TV & Media

Ποιος αποφασίζει ποιοι θα γίνουν πολιτικοί πρωταγωνιστές;

Προβάλλονται κάποιοι άνθρωποι επειδή το κοινό ενδιαφέρεται γι’ αυτούς, ή το κοινό ενδιαφέρεται γι’ αυτούς επειδή προβάλλονται;

Γεωργία Πανοπούλου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πώς τα ΜΜΕ κατασκευάζουν πολιτικούς πρωταγωνιστές: η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού και η δύναμη της προβολής.

Εδώ και μήνες η Μαρία Καρυστιανού προβάλλεται αδιαλείπτως και σε μεγάλη ένταση από όλα τα ΜΜΕ ως πολιτικό πρόσωπο, ενώ δεν είχε ακόμα δημιουργήσει κάποιο κόμμα.

Αντιστοιχούν η ένταση, η διάρκεια και η συστηματικότητα της προβολής της σε κάποιο πραγματικό πολιτικό, θεσμικό ή προγραμματικό περιεχόμενο, ή τα ΜΜΕ κατασκευάζουν εκ των προτέρων πολιτικούς πρωταγωνιστές πριν ακόμη αυτοί περάσουν από τη βάσανο της οργανωμένης πολιτικής πρότασης; Ποιοι άλλοι απλοί πολίτες απολαμβάνουν τόσης προβολής από τα ΜΜΕ για κάθε τους πολιτικό λόγο;

Εννοείται ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα και την ελευθερία να προβάλλει τις θέσεις του με κάθε διαθέσιμο μέσο, και βεβαίως να ιδρύει κόμμα - ακόμα και οι πιο ακραίες ιδέες έχουν θέση στον δημόσιο διάλογο σε μία δημοκρατία. Αξίζει όμως να παρατηρήσουμε τον ρόλο των ΜΜΕ στην προβολή ανθρώπων, η οποία συχνά είναι αντιστρόφως ανάλογη της αξίας που έχουν να προσφέρουν στη χώρα οι άνθρωποι αυτοί, και της ποιότητας των ιδεών που παράγουν.

Δηλαδή, είναι άλλο πράγμα η ελευθερία του Τύπου να επιλέγει πρόσωπα και θέματα, και άλλο η ευθύνη του Τύπου, καθώς η επιλογή αυτή έχει πρακτικά πολιτικές συνέπειες. Η τηλεοπτική και διαδικτυακή προβολή λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κύρους, επομένως η διαρκής παρουσία ενός προσώπου δεν είναι ουδέτερη. Παράγει αναγνωρισιμότητα, κανονικοποιεί την πολιτική του παρουσία και συχνά δημιουργεί την εντύπωση ότι υπάρχει ήδη κοινωνική δυναμική, ακόμη και όταν αυτή δεν έχει μετρηθεί πολιτικά.

Στην πρόσφατη ιστορία έχουμε παραδείγματα έντονης προβολής ανθρώπων που κάθε άλλο παρά ωφέλησαν τη χώρα. Για παράδειγμα, ο Γιάνης Βαρουφάκης, κατ' εξοχήν δημιούργημα των ΜΜΕ, με τακτικό στασίδι σε site μεγάλης επισκεψιμότητας πριν αναγνωριστεί ως asset από τον Αλέξη Τσίπρα.

Τα ΜΜΕ δεν «φτιάχνουν» από μόνα τους κάθε πολιτικό φαινόμενο, μπορούν όμως να του δώσουν δυσανάλογη ταχύτητα, κύρος και ορατότητα. Η διαφορά ανάμεσα σε έναν άνθρωπο που απλώς εκφράζει μία άποψη και σε έναν άνθρωπο που παρουσιάζεται καθημερινά ως εν δυνάμει πολιτικός πόλος είναι τεράστια. Αυτή τη διαφορά την καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό οι μηχανισμοί προβολής.

Ταυτόχρονα όμως, έχουμε και παράδειγμα σιωπηλού αλλά συντονισμένου αποκλεισμού από τα ΜΜΕ ιδεών που θεωρήθηκαν επικίνδυνες: μετά το επεισόδιο Κασιδιάρη στην εκπομπή του Γιώργου Παπαδάκη το 2012 (από όπου βγήκε η έκφραση «έμεινε Παυλόπουλος»), υπήρξε ένα άτυπο κίνημα περιορισμού της παρουσίας στελεχών της Χρυσής Αυγής σε ΜΜΕ, και κυρίως σε τηλεοπτικά πάνελ, ενώ είχαν αρνηθεί και τα στελέχη άλλων κομμάτων να συνυπάρχουν σε εκπομπές. Υπήρξε ένας (μερικός) de facto αποκλεισμός, τον οποίο βέβαια η ίδια η ΧΑ χρησιμοποίησε πολιτικά.

Η περίπτωση της Καρυστιανού βεβαίως δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την περίπτωση της ΧΑ. Η περίπτωση της Χρυσής Αυγής όμως, δείχνει ότι τα ΜΜΕ, όταν θέλουν, μπορούν να εφαρμόσουν άτυπους κανόνες «πολιτικής υγιεινής». Μπορούν να αποφασίσουν ότι η προβολή κάποιων προσώπων δεν προσθέτει κάτι αξιόλογο στον διάλογο. Το ερώτημα είναι γιατί αυτή η ευαισθησία ενεργοποιείται επιλεκτικά και γιατί δεν συνοδεύεται από μία πιο συστηματική συζήτηση για το ποιους αναδεικνύουμε, με ποια κριτήρια και με ποιες συνέπειες.

Τα ΜΜΕ δεν «φτιάχνουν» από μόνα τους κάθε πολιτικό φαινόμενο, μπορούν όμως να του δώσουν δυσανάλογη ταχύτητα, κύρος και ορατότητα

Την ίδια περίπου περίοδο, το κόμμα Δράση προσέφυγε δύο φορές στο ΣτΕ για να διεκδικήσει τηλεοπτικό χρόνο. Το 2009 ζήτησε να ακυρωθεί απόφαση του τότε υπουργού Εσωτερικών Προκόπη Παυλόπουλου για την κατανομή του ραδιοτηλεοπτικού χρόνου στα κόμματα εν όψει των εκλογών, υποστηρίζοντας ότι τα νέα κόμματα αποκλείονταν ουσιαστικά από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ενώ ταυτόχρονα ίσχυε απαγόρευση να προβάλλουν διαφημιστικά μηνύματα ακόμα και με δικούς τους πόρους. Η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια του ΣτΕ η οποία δικαίωσε τη Δράση, αρκετά μετά τις εκλογές βέβαια, άρα χωρίς καμία πρακτική σημασία για την ποιότητα του δημοκρατικού διαλόγου εκείνη την περίοδο. Το ΣτΕ αναγνώρισε ότι η ισότητα στον πολιτικό ανταγωνισμό δεν εξαντλείται στην τυπική δυνατότητα συμμετοχής στις εκλογές, καθώς χωρίς ελάχιστη πραγματική πρόσβαση στον δημόσιο διάλογο, η συμμετοχή γίνεται σε μεγάλο βαθμό προσχηματική. Η πολιτική ισότητα επηρεάζεται ουσιαστικά από την πρόσβαση στην ορατότητα.

Υπήρξε και μεταγενέστερη σχετική κίνηση το 2012. Τότε η Δράση και η Φιλελεύθερη Συμμαχία προσέφυγαν στο ΣτΕ για τον χρόνο προβολής των εκτός Βουλής κομμάτων ενόψει των εκλογών του Μαΐου 2012. Με προσωρινή διαταγή, ο πρόεδρος του ΣτΕ Παναγιώτης Πικραμμένος ζήτησε να εκδοθεί νέα απόφαση για την προβολή διαφημιστικών μηνυμάτων και των εκτός Βουλής κομμάτων – όπως και έγινε. 

Και παρόλο που η περίπτωση αυτή αφορά τη θεσμική διαχείριση του χρόνου προβολής των κομμάτων και δεν προήλθε από στάση των ΜΜΕ, θυμάμαι, ως εκπρόσωπος Τύπου της Δράσης τότε, πόσο πολύ δύσκολη ήταν η πρόσβαση στα μεγαλύτερα ΜΜΕ για τα στελέχη του κόμματος, πέρα από τον υποχρεωτικό χρόνο. Ένα κόμμα μπορεί να έχει λίγα λεπτά προβολής επειδή το προβλέπει μία υπουργική απόφαση, αλλά να παραμένει ουσιαστικά εκτός της καθημερινής πολιτικής συζήτησης. Αντίστροφα, ένα πρόσωπο χωρίς κόμμα, πρόγραμμα, υποψηφίους ή λογοδοσία μπορεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της επικαιρότητας επί μήνες.

Το αβγό έκανε την κότα ή η κότα το αβγό; Προβάλλονται κάποιοι άνθρωποι επειδή το κοινό ενδιαφέρεται γι’ αυτούς, ή το κοινό ενδιαφέρεται γι’ αυτούς επειδή προβάλλονται;

Τείνω να πιστέψω το δεύτερο. Δεν είναι αντικείμενο αυτού του άρθρου να διερευνήσει τους λόγους για τους οποίους διάφορα ΜΜΕ επιλέγουν τα πρόσωπα που θα προβάλλουν, ούτε σε καμία περίπτωση να αμφισβητήσει την ελευθερία που έχουν να το κάνουν. Αξίζει όμως να το παρατηρήσουμε το φαινόμενο και να προβληματιστούμε για το πώς διαμορφώνεται η πολιτική αγορά.