Life

Σκακιστής με τα μαύρα στο Λονδίνο

Το σκάκι είναι σαν το ποδήλατο, δεν ξεχνιέται...

Σταύρος Κωνσταντινίδης
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το 2003 προσκλήθηκα από τον ομότιμο διοικητή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας της Μεγάλης Βρετανίας σε συνάντηση εργασίας στο Λονδίνο. Έφερε τον τίτλο του σερ και ήθελε να μιλήσουμε για τις προτεραιότητες της ελληνικής προεδρίας, όπως μεταβιβάζονταν στη Μ. Βρετανία το επόμενο εξάμηνο, στον τομέα της Πολιτικής Αεροπορίας. Αφού ολοκληρώσαμε τις συναντήσεις εργασίας επί διήμερο, με προσκάλεσε σε δείπνο το βράδυ της τελευταίας μέρας στο ξενοδοχείο Rich. Ήταν comme il faut τύπος, ευγενής, συντηρητικός και λιγο arrogant. Τελειώνοντας το δείπνο μού πρότεινε να πιούμε ένα brandy στο μπαρ. Μέγας bar flyer εγώ, συμφώνησα με χαρά και ξεκίνησα τα ουισκάκια. Σε λίγο με ρώτησε αν ξέρω σκάκι και αν ήθελα να παίξουμε.

Η σκακιστική μου καριέρα είχε ξεκινήσει από παιδί, σε μία σύμπτωση της μοίρας, καθώς η λαϊκή μας γειτονιά, η Ηλιούπολη της Θεσσαλονίκης, είχε την τύχη συμπτωματικά να διαθέτει σκακιστικό σύλλογο. Είχα ξεκινήσει από τα οκτώ μου να παίζω σχεδόν καθημερινά. Μετά από ένα σημείο έγινε μανία. Έπαιζα 50 παρτίδες την ημέρα, διάβαζα βιβλία και μελετούσα ιστορικές παρτίδες των παγκόσμιων πρωταγωνιστών, Φίσερ, Καρπόφ, Κασπάροφ. Ο Σκακιστικός Σύλλογος Ηλιούπολης, της ταπεινής λαϊκής γειτονιάς, έφτασε να παίζει στην Α΄ εθνική μέσα στις οκτώ μεγαλύτερες ομάδες της Ελλαδας. Είχα ήδη εξασφαλίσει την παιδική σκακιέρα της ομάδας, και έτσι έκανα τα πρώτα ταξίδια της ζωής μου στην Αθήνα, παίζοντας με αντίπαλες ομάδες οπως ο Παναθηαναϊκός, οι Αμπελόκηποι, το Ηράκλειο Κρήτης. Καθώς περνούσαν τα χρόνια ανέβηκα στις εφηβικές σκακιέρες και σαν φοιτητής στις μεγάλες αντρικές. Ήμουν σχεδόν επαγγελματίας σκακιστής. Ατομικά είχα υψηλή κατάταξη ΕΛΟ σε πανελλήνια κλίμακα όπως λέγεται, αρχικά υποψήφιος μετρ και μετά μετρ.

Το σκάκι είναι σαν το ποδήλατο, δεν ξεχνιέται. Είχα να παίξω χρόνια. Η σκακιέρα του Ritch Hotel ήταν αριστοκρατική, με μαλακή δερμάτινη υπόβαση και πιόνια ξύλινα και στοιβαρά. Προς έκπληξη του καλού αλλά ερασιτέχνη αντιπάλου, έστησα τα μαύρα αγαπημένα πιόνια αστραπιαία με τα δύο χέρια. Μετά έπαιζα κατακτώντας σταδικά το ξεχασμένο πάθος. Περνούσε όλη η παιδική ηλικία μπροστά μου. Οι μέντορές μου, ο αριστερός Μουντεσίδης, ο μεγάλος Παπαβασιλείου, ψυχρόαιμος και σοβαρός, οι έφηβοι βιρτουόζοι της Τσεχοσλοβακίας, ο λαϊκός Στεφανίδης, ο broutal Τσεκερίδης. Ο συμπαθής Άγγλος συμπαίκτης μου δεν προλάβαινε να αναδιπλωθεί καν. Έχανε όμορφα, ανήμπορα, παραδομένος γλυκά, μέσα στην απρόσμενη απορία του.