Life

Oι Θεσσαλονικείς αγαπούν την πόλη τους

Στα τραπέζια καθόμαστε ώρες ολόκληρες και λέμε ανέκδοτα· επικρατεί ατμόσφαιρα αιωνιότητας.

Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 560
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κάθε φορά που «ανεβαίνω», όπως συνηθίζουμε να λέμε, στη Θεσσαλονίκη κάτι καλό έρχεται από τη θάλασσα – παραφράζω τον τίτλο ενός βιβλίου του Χρήστου Οικονόμου. Συχνά σκέφτομαι ότι εμείς οι Αθηναίοι αγαπάμε τη Θεσσαλονίκη και παίρνουμε τον δρόμο προς το βορρά σε περιπτώσεις μυστικών που πρέπει να παραμείνουν μυστικά, σε περιπτώσεις ερωτικών και οικογενειακών κρίσεων καθώς και επιτακτικών αναγκών για περισσότερη φιλία και περισσότερα γέλια. Οι Θεσσαλονικείς, από την πλευρά τους, μάλλον περιφρονούν την Αθήνα: τη θεωρούν ενδιαφέρουσα για λίγες μέρες αλλά αβίωτη για πολλές. Δεν τους αδικώ – εξάλλου, την περιφρονούμε κι εμείς: οι Θεσσαλονικείς αγαπούν την πόλη τους, εμείς όχι και τόσο.

Ακόμα και η κρίση βιώνεται διαφορετικά στη Θεσσαλονίκη: η πιο γνήσια βαλκανική λαϊκή φιλοσοφία, εκείνη που εικονογραφούσε ο Κουτσουρίτσα, σώζει τους ανθρώπους από τη μελαγχολία. Ίσως πράγματι συντελεί η θάλασσα, το νερό: καθώς περπατάω στην παραλία (που όζει!) ξεχνάω τη μυρωδιά και προσαρμόζομαι σ’ έναν ρυθμό που δεν είναι ο δικός μου· χαζεύω τα σκυλάκια –ποικίλες ράτσες– που χοροπηδάνε δίπλα στα χαλλλαρά αφεντικά τους· πολύ χαλαρά και με βλέμμα που σε εξετάζει από πάνω ώς κάτω κι από κάτω προς τα πάνω («Ποια είν’ αυτή;»). Οι γυναίκες είναι πιο κοκέτες από μας· οι φούστες είναι πιο κοντές, τα τακούνια είναι ψηλότερα.

Όταν επιστρέφω από τη Θεσσαλονίκη είμαι ένα κιλό βαρύτερη: με σφίγγει το μπλουτζίν. Έχω φάει τον περίδρομο και έχω πιει τον άμπακο: στα τραπέζια καθόμαστε ώρες ολόκληρες και λέμε ανέκδοτα· επικρατεί ατμόσφαιρα αιωνιότητας. Κανείς δεν μιλάει για αρρώστιες, θανάτους, φτώχεια, πολιτική, μιζέρια: οι αφηγήσεις αφορούν αστείους και ηρωικούς προγόνους, εκκεντρικούς χαρακτήρες της πόλης, σουρεαλιστικές καταστάσεις (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα κυρίως εξαιτίας της σουρεαλιστικής οπτικής) και αυτοσαρκαστικά παθήματα. Οι αφηγήσεις είναι ζωντανές, σε ιστορικό ενεστώτα: «Και τι γυρίζει και μου λέει; Μπουκάρει λοιπόν...»

Το 2013, για να γράψω ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Σπάνιες γαίες» είχα πάει στο Μουρμάνσκ, στη Βορειοδυτική Ρωσία. Παρά το ακραίο πολικό τοπίο ένιωθα σαν το σπίτι μου: οι άνθρωποι μού θύμιζαν τους Θεσσαλονικείς ακόμα και στο ότι μιλούσαν για τη Χερσόνησο Κόλα όπως μιλούν οι Θεσσαλονικείς για τη Χαλκιδική. Παράδεισος! Μιλλλάμε για τις ωραιότερες αμμουδιές στον κόσμο! Ήταν φιλόξενοι, τους άρεσε το καλό φαγητό (με σάλτσες) και τα σιροπιώδη γλυκά (το «μαύρο», ρωσικό κέικ μού φάνηκε σαν το τσουρέκι με σοκολάτα που τρώμε στον Τερκενλή), έπιναν σαν νεροφίδες και με χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη με τόση δύναμη που μου κοβόταν η αναπνοή.

Όταν διαβάζω τα κείμενα του αγαπημένου μου φίλου Στέφανου Τσιτσόπουλου για τη Θεσσαλονίκη βλέπω μια συγκινητική ταύτιση με την πόλη που δεν βλέπω σε κανένα κείμενο για την Αθήνα: ίσως, μεταξύ άλλων, επειδή στην Αθήνα ήρθαν άνθρωποι από μακρινά χωριά – παραμορφώνοντας, ανεπίγνωστα, την αστικοποίησή της. Ήρθαν άνθρωποι που παρέμειναν ξένοι, που δεν συνετέλεσαν στον εξωραϊσμό της πόλης αλλά που έγιναν συνένοχοι στην καταστροφή της. Τα τελευταία χρόνια η ζωή υποβαθμίστηκε ακόμα περισσότερο: διασχίζουμε την Αθήνα κλείνοντας τη μύτη μας. Καμιά φορά, σκέφτομαι να μετακομίσω στη Θεσσαλονίκη, σ’ ένα δωμάτιο κοντά στη θάλασσα.