Life

Τι κάνουμε όταν... μας στέλνουν κόκορα

Καμιά όρεξη δεν τον είχαμε, μια χαρά θα ήταν ένα κουτί κουρκουμπίνια, αλλά ορίστε που μας έστειλαν κόκορα

Μανίνα Ζουμπουλάκη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι οδηγίες στα σάιτ είναι απλές: Όταν μας στέλνουν ζωντανό κόκορα από το χωριό, εμείς τον σφάζουμε, τον ξεπουπουλίζουμε, τον μαγειρεύουμε και τον τρώγουμε. Ευχαριστώ τον Θεό διαβάζοντας τις οδηγίες, που η πατρίδα μου είναι παραθαλάσσια και άντε να μου στείλει κανείς έναν κοκωβιό π.χ., οπότε τον έχω γλιτώσει τον κόκορα, αλλά κατά πώς φαίνεται πολύς κόσμος βρίσκεται, απροειδοποίητα, με λάιβ κόκορα στα χέρια. Ή μάλλον στο διαμέρισμα, γιατί για να τον πιάσεις τον κόκορα άπαξ και τον βγάλεις από το καλάθι του ΚΤΕΛ, δεν είναι απλό πράγμα...

Έστω λοιπόν ότι φθάνει το καλάθι από το χωριό κι εκεί που περιμένουμε λουκούμια ή γλυκό μελιτζανάκι ή έστω δώδεκα αυγά... πετιέται ένας κόκορας, πολύ τζαναμπέτης, μια κι έφαγε έξι-εφτά ώρες ταξίδι κι έχει τζετ λαγκ. Πηδάει από το καλάθι κοκορίζοντας (δεν είναι κότα ώστε να κακαρίζει), παραπατάει λίγο, μας κοιτάζει με καχύποπτο κοκορίσιο ύφος και χαμηλωμένο κεφάλι, κι έπειτα κουτσουλάει το παρκέ. Γιατί ο μέσος κόκορας έχει έρθει στον κόσμο όχι για να γεννάει αυγά, οπότε θα είχε κάποια χρησιμότητα, αλλά για να κουτσουλάει, να πηδάει κότες και να μας ξυπνάει στις πέντε το πρωί. Επίσης, για να γίνεται κρασάτος στην κατσαρόλα. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα, πιο ζόρικο.

Διαβάζω οδηγίες χειρισμού ενός κόκορα ο οποίος ξημερώνεται ξαφνικά σε διαμέρισμα π.χ. στους Αμπελόκηπους, με ενδιάμεσες παραπομπές σε πολύ ενδιαφέροντα θέματα (ο πόνος στο δεξί χέρι δείχνει ότι έχουμε φυματίωση τελευταίου σταδίου, το νύχι που μεγαλώνει μέσα στο πόδι δείχνει να κόβουμε τα νύχια μας, μια που ποζάρει με το πιπί στη φόρα πιστεύει στο θεό, ένας γυμνός σεφ μαγειρεύει όντως πάρα πολύ γυμνός, κ.λπ. κ.λπ.). Παρ' όλα αυτά, και μετά την εξομολόγηση ενός παίκτη ριάλιτι ότι δεν τρώει ποτέ σαλιγκάρια με την καμία, περνάμε στη διαχείριση του κόκορα:

1. Τον ταΐζουμε μόνον καλαμπόκι, που ρίχνουμε στο πάτωμα για να πιστεύει ότι βρίσκεται στο κοτέτσι. Για να το πιστέψει αυτό, ενώ γλιστράει στο παρκέ, μπλέκεται στη φλοκάτη και χαζεύει τηλεόραση, ο κόκορας είναι πραγματικά κοκορόμυαλος, αλλά οκέι, δεν τον υιοθετήσαμε κιόλας.

2. Τον βγάζουμε στο μπαλκόνι. Εκεί ο κόκορας ξυπνάει από τη νύχτα του θεού και κάνει ΚΙΚΙΡΙΚΟΥ στη διαπασών, με αποτέλεσμα να μας πετάνε παπούτσια από άλλα μπαλκόνια. Κι εμείς να κλαίμε, που ξυπνάμε ΤΟΣΟ νωρίς.

3. Όταν είμαστε έτοιμοι, του βάζουμε το κεφάλι σε ένα χωνί και τον σφάζουμε με κοφτερό μαχαίρι. Εμείς, που δεν έχουμε σφάξει ούτε μύγα, δεν έχουμε ούτε μισό κοφτερό μαχαίρι στο σπίτι, δεν έχουμε ούτε καν χωνί, και επίσης δεν υπήρξαμε ποτέ στη ζωή μας έτοιμοι για τίποτε!

4. Το χωνί πρέπει να είναι μεγάλο, και δεν το έχουμε λέμε. Επίσης ο κόκορας, παρά τη βλακεία του, υποψιάζεται ότι όλα αυτά δεν είναι για καλό, και δεν κάθεται να τον πιάσουμε. Τον κυνηγάμε σε όλο το σπίτι. Κουτσουλάει το Σύμπαν.

5. Εάν και εφόσον τον πιάσουμε, μας γρατζουνάει παντού ΚΑΙ μας κουτσουλάει.

6. Τον κλείνουμε στην αποθήκη ενώ επιστρέφουμε στο ίντερνετ τσιγαρισμένοι και διαβάζουμε περισσότερες πληροφορίες: κάποιος λέει να του δώσουμε τσιπραλέξ για να ζαβλακωθεί και να μας κάτσει, αλλά δεν έχουμε ηρεμιστικά στο σπίτι (εδώ δεν έχουμε χωνί/μαχαίρι) κι αν είχαμε, θα τα παίρναμε εμείς. Άλλος λέει να χτυπήσουμε δυνατά τον κόκορα ώστε να ζαλιστεί – απαπα, ούτε που τον πλησιάζουμε. Άλλος λέει ότι για να κερδίσουμε είκοσι χιλιάδες ευρώ αρκεί να κάνουμε πέντε απλές κινήσεις, που όμως δεν τις καταλαβαίνουμε, με τον κόκορα να μας διαλύει την αποθήκη και τα νεύρα τσατάλια, ενώ ένας παίκτης από (άλλο) ριάλιτι εξομολογείται ότι κάνει σεξ με πολύ κόσμο, άμα του κάτσει ο κόσμος (συχνά δεν του κάθεται όμως. Έτσι, ξέρουμε κι εμείς).

7. Με τούτα και με κείνα, έχουμε εξαντληθεί – ο κόκορας όμως, καθόλου.

8. Κάνουμε την καρδιά μας πέτρα και καλούμε φίλο πολύ μπουτς, βουκολικής προέλευσης, που είχαμε καιρό να δούμε γιατί μια φορά τον είπαμε «βλάχο» και παρεξηγήθηκε, και ο φίλος αρπάει τον κόκορα, μας ρωτάει, «Να τον εσφάξω μια;» κι εμείς που έχουμε συνδεθεί με το ζωντανό λέμε «όοοοοχι, απαπα, πάρ' τον από δω αμέσως!». Ο μπουτς φίλος υπόσχεται να παραδώσει τον κόκορα σε φιλικό κοτέτσι στο Καματερό/Ζούμπερι (ποσοδήποτε), τον χώνει παραμάσχαλα και φεύγει.

Όλη αυτή η περιπέτεια μας έχει αφήσει κουρέλι και κατά-κουτσουλημένους, αλλά με ανακούφιση που ξεφορτωθήκαμε τον παλιο-κόκορα. Για μέρες μετά, μαζεύουμε κουτσουλιές και φτερά από όλο το σπίτι, που μυρίζει φριχτή κοτετσίλα.

Στο μεταξύ ο μπουτς φίλος έχει φάει και χωνέψει τον κόκορα, κρασάτο με κρεμμυδάκια, κοροϊδεύοντας τους φλώρους Αθηναίους που δεν έχουν ιδέα από καλό φαγητό, κι είναι τόσο κλασουάρ που δεν καταφέρνουν να σφάξουν έναν κόκορα, παρά τις σαφέστατες οδηγίες του ίντερνετ.

Στο οποίο εμείς διαβάζουμε τώρα «πώς βγαίνουν οι κουτσουλιές από το ταβάνι» παρασυρόμενοι από μια ξανθιά καλλονή που «ανατρέπει τους νόμους της βαρύτητας» κάνοντας, μάλιστα, σεξ στο ταβάνι, από όπου εμείς παιδευόμαστε ακόμα να βγάλουμε τις κουτσουλιές...