- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Εγγύς Ανατολή
Πενήντα χρόνια από τη φιλοαραβική στροφή της ελληνικής πολιτικής και διπλωματίας
Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η προσέγγιση του ΠΑΣΟΚ στα αραβικά καθεστώτα, τον μπααθισμό και την αντιδυτική πολιτική.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, μια εποχή όχι λιγότερο ταραγμένη από τη σημερινή —στασιμοπληθωρισμός, εμφύλιος Λιβάνου, τρομοκρατία παλαιστινιακών και φιλοπαλαιστινιακών οργανώσεων (αεροπειρατείες, σφαγές της Αλ-Φατάχ και του Μαύρου Σεπτέμβρη), αριστερή τρομοκρατία, Κόκκινοι Χμερ— ο Ανδρέας Παπανδρέου, αρχικά επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια πρωθυπουργός, άρχισε να αναπτύσσει όλο και στενότερες σχέσεις με τον αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα με το σοσιαλιστικό κόμμα Μπάαθ («Αραβική αναγέννηση»). Το Μπάαθ, όπως όλα τα κινήματα του αραβικού σοσιαλισμού, είχε πολλά στοιχεία εκσυγχρονισμού και υποσχόταν να ανασύρει τον αραβικό κόσμο από την καθυστέρηση και την ισλαμική θεοκρατία. Αλλά οι εσωτερικές τους διαιρέσεις, όπως εκείνη του 1966 μετά το πραξικόπημα της 23ης Φεβρουαρίου στη Συρία, το οποίο προκάλεσε μόνιμη ρήξη ανάμεσα στον συριακό και ιρακινό κλάδο, εξασθένησαν τη δημοκρατική τους φυσιογνωμία: ο αραβικός σοσιαλισμός ταυτίστηκε με μονοκομματικά κράτη, μηχανισμούς ασφαλείας και προσωποπαγείς διοικήσεις που διέφεραν πολύ από τις αρχικές διακηρύξεις.
Το 1957, με το Δόγμα Αϊζενχάουερ, οι ΗΠΑ θέσπισαν πλαίσιο οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης «κατά του διεθνούς κομμουνισμού» στη Μέση Ανατολή
Ήταν στραβό το κλήμα, το έφαγε κι ο γάιδαρος. Ο αραβικός σοσιαλισμός από τους κομματικούς σχηματισμούς του Νάσερ στην Αίγυπτο (Κόμμα της Απελευθέρωσης και Εθνική Ένωση) μέχρι το Μπάαθ στη Συρία και στο Ιράκ μπήκε στο στόχαστρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ως ζήτημα του Ψυχρού Πολέμου: η Ουάσιγκτον φοβόταν ότι ο ριζοσπαστικός αραβικός εθνικιστικός σοσιαλισμός θα επέτρεπε τη σοβιετική επιρροή, θα απειλούσε το εμπόριο πετρελαίου και θα διετάρασσε τις στρατιωτικές βάσεις, τις θαλάσσιες οδούς, τις συμμαχίες και τη σταθερότητα γύρω από το Ισραήλ. Γενικά, οι ΗΠΑ διατελούσαν σε αμηχανία, δεν προσπάθησαν αρκετά να προσεταιριστούν τα εν λόγω καθεστώτα και έκαναν τις συνηθισμένες γκάφες: η απόσυρση της αμερικανο-βρετανικής χρηματοδότησης για το φράγμα του Ασουάν τον Ιούλιο του 1956 συνδέθηκε με την αμερικανική ανησυχία γύρω από τις πρωτοβουλίες του Νάσερ προς το σοβιετικό μπλοκ και οδήγησε μέσα σε λίγες ημέρες στην εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ. Τότε, παρότι οι ΗΠΑ ήθελαν να περιορίσουν τον Νάσερ, αντιτάχθηκαν στη στρατιωτική επιχείρηση της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ, παίζοντας διπλό παιχνίδι, με σκοπό την ανάσχεση του αραβικού ριζοσπαστισμού αλλά και την απόρριψη της παλαιο-αποικιακής πολιτικής που τροφοδοτούσε τον αντιδυτισμό στον αραβικό κόσμο. Το 1957, με το Δόγμα Αϊζενχάουερ, οι ΗΠΑ θέσπισαν πλαίσιο οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης «κατά του διεθνούς κομμουνισμού» στη Μέση Ανατολή, και ένα χρόνο αργότερα η αμερικανική επέμβαση στον Λίβανο (Operation Blue Bat) εντάχθηκε σε αυτό το σχήμα: στήριξη «φιλικού» καθεστώτος απέναντι σε εσωτερική κρίση που διασταυρωνόταν με τον αραβικό εθνικισμό και τον Ψυχρό Πόλεμο.
Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν επανειλημμένως τέσσερα εργαλεία έναντι του αραβικού σοσιαλισμού. Παρουσίαζαν μεγάλο μέρος του ως Δούρειο Ίππο του σοβιετικού μπλοκ· στήριζαν «συντηρητικές» και φιλοδυτικές πολιτικές δυνάμεις (όπλα, διπλωματική κάλυψη)· εφάρμοζαν πολιτική καρότου-μαστίγιου με χρηματοδοτήσεις, δάνεια, τεχνική βοήθεια και κυρώσεις· προχωρούσαν σε έμμεσες ή άμεσες επεμβάσεις όταν έκριναν ότι διακυβεύονταν στρατηγικά συμφέροντα. Με λίγα λόγια, στις χώρες όπου αναπτύχθηκαν εθνικιστικά, αναδιανεμητικά και εκσυγχρονιστικά κινήματα, εκτυλισσόταν τόσο μια διελκυστίνδα μεταξύ Δύσης-ΕΣΣΔ όσο και μεταξύ μετριοπαθών και ριζοσπαστικών δυνάμεων, με τις τελευταίες να χαρακτηρίζονται από έντονο αντιδυτικισμό.
Μετά το 1970, η ιδέα ενιαίας αραβικής γραμμής υποχώρησε και αναδύθηκαν οι ανταγωνισμοί μεταξύ καθεστώτων της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ και των μοναρχιών του Κόλπου
Η περίοδος του Ανδρέα Παπανδρέου συνέπεσε με τη φάση της στρατιωτικοποίησης αυτών των σοσιαλ-αραβικών καθεστώτων, με την επικράτηση της αραβικής τους ταυτότητας έναντι της σοσιαλιστικής. Το 1969, στη Λιβύη, ο Καντάφι ανέβηκε στην εξουσία με πραξικόπημα, το 1970 πέθανε ο Νάσερ και ο αραβικός κόσμος εισήλθε σε φάση μετάβασης από τον εν πολλοίς φωτισμένο νασερικό παναραβισμό σε κατακερματισμένες, κρατικές πολιτικές, με το πετρέλαιο ως βασικό μοχλό ισχύος. Η ιδέα ενιαίας αραβικής γραμμής υποχώρησε και αναδύθηκαν οι ανταγωνισμοί μεταξύ καθεστώτων της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ και των μοναρχιών του Κόλπου.
Ο Ανουάρ αλ-Σαντάτ, που διαδέχθηκε τον Νάσερ, αναθεώρησε τη νασερική κατεύθυνση, τόσο σχετικά με τις σοβιετο-αραβικές σχέσεις όσο και με την «παναραβική επανάσταση» που έπαψε να αποτελεί κοινό σχέδιο των ομοεθνών και ομοθρήσκων. Στο μεταξύ, το καθεστώς του Καντάφι προσπάθησε να εμφανιστεί ως κληρονόμος του νασερικού οράματος και προχώρησε σε ρήξεις με τη δυτική στρατιωτική παρουσία — δικαίως, η αμερικανική βάση Wheelus παραδόθηκε στη λιβυκή κυβέρνηση και ενισχύθηκε ο κρατικός έλεγχος στο πετρέλαιο. Στις δε αραβο-ισραηλινές συγκρούσεις, όπως ήταν φυσικό, τα αραβικά πετρελαιοπαραγωγά κράτη αξιοποίησαν το πετρέλαιο ως γεωπολιτικό εργαλείο μέσω του Οργανισμού Αραβικών Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών (OAPEC). Όμως, την ίδια στιγμή, ο παναραβισμός έχασε τον σοσιαλιστικό του προσανατολισμό, πράγμα που ευνόησε την άνοδο του ισλαμιστικού παράγοντα.
Μια δεκαετία αργότερα, το 1983, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως ηγέτης του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργός, συνήψε επίσημη συμφωνία συνεργασίας με το συριακό μπααθιστικό κόμμα, με κοινό στόχο την αντίσταση στην «παγκόσμια ιμπεριαλιστική πολιτική και στον σιωνιστικό ρατσισμό». Η συνεργασία δεν ήταν απλώς θέαμα, αν και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως δημαγωγός, είχε ταλέντο στις θεαματικές χειρονομίες· υπήρξαν κοινές υπογραφές για συντονισμένες δράσεις καθώς και δημόσιες δηλώσεις στήριξης σε σειρά θεμάτων: το ΠΑΣΟΚ δεν κατήγγειλε τη συριακή παρέμβαση στην Παλαιστινιακή Διοίκηση και τάχθηκε στο πλευρό των Αράβων σε όλες τις διαμάχες τους με το Ισραήλ. Ήδη, τον Σεπτέμβριο του 1976, το νεοϊδρυθέν Σοσιαλιστικό Κίνημα συμμετείχε στους εορτασμούς της επανάστασης της Λιβύης στην πρώτη σειρά της εξέδρας του Μουαμάρ Καντάφι. Αυτοί ήσαν τότε οι φίλοι μας.
Το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ είχε εναρμονιστεί με την αντιδυτική γραμμή της Συρίας, στρέφοντας το βλέμμα στις χώρες του λεγόμενου κινήματος των Αδεσμεύτων, οι οποίες ήταν δορυφόροι της ΕΣΣΔ
Το 1985, σε επίσημη συνέντευξη Τύπου στη Βαγδάτη, ο Παπανδρέου και ο Σαντάμ Χουσεΐν δήλωσαν ότι «το ΠΑΣΟΚ και το Μπάαθ είναι αδελφά κόμματα»· με λίγα λόγια, όπως ανέφερε αργότερα ο υπουργός Τύπου και ΜΜΕ Παρασκευάς Αυγερινός, η Ελλάδα «είχε γυρίσει την πλάτη στη Δύση και κοιτούσε προς την Ανατολή». Στη συνέχεια, τον Μάιο του 1986, ο Σύρος πρόεδρος Χαφέζ αλ-Άσαντ πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα, όπου κατήγγειλε τον «αμερικανικό ιμπεριαλισμό» και συζήτησε με τον Ανδρέα Παπανδρέου τα θέματα της αριστερής τρομοκρατίας, με έμφαση στη συριακή και λιβυκή επιρροή. Τότε, το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ είχε εναρμονιστεί με την αντιδυτική γραμμή της Συρίας, στρέφοντας το βλέμμα στις χώρες του λεγόμενου κινήματος των Αδεσμεύτων, οι οποίες ωστόσο δεν ήταν καθόλου αδέσμευτες· ήταν δορυφόροι της ΕΣΣΔ.
Όλες οι επιλογές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ εκείνη την περίοδο εντάσσονταν στη γεωπολιτική του αντιιμπεριαλισμού και του «Τρίτου Δρόμου», σε συντονισμό με την ΕΣΣΔ, τον αραβικό κόσμο και τις εθνικιστικές εξεγέρσεις που θεωρούνταν σοσιαλιστικές (αλλά δεν ήταν). Σε αυτό το πλαίσιο μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής εκτός του ΝΑΤΟ και της τότε ΕΟΚ εντάχθηκε η προσέγγιση στη Συρία, στο Ιράκ και στη Λιβύη, αντανακλώντας την πραγματική ή αντιληπτή ιδεολογική και πολιτιστική μας συγγένεια με τα μπααθιστικά, αντιδυτικά καθεστώτα: ο παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ ακολουθούσε έναν δρόμο που θα μπορούσε να μας καθηλώσει στην υπανάπτυξη. Εξάλλου, είχαμε όλα τα προσόντα: απουσία δημοκρατικού ήθους, παρελθόν εμφυλίου πολέμου, χριστιανική ορθοδοξία, ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα με ευρύτατη επιρροή στον συνδικαλισμό και στο εποικοδόμημα.
Η προσέγγιση στο Μπάαθ, που είχε ξεκινήσει προτού το ΠΑΣΟΚ αναδειχθεί σε κυβερνητικό κόμμα και αποτελούσε μέρος του προγράμματός του, εξέφραζε την εχθρότητα εναντίον των δυτικών θεσμών, την οποία προσπαθούσε να επιβάλει, όχι χωρίς επιτυχία, το ΚΚΕ. Αλλά, αν και ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε πλείστες παραχωρήσεις στους κομμουνιστές, εκείνοι δεν έπαψαν ποτέ να τον κατηγορούν για «άνθρωπο των Αμερικάνων». Από την πλευρά του, ο Παπανδρέου, προσπαθώντας να τους διαψεύσει, δεν έχανε ευκαιρία να τονίσει την ευνοϊκή χημεία του με τους μπααθιστές δικτάτορες, καθώς και με Άραβες ιδεολόγους όπως ήταν ο Μισέλ Αφλάκ και ο Ζάκι αλ-Αρσούζι, ασχέτως αν αυτά τα άτομα ήταν εμπνευσμένα από τον ιταλικό φασισμό. Το άκρως λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ δεν είχε τέτοιες ευαισθησίες: αδιαφορούσε για το ότι τα καθεστώτα στο Ιράκ και τη Συρία ήταν ριζοσπαστικά, αυταρχικά, εθνικιστικά, μιλιταριστικά και μονοκομματικά — το μείζον για τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν το αντιστάθμισμα στην ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ· στα λόγια τουλάχιστον.
Οι μπααθικές χώρες προσέφεραν άσυλο σε ναζιστές που καταζητούνταν καθώς και σε Άραβες τρομοκράτες και υιοθέτησαν ναζιστικά πρότυπα οργάνωσης του στρατού
Υπενθυμίζω ότι το Μπάαθ κυβέρνησε το Ιράκ το 1963 και ξανά από το 1968 μέχρι το 2003, ενώ στη Συρία διατηρήθηκε από το 1963 μέχρι σήμερα, αν και φυσικά, στο πέρασμα του χρόνου, ο μπααθισμός έχει αλλοιωθεί σε βαθμό που δεν είναι πλέον αναγνωρίσιμος. Αλλά, αν και στις δεκαετίες 1970-1980, ήταν ελκυστικός ως επαναστατική αραβική εθνικιστική ιδεολογία που επεδίωκε την ενοποίηση όλων των διεκδικούμενων αραβικών εδαφών σε ενιαίο αραβικό κράτος, δεν είναι λίγα όσα μπορούμε να του προσάψουμε: ηγέτες όπως ο πρόεδρος της Συρίας Χαφέζ αλ-Άσαντ και ο πρόεδρος του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν ενθάρρυναν την προσωπολατρία, προέβησαν σε εθνοκαθάρσεις και αντικατέστησαν σταδιακά τον σοσιαλιστικό, γραφειοκρατικό παναραβισμό με τον επιθετικό εθνικισμό ο οποίος συμπληρωνόταν από εκτεταμένη διαφθορά. Οι μπααθικές χώρες προσέφεραν άσυλο σε ναζιστές που καταζητούνταν καθώς και σε Άραβες τρομοκράτες όπως εκείνους των Ολυμπιακών του Μονάχου (1972), και υιοθέτησαν ναζιστικά πρότυπα οργάνωσης του στρατού — η συγγένειά τους με τον ναζισμό υπερβαίνει το κοινό στοιχείο του αντιεβραϊσμού, ο οποίος αποτελεί, τρόπον τινά, θεμέλιο της πολιτικής αυτών των κομμάτων.
Αν και ο όρος «φασίστας» χρησιμοποιείται συχνά από πολιτικούς αντιπάλους ως πρόχειρος και πασπαρτού χαρακτηρισμός αποδοκιμασίας, οι θεωρητικοί του φασισμού ανιχνεύουν φασιστικά στοιχεία σε πολλά κόμματα στον κόσμο που δεν αυτοχαρακτηρίζονται φασιστικά. Οι παραλλαγές του Μπάαθ εντάσσονται σ’ αυτό το πλαίσιο. Προς επίρρωση της ιδέας, το Μπάαθ μπορεί να συγκριθεί και να διαπιστωθεί η ομοιότητά του με διάφορα τρομοκρατικά κόμματα στην Ασία και την Αφρική· για παράδειγμα με το «Λαϊκό Μέτωπο για τη Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη» της Ερυθραίας.
Όσο για τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος λίγο έλειψε να μας ρίξει στην αγκαλιά της Μέσης Ανατολής, δεν φαινόταν να πολυενδιαφέρεται για τη φασιστοειδή φύση των τριτοκοσμικών εθνικιστικών κινημάτων και των κομμουνιστικών καθεστώτων: για παράδειγμα, αν και δεν είχε στενή συνεργασία με τον Νικολάε Τσαουσέσκου, δεν είχαν λείψει οι εγκάρδιες δηλώσεις και οι διπλωματικές ανταλλαγές με το ρουμανικό καθεστώς. Ο Παπανδρέου επαινούσε την ανεξαρτησία της ρουμανικής εξωτερικής πολιτικής από τη σοβιετική, παραμερίζοντας το γεγονός της προσωπολατρίας και της καταστολής — όχι ότι ήταν ο μόνος· το ίδιο έκανε η τότε «ανανεωτική» αριστερά.
Η ταύτισή μας με τους Άραβες δημιουργούσε τη βάση για κοινές διακηρύξεις περί «ξέφραγου αμπελιού του ιμπεριαλισμού» και για συνθηματολογικές ψευτοδιαπιστώσεις
Το 1975 και το 1985 ήταν σημαδιακές χρονιές γι’ αυτή τη μάλλον αλλοπρόσαλλη πολιτική. Για δέκα χρόνια κυριαρχούσαν τα κουκουέδικα συνθήματα —«ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», «Έξω οι βάσεις του θανάτου», «Ανεξάρτητη Ελλάδα, των Ελλήνων η Ελλάδα», «Η Ελλάδα στους Έλληνες», «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά»— που υπονοούσαν ότι, όπως πολλές χώρες της Ανατολής, ήμασταν προτεκτοράτο των Ηνωμένων Πολιτειών και έπρεπε να χειραφετηθούμε. Η ταύτισή μας με τους Άραβες δημιουργούσε τη βάση για κοινές διακηρύξεις περί «ξέφραγου αμπελιού του ιμπεριαλισμού» και για συνθηματολογικές ψευτοδιαπιστώσεις («Η Ελλάδα δεν εντάχθηκε στην ΕΟΚ· προσαρτήθηκε») οι οποίες εξήπταν τη λαϊκή αγανάκτηση, τον τοπικισμό και τον επαρχιωτισμό. Το μείγμα συμπληρωνόταν από «αλληλεγγύη» στους λαούς που αγωνίζονταν εναντίον του ιμπεριαλισμού στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και στην Παλαιστίνη — ανεξαρτήτως πώς, πού, γιατί.
Ανάμεσα στις ζημιές που προκάλεσε ο Ανδρέας Παπανδρέου —ο οποίος έχει καταγραφεί ως «αείμνηστος»— ήταν ότι επικρότησε και ίσως επιδείνωσε όλες τις ανατολίτικες νευρώσεις μας, τις προκαταλήψεις, τις εμμονές και τις ιδεοληψίες· δεν διέψευσε, μολονότι θα μπορούσε, τα ιστορικά ψέματα με τα οποία έχουμε σκαρώσει την εθνική μας ταυτότητα και το εθνικό μας μυθιστόρημα. Επιπλέον, μας ενέπλεξε σε άκαρπες συναναστροφές, καθυστερώντας την ένταξή μας στον πολιτισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του σύγχρονου κόσμου. Πενήντα χρόνια αργότερα ο αντίκτυπος αυτής της πολιτικής είναι φανερός σε όλες τις μορφές συμπεριφοράς του σοφού λαού μας.
Κοιτώντας προς την Ανατολή, ο Παπανδρέου πίεζε την τότε ΕΟΚ να βοηθήσει τον καθυστερημένο ευρωπαϊκό Νότο, ιδιαίτερα εμάς που «διαφέραμε» από τις άλλες μεσογειακές χώρες της Κοινότητας
Αλλά ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ήταν από τους πολιτικούς που δεν ξέρουν τι κάνουν ή που αφήνουν τα πράγματα στην τύχη: κοιτώντας προς την Ανατολή, πίεζε την τότε ΕΟΚ να βοηθήσει τον καθυστερημένο ευρωπαϊκό Νότο, ιδιαίτερα εμάς που «διαφέραμε» από τις άλλες μεσογειακές χώρες της Κοινότητας: τα επονομαζόμενα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ) ήταν αποτέλεσμα αυτής της πίεσης. Επρόκειτο για πολυετή, αναπτυξιακά προγράμματα με σκοπό τη βελτίωση των κοινωνικοοικονομικών δομών και την προσαρμογή στις νέες συνθήκες που θα δημιουργούσε η διεύρυνση της ΕΟΚ με την ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Αλλά το τι κάναμε με τα ΜΟΠ είναι μια ακόμα ιστορία που δεν θέλουμε να θυμόμαστε.