Life

Απαρατήρητοι, στο πνεύμα των Γιορτών

«Μήπως είμαστε μόνο εμείς; Στα νοσοκομεία τι γίνεται; Στις μεταφορές; Στα εστιατόρια και στα κέντρα διασκέδασης; Είναι πολλοί αυτοί που κάνουν γιορτές στο πόστο τους. Απλώς δεν τους προσέχει κανείς»

Αγγελική Σπανού
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δύο από τους «Απαρατήρητους» (ΠΟΛΙΣ) της Αγγελικής Σπανού, η ταμίας στο σουπερμάρκετ και η κυρία στα διόδια, μας λένε μια καινούργια ιστορία.

Ψώνια 
Τέτοιες μέρες έχει πολύ κόσμο στο σουπερμάρκετ. Χαμός γίνεται. Την παραμονή κλείσαμε στις 9 το βράδυ. Και δεν πήραμε ανάσα. «Χτυπούσαμε» συνέχεια προϊόντα στο ταμείο. Είναι σαν όλοι να έχουν αφήσει τα ψώνια τους επίτηδες για την τελευταία στιγμή. Ψωνίζουν σαν να μην υπάρχει αύριο. Βιάζονται και επειδή βιάζονται εκνευρίζονται, αγριεύουν. Γίνονται επιθετικοί αν νομίσουν ότι είσαι αργή και τους καθυστερείς. Λες και φταις εσύ που έχει τόσο κόσμο και περιμένουν στην ουρά. Μάλλον δεν ξέρουν ποιος τους φταίει αλλά εσύ είσαι η πιο βολική για να βγάλουν πάνω σου το άχτι τους. Μια ταμίας που δεν ξέρουν καν το όνομά της. Μήπως θα σε ξαναδούν; Κι αν σε ξαναδούν, θα σε θυμούνται;
Οι περισσότεροι δεν λένε ούτε «χρόνια πολλά». Βλέπεις κάτι κυρίες με χτενισμένο μαλλί στο κομμωτήριο, που έρχονται για να ψωνίσουν για το γιορτινό τραπέζι. Κρασιά, κρουτόν, κόκκινες χαρτοπετσέτες, τυριά για το τέλος, αμέσως το καταλαβαίνεις ότι θα έχουν δείπνο στο σπίτι. Αυτές είναι συνήθως οι χειρότερες. Το παίρνουν πολύ σοβαρά. Έχουν πολλά να κάνουν μετά, μαγειρέματα και τα σχετικά, και δεν θέλουν να χάσουν ούτε λεπτό. Οπότε σε βλέπουν κάπως σαν εχθρό αν, ας πούμε, κολλήσει το μηχάνημα με τις κάρτες και αργεί να βγει η απόδειξη. Είναι και κάποιες που έρχονται μαζί με την οικιακή βοηθό, αλλοδαπή συνήθως. Σέρνει αυτή το καρότσι και κουβαλάει τις σακούλες, ενώ η κυρία απλώς διαλέγει προϊόντα. Και πλούσια να ήμουν αυτό δεν θα το έκανα. Θα της έδινα άδεια να περάσει τις γιορτές με την οικογένειά της ή με τους συμπατριώτες της, αν δεν είναι οι δικοί της εδώ. Μέρες αγάπης δεν είναι; ΄Η αγάπης μόνο για τους ανθρώπους μας; Δηλαδή για τον εαυτό μας; 

Τους φτωχούς τους καταλαβαίνεις αμέσως. Αγοράζουν λίγα πράγματα, μετρημένα. Ό,τι πιο φτηνό βρουν, για να κάνουν το γιορτινό τραπέζι. Δεν θα τους δεις να πάρουν συσκευασμένη σαλάτα ή κουκουνάρι, ρόδι και τέτοια πράγματα. Τα βασικά μόνο. Ούτε αναψυκτικά δεν παίρνουν. Ούτε τυριά. Φέτα μόνο. Χωρίς ετικέτα. Δεν κάνουν καθόλου φασαρία στο ταμείο. Βιάζονται κι αυτοί, αλλά μάλλον για να περάσουν απαρατήρητοι. Για να μην τους σχολιάζουν οι πίσω με τα πολλά τα ψώνια. Ειδικά αν έχουν παιδάκια που γκρινιάζουν γιατί θέλουν σοκολάτες και μπισκότα. Όλα τα παιδάκια κάτι θέλουν. Αν δεν μπορείς να τους το πάρεις μην τα φέρεις καλύτερα στο σουπερμάρκετ. Θα ζοριστείς. Αλλά αν δεν έχεις πού να τα αφήσεις, τι να κάνεις. Οπου φτωχός και η μοίρα του δεν λένε; 
Όλα δύσκολα γίνονται, αν δεν βγαίνεις οικονομικά. Εγώ, ας πούμε, και να μη δούλευα μέχρι το βράδυ δεν θα μπορούσα να βγω την παραμονή. Πού να πάω δηλαδή; Στα μπουζούκια ή σε μπαρ; Τα λεφτά μιας βδομάδας θα χρειαζόμουν. Και αν έπρεπε να πάρω κανένα ρούχο ή να πάω κομμωτήριο, παραπάνω. Και σε σπίτι να ήμουν καλεσμένη, σε ρεβεγιόν, κάτι θα πρεπε να τους πάρω, δεν πας με άδεια χέρια. Οπότε καλύτερα σπίτι. Η κόρη μου είναι στον πατέρα της. Έχει μεγαλύτερη άνεση αυτός, καλύτερα θα περάσει. Εγώ με τη μάνα μου θα φάω. Θα ’χει μαγειρέψει κιόλας, θα πιούμε ένα κρασάκι, χύμα από την ταβέρνα απέναντι, θα δούμε τηλεόραση, τα γιορτινά, θα περάσει η ώρα. 
Η μάνα μου θέλει να της λέω πώς ήταν η μέρα στο σούπερμάρκετ. Εγώ δεν έχω διάθεση, βαριέμαι, αλλά εκείνη επιμένει. Πιο πολύ ρωτάει αν είδα γεροντάκια μόνα τους. Τι ψώνιζαν, αν μου ευχήθηκαν, αν ήταν λυπημένοι. 
Ο κ. Στέφανος έρχεται πάντα μόνος του. Θα ’ναι χήρος. Νοικοκύρης. Φαίνεται απ’ τα ψώνια του ότι τα βολεύει μόνος του στο σπίτι. Σήμερα ήρθε λίγο πριν το κλείσιμο, ένα κρασί πήρε μόνο, σαν να ήταν ανάγκη να πιει κάτι απόψε. Φορούσε κόκκινη γραβάτα, πλεκτή, Του χαμογέλασα. Σαν να κατάλαβε τι σκέφτηκα και μου ’πε μόνος του «μέρα που είναι…»


Ρέστα 
Κάποιος πρέπει να δουλέψει. Δεν γίνεται αλλιώς. Επειδή είναι παραμονή ή ανήμερα θα περνάνε τα αυτοκίνητα χωρίς να πληρώσουν διόδια; Καμία εταιρεία δεν θα το δεχόταν αυτό.  Αν το πνεύμα των Χριστουγέννων οδηγούσε στο «δωρεάν», δεν θα έμπαινε ο μισθός μας στο τέλος του μήνα. Απλά είναι τα πράγματα. 
Μήπως είμαστε μόνο εμείς; Στα νοσοκομεία τι γίνεται; Στις μεταφορές; Στα εστιατόρια και στα κέντρα διασκέδασης; Είναι πολλοί αυτοί που κάνουν γιορτές στο πόστο τους. Απλώς δεν τους προσέχει κανείς, αν δεν είναι ένας από αυτούς. Περνάμε απαρατήρητοι. 
Η δουλειά τις αργίες πληρώνεται παραπάνω. Πολύ παραπάνω. Τα τελευταία χρόνια μας τα δίνουν σε επιπλέον ρεπό. Υποχρεωτικά ρεπό. Δεν μας αρέσει αυτό. Κανείς δεν θέλει να ξεκουραστεί αν αυτό έχει κόστος για την τσέπη του. Αλλά τέλος πάντων, δεν διαλέγεις. Ό,τι αποφασίσουν οι πάνω. Δεν ρωτάνε, ανακοινώνουν. Και πάλι καλά να λέμε που έχουμε δουλειά. Και καλή δουλειά. Καθόμαστε, δεν ιδρώνουμε. Στη ζέστη είμαστε, δεν υποφέρουμε όταν έχει παγωνιά. Οταν βρέχει πολύ και ανοίγεις το παραθυράκι για να πάρεις τα κέρματα και να δώσεις την απόδειξη μπορεί να έρθει το νερό πάνω σου, αλλά μέχρι εκεί.

Είναι καλή δουλειά, τι να λέμε τώρα. Αν δεν υπήρχε, θα χαμε δράματα στο σπίτι. Εγώ στηρίζω την οικογένεια. Ο άντρας μου δούλευε σε αντιπροσωπεία αυτοκινήτων που έκλεισε. Τώρα πήρε πάλι τα πάνω της η αγορά αυτοκινήτου αλλά ποιος θα προσλάβει έναν 55άρη; Κάνει δουλειές από δω κι από κει, για ψίχουλα, φύλακας στο κολυμβητήριο του δήμου αυτή την περίοδο. Μόνο τα έξοδά του βγάζει. Και την τροφή της Ραλλούς. Τον γιο τον έχω στην πλάτη μου εγώ. Κι όλο ζητάει. Από το καλοκαίρι κόλλησε με το τένις. Μόνο τον εξοπλισμό να βάλεις, φτάνει. Αλλά τι φταίει το παιδί; Θέλει να ζήσει. Και να χαρεί. Αν είχε έναν πατέρα γιατρό ή δικηγόρο, με σακάκι και γραβάτα, καλύτερη θα ήταν η τύχη του. Και η δική μου. 
Εντάξει, είναι κάπως μοναχικό. Κάνεις την ίδια κίνηση αμέτρητες φορές και ανταλλάσσεις ελάχιστες κουβέντες. Ανταποδίδεις σε όσους σου πουν «ευχαριστώ». ΄Η λες μόνο πόσα λεπτά λείπουν αν δεν σου έχουν δώσει σωστά τα χρήματα. Τα τελευταία χρόνια, μέσα στην κρίση, κάποιοι έδιναν 500άρικα, για να τα χαλάσουν. Μαύρα, κατάμαυρα προφανώς. Εγώ δεν έχω βρεθεί ποτέ με τέτοια βαριά χαρτονομίσματα στο πορτοφόλι μου. Νομίζω θα με άγχωνε πολύ αυτό. Πού να το δώσεις και ποιος να το πάρει. 

Τώρα τις γιορτές τα λόγια είναι λιγότερα. Πάει ο άλλος κάπου καλοντυμένος, αρωματισμένος, με το δώρο του, το τελευταίο που τον νοιάζει είναι να ευχηθεί στην κυρία στα διόδια. Ελάχιστοι χαιρετάνε. Οι περισσότεροι δεν σε βλέπουν καν. 
Έχω βάψει κόκκινα τα νύχια μου για τις γιορτές. Αλλά δεν νομίζω ότι τα προσέχει κανείς. Εγώ όμως αισθάνομαι καλύτερα που είναι περιποιημένα τα χέρια μου και στο κλίμα των ημερών. 
Φαντάζομαι διάφορα για να περάσει η ώρα. Τρέχει το μυαλό μου. Κάνει παιχνίδια. Φτιάχνει ιστορίες. Τι έκανε η μία οικογένεια πριν μπει στο αμάξι, τι θα κάνει η άλλη όταν φτάσει εκεί πού πάει, αν θα βρουν γκόμενο τα κορίτσια που έχουν τη μουσική στο τέρμα, αν πάει να συναντήσει την κοπέλα του το αγόρι με τη μηχανή - τέτοια. 
Πέρασε ένας εμφανίσιμος κύριος, κουστουμαρισμένος, με καλό αυτοκίνητο, μόνος του. Γιατρός ή δικηγόρος, σίγουρα. Δεν είχε ιατρικό σήμα το αυτοκίνητο, οπότε μάλλον δικηγόρος. Στο πίσω κάθισμα είχε ένα καλάθι με κρασιά. Σε σπίτι θα πήγαινε. Ισως σε κάποια γυναίκα που γνωρίστηκαν πρόσφατα και τον κάλεσε να περάσουν μαζί το βράδυ της παραμονής. Ολα έδειχαν τέλεια πάνω του. Το σακάκι του, το πουκάμισό του, η γραβάτα του, το μούσι του, το άρωμά του που έφτασε μέχρι το κουβούκλιο μου. Στάθηκε πάνω από ένα λεπτό γιατί του έπεσαν τα κέρματα και τα μάζευε από το πάτωμα. Μου είπε «συγνώμη», απάντησα «δεν πειράζει». Δεν ήταν κανείς πίσω του να κορνάρει και μ άρεσε που τον έβλεπα να σκύβει στο πάτωμα, ψάχνοντας κάτω από τη θέση του συνοδηγού. Μου άρεσε που τελικά δεν ήταν τέλειος, έκανε ένα μικρό λαθάκι, μπερδεύτηκε και καθυστέρησε. 
Όταν έφυγε φαντάστηκα ότι μου έπιασε το χέρι την ώρα που του έδινα τα ρέστα με την απόδειξη. Εγώ το τράβηξα απαλά, από αμηχανία, αλλά δεν το άφησε. Άγγιξε τα δάχτυλά μου, κοίταξε τα νύχια μου  και μου ψιθύρισε «ωραίο χρώμα». Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα στην αίσθηση του δέρματός του. Τέντωσα το χέρι μου για να φτάσω το πρόσωπό του, μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου, και να χαϊδέψω τα χείλη του. 
«Είκοσι λεπτά ακόμη». Το επόμενο αυτοκίνητο ήρθε γρήγορα.