Πολιτικη & Οικονομια

Πειθαρχικός έλεγχος σε βάρος του Βασίλη Φλωρίδη μετά τις αιχμές για τη Δικαιοσύνη

Στον πρόεδρο του ΣτΕ η υπόθεση

Newsroom
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η κόντρα του αντιεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασίλη Φλωρίδη με δικαστές και εισαγγελείς μεταφέρεται πλέον στο ΣτΕ

Στο επίκεντρο πειθαρχικού ελέγχου μπαίνει πλέον ο Βασίλης Φλωρίδης μετά το άρθρο του με τίτλο «Φλέβα Διαφθοράς στη Δικαιοσύνη» και τις έντονες αντιδράσεις που αυτό προκάλεσε στις τάξεις εισαγγελέων και δικαστών.

Ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βασίλης Φλωρίδης, μέσα από το άρθρο του άφησε να εννοηθεί ότι υπάρχει διαφθορά στη Δικαιοσύνη. Αφορμή αποτέλεσε ο χειρισμός συγκεκριμένης δικαστικής υπόθεσης, στην οποία είχε λάβει μέρος και ο ίδιος. Σε αυτήν την υπόθεση εμπλέκεται συγγενικό πρόσωπο εν ενεργεία Υπουργού.

Όπως έγινε γνωστό, το θέμα που έχει δημιουργηθεί με τον Βασίλη Φλωρίδη θα το αναλάβει ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) Μιχάλης Πικραμένος. Ο πρόεδρος του ΣτΕ αναμένεται να ορίσει αντιπρόεδρο του δικαστηρίου, ο οποίος θα αναλάβει τη διενέργεια της έρευνας και την αξιολόγηση των στοιχείων, πριν από τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος.

Σημειώνεται ότι η διαβίβαση της υπόθεσης του Βασίλη Φλωρίδη στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) έγινε από τον υφυπουργό Δικαιοσύνης Ιωάννη Μπούγα, καθώς υπάρχει συγγένεια (σ.σ. αδέλφια) με τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, ο οποίος είναι ο αρμόδιος για την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας κατά ανωτάτων εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών.

Το χρονικό της κόντρας του Βασίλη Φλωρίδη με δικαστές και εισαγγελείς

Πριν από λίγες ημέρες ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλης Φλωρίδης, αδελφός του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη, άφησε αιχμές κατά των συναδέλφων του στον Άρειο Πάγο, με άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή».

Αφορμή της κριτικής αποτέλεσε το βούλευμα που παραπέμπει σε δίκη συγγενή υπουργού, μαζί με άλλους 10 κατηγορούμενους. Στο άρθρο του ο κ. Φλωρίδης εκφράζει την εκτίμηση ότι οι 11 κατηγορούμενοι δεν έπρεπε να οδηγηθούν σε δίκη.

«Χειριζόμενος πλέον την υπόθεση στον Άρειο Πάγο, ύστερα από αίτηση των κατηγορουμένων, ζήτησα την αναίρεση του βουλεύματος του δευτέρου βαθμό και την απαλλαγή τους από τον ίδιο τον Άρειο Πάγο. Όμως το συμβούλιο του Αρείου Πάγου απέρριψε την αναίρεσή μου. Και οι τέσσερις εισαγγελείς που αντιστάθηκαν, κατέγραψαν στα δικαστικά τους κείμενα ένα κοινό βασικό δεδομένο: Ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποτίθεται θεμελίωναν τα εγκλήματα, ήταν σαθρά και δεν μπορούσαν να στηρίξουν τις κατηγορίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για έκφραση κρίσης πίσω από την οποία θα μπορούσε να καλυφθεί ο δικαστής. Ήταν κατασκευή κρίσης» αναφέρει στο άρθρο του, με τίτλο «Φλέβα διαφθοράς στη δικαιοσύνη».

Και προσθέτει: «Το σοκ ήταν μεγάλο και πρώτα από όλα για όσους βρέθηκαν άδικα στη θέση του κατηγορουμένου. Κυρίως γιατί η κατασκευασμένη κρίση έφθασε μέχρι τον Άρειο Πάγο. Μοιάζει να μην υπάρχει πια "έξοδος κινδύνου". Δεν μιλάμε απλά για δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες διαφωνείς, αλλά για την αίσθηση ότι κλείνουν όλες οι πόρτες. Χάθηκε η πίστη τους ότι το δικαστικό σύστημα είναι ικανό να αυτοδιορθώνεται. Και βέβαια η αγωνία τους μεγαλώνει: Τι θα γίνει εάν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση και στη δίκη; Το πιο σκληρό για τον αθώο είναι ότι η ίδια η διαδικασία γίνεται τιμωρία πριν καν δικαστεί, με οικονομικό κόστος, δημόσια έκθεση, αγωνία και χωρίς ελπίδα άμεσης αποκατάστασης».

Σημειώνεται ότι το συγκεκριμένο άρθρο προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία υπογραμμίζει σε ανακοίνωσή της: «Στους δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς που τους σκιάζει ο φόβος και η υποταγή, το σθένος και το ανεπηρέαστο φρόνημα μοιάζουν φωτεινά αστέρια».

Ολόκληρο το άρθρο του Βασίλη Φλωρίδη

«Για τη διαφθορά στις σύγχρονες κοινωνίες γράφηκαν πολλά. Όμως σε κάποιες απ’ αυτές φαίνεται ότι ακόμη δεν έγινε κατανοητός ο βασικός λόγος που πρέπει να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά: Ότι η διαφθορά διαβρώνει ευθέως τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας. Συνεπώς υπονομεύει στην ουσία την πεποίθηση των πολιτών ότι οι κανόνες εφαρμόζονται αμερόληπτα, άρα και την ίδια την εμπιστοσύνη τους.

»Απ’ ό,τι φαίνεται η χώρα μας είναι μια από αυτές. Δυστυχώς, δεν έγινε αντιληπτό από όλους όσοι ασκούν συνταγματικές αρμοδιότητες, ότι όταν ο πολίτης πιστέψει ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με βάση το δίκαιο αλλά με ιδιωτικά συμφέροντα, τότε η υπακοή στον νόμο παύει να στηρίζεται σε πίστη αλλά μεταμορφώνεται σε εξαναγκαστική συμμόρφωση υπό τον φόβο των κυρώσεων. Οι κοινωνίες επηρεάζονται ύπουλα αφού σιγά σιγά αυτό γίνεται κανονικότητα με αποτέλεσμα να κλονίζεται η ισονομία. Μαθαίνουμε τελικά να ζούμε με λιγότερη δικαιοσύνη χωρίς να αντιδρούμε.

»Στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, η διαφθορά επηρεάζει την ίδια την αξιοπιστία της. Ακόμη και μεμονωμένες υποθέσεις εάν φανούν ατιμώρητες ή "καλυμμένες", γεννούν στους πολίτες την αίσθηση πως το σύστημα δεν λειτουργεί ισότιμα. Η νομιμοποίηση περνάει μέσα από την εμπιστοσύνη ότι οι κανόνες της δικονομίας και οι εγγυήσεις που αυτή παρέχει, τηρούνται σταθερά. Αλλιώς κάθε απόφαση μοιάζει ως προϊόν ισχύος και όχι δικαίου. Όταν ριζώνει η ιδέα πως μια σκοπιμότητα μπορεί να υπερισχύσει της αλήθειας, ο πολίτης αρχίζει να θεωρεί ασφαλέστερη την προσωπική διασύνδεση από τη θεσμική θωράκιση.

»Δεν απαιτείται χρηματισμός για να μιλήσεις για διαφθορά στη Δικαιοσύνη. Αρκεί να τεκμηριώνεται εκτροπή της δικαστικής εξουσίας προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος ή κάλυψη προηγούμενης αυθαιρεσίας. Γι’ αυτό το βάρος πέφτει σε κάθε κρίκο ξεχωριστά και όχι συλλήβδην σε όλο το Δικαστικό Σώμα.

»Στην ποινική διαδικασία ειδικότερα, το κρίσιμο ζήτημα είναι να μη χαθεί η αξιοπιστία του δικανικού συλλογισμού. Να μη μένουν σκιές πάνω στην απόδειξη και στην αιτιολόγηση. Όταν η αιτιολογημένη κρίση υποκαθίσταται από σκοπιμότητες, χάνεται το αίσθημα του δικαίου.

»Γράφω αυτό το άρθρο επειδή πρόσφατα χειρίστηκα μία ποινική υπόθεση με έντεκα κατηγορουμένους, όπου η κατηγορία ήταν στην κυριολεξία ανυπόστατη. Μια υπόθεση που, και ύστερα από τριάντα επτά χρόνια υπηρεσίας, με τράνταξε και ταυτόχρονα με τρόμαξε. Η επιμονή στην προώθηση της κατηγορίας παρά την παντελή έλλειψη στοιχείων, μου δημιούργησε σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο των δικαστικών λειτουργών που τη χειρίστηκαν. Ο προβληματισμός μου ενισχύθηκε από το ότι ένας από τους έντεκα κατηγορουμένους ήταν στενός συγγενής εν ενεργεία κυβερνητικού αξιωματούχου.

»Ο εισαγγελέας του πρώτου βαθμού το αντιλήφθηκε ορθά και ζήτησε αιτιολογημένα την αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η αρχειοθέτηση όμως δεν εγκρίθηκε από τον εισαγγελέα του δεύτερου βαθμού και ζήτησε να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος τους. Σε επόμενο στάδιο, άλλος εισαγγελέας του δεύτερου βαθμού έκανε δεκτή την προσφυγή κατά της παραπομπής τους και πρότεινε και πάλι την αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επέστρεψε στον πρώτο βαθμό όπου ο εισαγγελέας διαφώνησε με την απαλλακτική κρίση του εισαγγελέα του δεύτερου βαθμού και τελικά το δικαστικό συμβούλιο αποφάσισε την παραπομπή των έντεκα κατηγορουμένων σε δίκη. Στη συνέχεια άλλος εισαγγελέας του δεύτερου βαθμού άσκησε έφεση υπέρ των έντεκα κατηγορουμένων ζητώντας την απαλλαγή τους από κάθε κατηγορία. Το συμβούλιο του δεύτερου βαθμού δεν έκανε δεκτή την έφεση και επικύρωσε την παραπομπή τους.

»Χειριζόμενος πλέον την υπόθεση στον Άρειο Πάγο, ύστερα από αίτηση των κατηγορουμένων, ζήτησα την αναίρεση του βουλεύματος του δευτέρου βαθμό και την απαλλαγή τους από τον ίδιο τον Άρειο Πάγο. Όμως το συμβούλιο του Αρείου Πάγου απέρριψε την αναίρεσή μου.

»Και οι τέσσερις εισαγγελείς που αντιστάθηκαν, κατέγραψαν στα δικαστικά τους κείμενα ένα κοινό βασικό δεδομένο: Ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποτίθεται θεμελίωναν τα εγκλήματα, ήταν σαθρά και δεν μπορούσαν να στηρίξουν τις κατηγορίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για έκφραση κρίσης πίσω από την οποία θα μπορούσε να καλυφθεί ο δικαστής. Ήταν κατασκευή κρίσης.

»Το σοκ ήταν μεγάλο και πρώτα από όλα για όσους βρέθηκαν άδικα στη θέση του κατηγορουμένου. Κυρίως γιατί η κατασκευασμένη κρίση έφθασε μέχρι τον Άρειο Πάγο. Μοιάζει να μην υπάρχει πια «έξοδος κινδύνου». Δεν μιλάμε απλά για δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες διαφωνείς, αλλά για την αίσθηση ότι κλείνουν όλες οι πόρτες. Χάθηκε η πίστη τους ότι το δικαστικό σύστημα είναι ικανό να αυτοδιορθώνεται. Και βέβαια η αγωνία τους μεγαλώνει: Τι θα γίνει εάν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση και στη δίκη; Το πιο σκληρό για τον αθώο είναι ότι η ίδια η διαδικασία γίνεται τιμωρία πριν καν δικαστεί, με οικονομικό κόστος, δημόσια έκθεση, αγωνία και χωρίς ελπίδα άμεσης αποκατάστασης.

»Χρησιμοποίησα τη λέξη «φλέβα» γιατί οι φλέβες καταλήγουν στην καρδιά του οργανισμού. Κι όταν η φλέβα είναι μολυσμένη, η βλάβη δεν μένει τοπικά, φτάνει στον πυρήνα. Στην περίπτωσή μας αυτός ο πυρήνας είναι το κράτος δικαίου. Όταν πλήττεται η εμπιστοσύνη των πολιτών, κλονίζεται η νομιμοποίηση της δικαιοσύνης. Για αυτό οφείλουμε όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί να υπηρετούμε το κράτος δικαίου απαρέγκλιτα, χωρίς εκπτώσεις και υποχωρήσεις.

»Για αυτό και απαιτείται διαφάνεια στις διαδικασίες, αιτιολογημένες αποφάσεις, έλεγχος από αρμόδια όργανα, πραγματική λογοδοσία. Κανείς και σε κανένα βαθμό της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να μένει ανεξέλεγκτος. Όλοι πρέπει να λογοδοτούν.Θέλω, τέλος, να μοιραστώ με όλους μας, τους δικαστικούς λειτουργούς και ιδιαίτερα στους νεώτερους συναδέλφους, κάτι που συνειδητοποίησα όλα αυτά τα χρόνια: Η πόρτα της διαφθοράς ανοίγει πάντα από μέσα».

Η ανακοίνωση - απάντηση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στο άρθρο του Βασίλη Φλωρίδη

«Σε άρθρο του χθες ο Αντεισαγγελέας ΑΠ, Βασίλειος Φλωρίδης, αναφέρθηκε σε φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη, σε κατασκευασμένες δικαστικές κρίσεις, επειδή δικαστές σε Πρωτοδικείο, Εφετείο και Άρειο Πάγο παρέπεμψαν σε δίκη με βούλευμα τον γιο υπουργού της κυβέρνησης!

»Δεν εξετάζουμε εδώ -ούτε έχουμε άλλωστε τέτοια αρμοδιότητα ούτε και γνώση της δικογραφίας- την ουσία της υπόθεσης. Το πρωτοφανές όμως στα ιστορικά χρονικά γεγονός να καταφέρεται έτσι ανώτατος δικαστικός λειτουργός κατά όλων των συναδέλφων του που συμμετείχαν στα δικαστικά συμβούλια, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο. Και μάλιστα εισαγγελικός λειτουργός ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση στο στάδιο της αναίρεσης και η πρότασή του για απαλλαγή των κατηγορουμένων απορρίφθηκε ομόφωνα από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.

»Είναι ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός που σε παλαιότερο άρθρο του στο Βήμα έγραφε ότι "οι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν συγγενικά πρόσωπα με ενεργή ενασχόληση στην πολιτική πρέπει να απέχουν από τον χειρισμό υποθέσεων στα οποία εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα –οι τιμιότεροι όλων κι αν είναι" (Άρθρο στην εφημερίδα Το Βήμα με τίτλο "Περί διαφθοράς (πάλι) ο λόγος", 14.05.2016). Σε ένα Κράτος Δικαίου, που απαιτεί το σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων από κάθε πολίτη, κανείς δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός δεν δικαιούται αυτού του είδους την ασυλία, όσο ισχυρός κι αν νιώθει, όποιο όνομα και αν φέρει.

»Οι δικαστές που ασχολήθηκαν με την υπόθεση γνωρίζαμε πως διαθέτουν υψηλό επιστημονικό επίπεδο. Απέδειξαν ότι διαθέτουν και ακλόνητο δικαστικό φρόνημα. Και αν για σας κ Εισαγγελέα είναι "οι φλέβες της διαφθοράς", για μας είναι η ψυχή του Δικαστικού Σώματος και η συλλογική μας περηφάνεια. Στις φλέβες λοιπόν της κοινωνίας έχει διαχυθεί το δηλητήριο ενός "θεσμικού" ολοκληρωτισμού ο οποίος επιχειρεί να ισοπεδώσει ηθικά οποιαδήποτε διαφορετική αντίληψη αποδίδοντας της εύκολα το στίγμα της διαφθοράς.

»Και όπως εύκολα πέρασε το δηλητήριο από "μαχητικούς" δικηγόρους έτσι εύκολα περνάει και από "αδιάφθορους" εισαγγελικούς λειτουργούς. Στο δηλητήριο αυτό η κοινωνία αποκτά διαρκώς και μεγαλύτερη ανοσία θεωρώντας μάλλον ηρωισμό τέτοιου είδους "αντισυμβατικό" λόγο. Στους δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς που τους σκιάζει ο φόβος και η υποταγή, το σθένος και το ανεπηρέαστο φρόνημα μοιάζουν φωτεινά αστέρια».