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Μας μάζεψε λοιπόν μια μέρα με τη μάνα μου, και μας λέει: “Αυτό είναι το μόνο που έχουμε στην οικογένεια. Εγώ θα πεθάνω όπου να ’ναι. Το σπίτι θα το πάρει το κορίτσι. Εσείς τα αγόρια κανονίστε τι θα κάνετε, δουλέψτε, βγάλτε λεφτά. Για τις γυναίκες είναι πιο δύσκολα”».

«Για τις γυναίκες είναι πιο δύσκολα».

«Ναι».

«Και το πήρε πράγματι η αδελφή σας; Το σπίτι;»

«Ναι, φυσικά».

«Μαλώσατε τελικά τα αδέλφια; Είχατε θέματα;»

«Όχι, ποτέ. Ήμασταν μια ζωή πολύ αγαπημένοι».

«Ζει τώρα η αδελφή σας;»

«Όχι, μόνο εγώ ζω από τους τέσσερίς μας».

«Μάλιστα».

Κάτσαμε λίγο χωρίς να μιλάμε.

«Εκεί στα Προσφυγικά», είπε ο κύριος Κ. μετά από λίγο, «ήμασταν όλοι φτωχοί, ναι, προφανώς και ήμασταν, αλλά είχαμε πολύ ανεπτυγμένη, πώς να το πω… την αίσθηση της κοινότητας. Να φανταστείς, δεν έτρωγα απαραίτητα στο σπίτι μου το μεσημέρι. Ρώταγα τις γειτόνισσες, “Τι μαγείρεψες, κυρία Μαίρη;” “Τι φαγητό έχεις, κυρία Σουλτάνα;” Κι εκείνες μού λέγανε, και επέλεγα πού θα φάω κάθε φορά».

«Χαχά, σαν εστιατόριο. Σαν ντελίβερι, αλλά ανάποδα».

«Ναι, ναι. Και βέβαια τα δικά τους παιδιά έρχονταν και στο δικό μου σπίτι να φάνε όποτε ήθελαν».

«Φαντάζομαι να είστε εκατό σπίτια στον συνοικισμό, ξέρω γω, και όλα τα παιδιά ένα μεσημέρι να τρώνε σε ξένο σπίτι».

«Μπορεί να έχει συμβεί πράγματι αυτό, ναι. Μπορεί να έχει συμβεί έτσι ακριβώς. Σαν ταινία δεν είναι;»

«Σαν ταινία, ναι».

Κάτσαμε πάλι αμίλητοι για λίγο.

«Ξέρεις, Κυριάκο», μου είπε πάλι μετά από λίγο, «όλοι είμαστε ίσιοι. Αλλά κάποιοι άνθρωποι είναι περισσότερο χρήσιμοι από εμάς για τον κόσμο. Περισσότερο χρήσιμοι. Επιστήμονες, ας πούμε. Πολιτικοί. Άλλοι. Και όμως πεθαίνουν. Όπως πεθαίνουν και τα παιδιά. Δεν είναι άδικο; Όχι που πεθαίνουν όλοι αυτοί, αλλά να κλαιγόμαστε εμείς για τον δικό μας θάνατο, ειδικά όταν έχουμε ζήσει τόσο μακριά ζωή, και τόσο ευτυχισμένη, και γεμάτη, και πλήρη. Κοίτα με: έφτασα εβδομήντα εφτά χρονών. Κρατάμε με τη γυναίκα μου τα εγγόνια μας από τον γιο μας που είναι εδώ, και το βράδυ που έρχονται με τη νύφη μου πτώματα από τη δουλειά και οι δυο τους να τα πάρουν, κάθονται μια ώρα μαζί μας και μιλάμε. Υπάρχει καλύτερο από αυτό;»

«Ναι, καταλαβαίνω».

«Ναι, δεν υπάρχει. Εβδομήντα εφτά. Και χωρίς να μου λείπει τίποτε. Ξέρεις, γεννήθηκα το ’47, και τότε είχε μεγάλη φτώχεια. Πολύ μεγάλη, σε όλο τον κόσμο. Ξέρεις πότε αγόρασα κανονικό ζευγάρι παπούτσια για πρώτη φορά στη ζωή μου;»

«Πότε;»

«Το 1965, όταν έγινα δεκαοχτώ. Μέχρι τότε είχα μια ζωή το ίδιο ζευγάρι, και άλλαζα μόνο τη σόλα όταν ξέφτιζε: ήταν από χαρτόνι».

«Από χαρτόνι;»

«Ναι».

«Κι όταν μεγάλωνε το πόδι;»

«Έκοβα μεγαλύτερο το χαρτόνι».

Γελάσαμε. Μετά από λίγο, αναστέναξε.

«Ναι», είπε, «έζησα μια καλή, πλήρη ζωή. Έχω μια γυναίκα που πάντα εμπιστευόμουν απολύτως, όπως και εκείνη εμπιστευόταν εμένα. Αυτό, νομίζω, είναι το πιο βασικό — αυτό που κρατάει μια σχέση: η εμπιστοσύνη. Και η επικοινωνία βέβαια. Να μιλάτε, και να ξέρετε πως αυτά που λέτε ισχύουν. Ε, εγώ τα είχα αυτά, από μικρός. Και τα έχω ακόμη».

Το σκυλάκι του γκρίνιαξε λίγο, γιατί βαρέθηκε να κάθεται στο σιντριβάνι, και ανέβηκε στο γόνατό του κοιτώντας τον στα μάτια.

«Είμαι έτοιμος να φύγω», μου είπε, και σηκώθηκε. Και δεν εννοούσε να φύγει από το σιντριβάνι.

«Ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό το δώρο», του είπα.

«Εγώ ευχαριστώ. Καλό βράδυ. Και: ψηλά το λάβαρο!»

«Ψηλά το λάβαρο», επανέλαβα κι εγώ, «ναι, ψηλά το λάβαρο».

H εικόνα είναι φτιαγμένη με το πρόγραμμα ΤΝ Bing.