- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Α. Σκέρτσος: Γιατί διαφέρει η πολιτική κατάσταση της Ελλάδας από αυτήν της Γερμανίας;
Tη θέση ότι δεν υπάρχει μία ενιαία πολιτική τάση που οδηγεί ολόκληρη την Ευρώπη προς τα άκρα, διατύπωσε ο υπουργός Επικρατείας
Τα πολιτικά άκρα συνδέονται με την αδυναμία των κυβερνήσεων να απαντήσουν στα προβλήματα των πολιτών, υποστηρίζει ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος
Στις διαφορετικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούν σήμερα σε Ελλάδα και Γερμανία αποδίδει ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος τη διαφορετική εικόνα που παρουσιάζουν τα δύο πολιτικά συστήματα, σχολιάζοντας τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στη Γερμανία και την ενίσχυση κομμάτων στα άκρα του πολιτικού φάσματος.
Σε ανάρτησή του στο Facebook, ο Άκης Σκέρτσος υποστηρίζει ότι τα αποτελέσματα στη Γερμανία πρέπει να εξεταστούν μέσα στο συγκεκριμένο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον της χώρας και όχι ως απόδειξη μιας ενιαίας πολιτικής μετατόπισης ολόκληρης της Ευρώπης.
Κατά τον ίδιο, παράγοντες όπως η πολιτική αστάθεια, οι πιέσεις στη γερμανική οικονομία, η αποβιομηχάνιση, η ανεργία, οι δυσκολίες ενσωμάτωσης μεγάλων μεταναστευτικών πληθυσμών και οι επιπτώσεις τους στην κοινωνική συνοχή εξηγούν σε σημαντικό βαθμό τις διαφορετικές πολιτικές τάσεις που καταγράφονται.
Στο ίδιο πλαίσιο σημειώνει ότι, κατά την εκτίμησή του, οι πολιτικές δυνάμεις των άκρων ενισχύονται όταν οι κυβερνήσεις δεν καταφέρνουν να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα προβλήματα των πολιτών.
Ο Άκης Σκέρτσος παραθέτει σειρά οικονομικών και κοινωνικών δεικτών για την περίοδο 2019-2026, επιχειρώντας να εξηγήσει τη διαφορετική πολιτική εικόνα των δύο χωρών.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο υπουργός Επικρατείας και στο μεταναστευτικό, εκτιμώντας ότι οι πιέσεις που ασκούνται σήμερα στη γερμανική κοινωνία είναι διαφορετικές από εκείνες που καταγράφονται στην Ελλάδα.
Για τη Γερμανία επισημαίνει ότι η διαδοχή διαφορετικών κυβερνητικών σχημάτων συνεργασίας επηρέασε τη συνέχεια και την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής.
Ο ίδιος διευκρινίζει πάντως ότι η σύγκριση δεν αποσκοπεί στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα έχει συνολικά καλύτερες οικονομικές επιδόσεις ή υψηλότερο επίπεδο διαβίωσης από τη Γερμανία.
Καταλήγοντας, θέτει ως βασικό κριτήριο πολιτικής αποτελεσματικότητας τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης να βελτιώνει τις συνθήκες ζωής και να ενισχύει την προσδοκία των πολιτών για το μέλλον.
Η ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου
Τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στη Γερμανία που πριμοδοτούν τα πολιτικά άκρα στα δεξιά και στα αριστερά εύλογα προβληματίζουν, όχι μόνο για το μέλλον της Γερμανίας αλλά και για το μέλλον της Ευρώπης.
Πριν προχωρήσουμε, ωστόσο, σε πρόχειρα πολιτικά συμπεράσματα και γενικεύσεις ως προς το τι σημαίνουν τα αποτελέσματα αυτά για την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι σημαντικό να αξιολογήσουμε κάποια κρίσιμα δεδομένα που διαμορφώνουν το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνεται και η ψήφος των πολιτών.
Η πολιτική αστάθεια, η πορεία της οικονομίας, η αποβιομηχάνιση και η ανεργία που αυτή φέρνει μαζί της, η δυσκολία ένταξης μεγάλων μεταναστευτικών πληθυσμών και οι τριγμοί που δημιουργούνται στην κοινωνική συνοχή, είναι παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν γιατί η Γερμανία του 2026 δεν παρουσιάζει την ίδια πολιτική και οικονομική κατάσταση με την Ελλάδα του 2026.
Άλλωστε, πριν βάλουμε τις ταμπέλες του «κέντρου», της «δεξιάς» ή της «αριστεράς» στην πολιτική, οφείλουμε να εξετάσουμε πρώτα και πάνω από όλα κατά πόσο είναι αποτελεσματική.
Διότι τα πολιτικά άκρα βρίσκουν περισσότερο χώρο στις κοινωνίες όταν οι κυβερνήσεις αδυνατούν να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα προβλήματα που βιώνουν οι πολίτες.
Και, βεβαίως, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι ενώ τα πολιτικά άκρα και οι δυνάμεις του λαϊκισμού έχουν πράγματι την ικανότητα να περιγράφουν εύστοχα και εύληπτα τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα κάθε εποχής, έχουν αποδεδειγμένα αποτύχει ιστορικά να τα διαχειριστούν με αποτελεσματικότητα όταν και όποτε ανέλαβαν κυβερνητικές ευθύνες, οδηγώντας τις χώρες και τις κοινωνίες σε ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα.
Γι’ αυτό και από τη σύγκριση της Ελλάδας με τη Γερμανία την περίοδο 2019-2026 προκύπτουν κάποια πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Στην Ελλάδα, το πραγματικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί κατά 12,2%, ενώ στη Γερμανία κατά 2,2%.
Η ανεργία στην Ελλάδα υποχώρησε από 17,3% το 2019 σε 7,9% σήμερα. Στη Γερμανία κινήθηκε αντίθετα, από 5,5% σε 6,5%.
Στη βιομηχανική παραγωγή, η εικόνα της περιόδου που συγκρίνουμε είναι επίσης διαφορετική: +25% στην Ελλάδα έναντι -12% στη Γερμανία
Ενώ η απασχόληση στη μεταποίηση/βιομηχανία αυξήθηκε κατά 19% στην Ελλάδα και μειώθηκε κατά 7% στη Γερμανία.
Αντίστροφες είναι και οι πιέσεις που ασκεί στη γερμανική κοινωνία το μεταναστευτικό ζήτημα τα τελευταία χρόνια σε σχέση με την Ελλάδα. Με τον πληθυσμό προσφύγων και μεταναστών να έχει αυξηθεί κατά 50% στη Γερμανία συγκριτικά με την προηγούμενη δεκαετία και να έχει μειωθεί κατά 16% στην Ελλάδα.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία διαδραματίζει σε όλα αυτά η πολιτική σταθερότητα. Η σταθερή και αυτοδύναμη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει καταφέρει να διαχειριστεί τα χρόνια αυτά με αποτελεσματικότητα μείζονες κρίσεις και να οδηγήσει την Ελλάδα σε ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από την ΕΕ. Αντίθετα, στη Γερμανία έχουν μεσολαβήσει τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις συνεργασίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εφαρμοζόμενη πολιτική.
Η σύγκριση αυτή δεν γίνεται για να πούμε ότι η Ελλάδα τα πάει καλύτερα από τη Γερμανία. Ούτε για να κρύψουμε τις διαφορές στο επίπεδο ζωής και στα εισοδήματα, που παραμένουν σημαντικές.
Γίνεται για να θυμηθούμε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: οι πολιτικές εξελίξεις δεν μπορούν να αποκοπούν από την πραγματική κατάσταση των κοινωνιών.
Μια κοινωνία που βλέπει την οικονομία της να μεγαλώνει, την ανεργία να υποχωρεί, τις επενδύσεις και την παραγωγή να αυξάνονται και τη χώρα της να αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση έχει διαφορετικές πολιτικές προσδοκίες από μια κοινωνία που αισθάνεται ότι η οικονομική της βάση συρρικνώνεται και ότι το πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να δώσει απαντήσεις.
Γι’ αυτό και χρειάζεται προσοχή πριν βγάλουμε το συμπέρασμα ότι «η Ευρώπη στρίβει προς την ακροδεξιά ή την άκρα αριστερά» ή ότι υπάρχει μία ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική τάση.
Η Ευρώπη δεν είναι μία κοινωνία. Είναι πολλές διαφορετικές κοινωνίες, με διαφορετικές οικονομίες, διαφορετικές προκλήσεις και διαφορετικές πολιτικές απαντήσεις.
Και τελικά, πίσω από τις μεγάλες πολιτικές μετακινήσεις υπάρχει ένα απλό ερώτημα που οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αποφεύγουν: Μπορούν να κάνουν τη ζωή των πολιτών καλύτερη και να τους δώσουν ξανά την αίσθηση ότι το αύριο μπορεί να είναι καλύτερο από το σήμερα;
Εκεί, τελικά, κρίνεται η πολιτική αποτελεσματικότητα.