Πολιτικη & Οικονομια

Η γενιά της αβεβαιότητας: Γιατί η Gen Z ξενέρωσε με την πολιτική

Τι αποκαλύπτουν στην ATHENS VOICE ο πολιτικός επιστήμονας Γιάννης Μπαλαμπανίδης και ο σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας Γιώργος Τράπαλης

Λουκάς Βελιδάκης
ΤΕΥΧΟΣ 1006
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η σχέση της Gen Z με την πολιτική, τους θεσμούς και τη δημοκρατία - Η γενιά που δεν γνώρισε την οικονομική ασφάλεια, ενημερώνεται από τους αλγόριθμους, αμφισβητεί τους θεσμούς κι απέχει από την κάλπη

Είναι η Gen Z το μεγάλο εκλογικό «τρόπαιο»; Τα κόμματα και οι πολιτικοί ανοίγουν λογαριασμούς στο TikTok, οι επικοινωνιολόγοι στήνουν στρατηγικές για τους «νέους ψηφοφόρους». Κι όμως, τα νούμερα λένε μια άλλη ιστορία - λιγότερο κολακευτική για το πολιτικό σύστημα.

Η αποχή των νέων αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, ενώ σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο οι νέοι ενημερώνονται πλέον κυρίως από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δηλώνουν ότι η ακρίβεια και το κόστος ζωής αποτελούν τη μεγαλύτερη ανησυχία τους. Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς δείκτες καταγράφουν υποχώρηση της εμπιστοσύνης προς τους δημοκρατικούς θεσμούς σε πολλές δυτικές κοινωνίες.

Ζήτησα από δύο ανθρώπους που «διαβάζουν» την ελληνική κοινωνία με διαφορετικά εργαλεία, τον Γιώργο Τράπαλη και τον Γιάννη Μπαλαμπανίδη, να εξηγήσουν τι συμβαίνει.

Οι απαντήσεις τους συγκλίνουν σε ένα σημείο: το πρόβλημα δεν είναι ότι οι νέοι (δεν) ψηφίζουν «λάθος», αλλά ότι έχουν φύγει από το τραπέζι.

Gen Z: Η γενιά που δεν έζησε καλά ποτέ

Πριν φτάσουμε στην κάλπη, πρέπει να καταλάβουμε ποια είναι αυτή η γενιά. Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης περιγράφει τη Gen Z ως τη γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα στην αβεβαιότητα. Σε αντίθεση με τους Millennials και τη Generation X, που πρόλαβαν έστω ένα διάστημα οικονομικής κανονικότητας, οι σημερινοί εικοσάρηδες δεν γνώρισαν ποτέ έναν κόσμο χωρίς κρίσεις. Όπως επισημαίνει, αυτό δημιουργεί μια «κουλτούρα αβεβαιότητας». Οι νέοι σχεδιάζουν τη ζωή τους σε πολύ μικρότερο χρονικό ορίζοντα, καθώς δυσκολεύονται να προβλέψουν ακόμη και το άμεσο μέλλον τους. Η μόνιμη επισφάλεια επηρεάζει όχι μόνο τις επαγγελματικές επιλογές τους, αλλά και τη σχέση τους με την πολιτική.

«Είναι η γενιά η οποία δεν έζησε καλά ποτέ. Αυτή είναι η διαφορά», λέει ο Γιώργος Τράπαλης. Μιλάμε για τους γεννημένους από το 1996 και μετά - παιδιά που μεγάλωσαν σε μια συνθήκη πολλαπλής και αδιάκοπης κρίσης. Οικονομική κρίση, Γρηγορόπουλος, πανδημία, ενεργειακή κρίση, στεγαστική κρίση, πόλεμος στην Ουκρανία, πόλεμος στο Ιράν. Δεν υπήρξε ούτε ένα διάστημα κανονικότητας στη ζωή τους. Η σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές είναι αποκαλυπτική.

«Οι 55άρηδες και πάνω είναι οι γενιές οι οποίες συνεχώς ζούσανε με την προσδοκία της επόμενης καλύτερης μέρας», εξηγεί. Οι σημερινοί 70άρηδες και 75άρηδες, οι boomers, μπήκαν στο πανεπιστήμιο με την πτώση της χούντας «και για 50 χρόνια η κάθε τους μέρα ήταν καλύτερη από την προηγούμενη». Οι σημερινοί 40άρηδες πρόλαβαν έστω μια καλή παιδική ηλικία, αλλά μπήκαν στην αγορά εργασίας το 2009-2010 και «έπαθαν το σοκ της κρίσης». Η Gen Z δεν πρόλαβε ούτε αυτό. «Μια γενιά χαμηλών προσδοκιών, μια γενιά η οποία είναι σκληραγωγημένη, είναι χοντρόπετση σε πολλά πράγματα».

Ο Γιώργος Τράπαλης είναι Αναλυτής Δεδομένων, Πολιτικός Αναλυτής, Founder και Owner της εταιρείας ερευνών Good Affairs

Το ψέμα της «ψήφου των νέων» και το 2% που δεν μετράει

Η συμμετοχή στις εκλογές πέφτει ραγδαία από το 2004 και μετά. «Τότε ο Γιώργος Παπανδρέου έχασε τις εκλογές έχοντας λάβει 3 εκατομμύρια ψήφους. Τώρα 3 εκατομμύρια ψήφους δεν μπορεί να προσεγγίσει το πρώτο κόμμα με τίποτα», θυμίζει ο Τράπαλης. Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε τις προηγούμενες εκλογές με 2,2 εκατομμύρια.

«Ο μέσος ψηφοφόρος είναι 57 χρονών». Οι μισοί από όσους ψηφίζουν στην Ελλάδα είναι πάνω από 57. Στις ηλικίες 17 έως 30, ψηφίζει περίπου το 30% - κι επειδή η ηλικιακή αυτή ομάδα είναι ούτως ή άλλως μικρή, το τελικό της βάρος στο εκλογικό σώμα είναι αμελητέο. «Ψηφίζουν ένας στους 50 από το συνολικό. Δηλαδή 2% του εκλογικού σώματος», υπολογίζει ο Γ. Τράπαλης, σημειώνοντας: «Κάποια στιγμή να τελειώσει το ψέμα για την περίφημη ψήφο των νέων. Η ψήφος των νέων δεν επηρεάζει τίποτα. Και όλοι να πάνε σε ένα κόμμα, δεν μπορούν να το βγάλουν στην κυβέρνηση, δεν μπορούν να το βγάλουν στη Βουλή».

Αυτό εξηγεί και τη στρατηγική των κομμάτων, που στέκονται σταθερά στους συνταξιούχους και στις μεγαλύτερες ηλικίες - στη «βασική πελατεία» τους. Όπως το θέτει, «τα κόμματα, όπως και όλες οι ηγεσίες, στέκονται στο “δώσε μοι σήμερον”». Ακόμα και οι πιο ρομαντικοί πολιτικοί με τους οποίους έχει συνεργαστεί, όταν συζητούν μακρόπνοα σχέδια, καταλήγουν στο ίδιο αδιέξοδο: «Να το κάνουμε αυτό, αλλά θα μου αποδώσει μετά από 15 ή 18 χρόνια. Δεν θα είμαι εδώ στην εξουσία».

Φαύλος κύκλος: τα κόμματα αγνοούν τους νέους γιατί δεν ψηφίζουν, και οι νέοι δεν ψηφίζουν γιατί τα κόμματα τους αγνοούν.

Άπωση, όχι αδιαφορία

Είναι όμως αδιαφορία; Ο Τράπαλης επιμένει σε μια πιο ακριβή λέξη: άπωση. «Κάποιος κατάλαβε πόσο δυνατή λέξη είναι η έλξη στον έρωτα, στα συναισθήματα. Να το ορίσει ως ανάποδο, για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό». Δεν μιλάμε για ανθρώπους που βαριούνται - μιλάμε για ενεργή αποστροφή.

Οι λόγοι είναι δύο: Ο πρώτος είναι το τέλος των ιδεολογιών. Μετά την πτώση του τείχους το 1989, «δεν υπάρχει η σύνδεση της ιδεολογίας με το κόμμα και με τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει ο φανατισμός με την καλή έννοια, δηλαδή ότι εγώ στηρίζω έναν χώρο με ιδεολογική συνέπεια και τον στηρίζω μέχρι τέλους». Τα ποσοστά αλλάζουν εύκολα, και στα κόμματα μένουν μόνο οι σκληροί πυρήνες - άνθρωποι «οι οποίοι για κάποιο λόγο έχουν κάποιο συμφέρον, ενασχόληση με το κόμμα».

Ο δεύτερος λόγος είναι η κατάρρευση του πελατειακού συστήματος. Μέχρι το 2010, η σχέση με ένα κόμμα ενδεχομένως εξασφάλιζε απτά οφέλη. Σήμερα το δημόσιο δεν προσλαμβάνει όπως παλιά και η επιρροή των κομμάτων στον ιδιωτικό τομέα έχει συρρικνωθεί. Χάθηκε δηλαδή και το ρομαντικό κίνητρο και το κυνικό.

Και υπάρχουν τα δεδομένα που δείχνουν το βάθος του προβλήματος. Ο Τράπαλης επικαλείται έρευνα της Good Affairs για τα 50 χρόνια της Μεταπολίτευσης: σε ποσοστά 80-85%, οι γενιές από 40 ετών και κάτω δηλώνουν ότι «σίγουρα οι γονείς μας ζούσανε πολύ καλύτερα, δεν θα ζήσουμε ποτέ όσο καλά οι γονείς μας».

Στην ίδια έρευνα, τα αρνητικά ποσοστά για κόμματα και κοινοβούλιο κινούνται στα ίδια επίπεδα - «ακόμα και για την εκκλησία πολύ χαμηλά». Και πίσω από όλα, μια φράση που συμπυκνώνει τον νέο κοινωνικό μηδενισμό: «Ό,τι και να γίνει, η ζωή μου δεν θα αλλάξει». Στις μετρήσεις εμφανίζεται στο 10-15%, αλλά πιστεύει ότι το πραγματικό ποσοστό είναι σαφώς μεγαλύτερο, γιατί αυτός ο κόσμος «δεν συμμετέχει σε εκλογές, δεν συμμετέχει καν σε δημοσκοπήσεις».

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός αναλυτής, επικεφαλής πολιτικής και κοινωνικής έρευνας Metron Analysis

Αγόρια δεξιά, κορίτσια αριστερά

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης φέρνει στη συζήτηση μια διάσταση που στην Ελλάδα δεν έχει συζητηθεί όσο θα έπρεπε: την έμφυλη διαφοροποίηση. «Στις Ευρωεκλογές του '24 είδαμε τα νεαρά αγόρια να στρέφονται προς την Ακροδεξιά και τα κορίτσια προς πιο προοδευτικά ή οικολογικά κόμματα», σημειώνει. Αν αυτή η τάση γενικευτεί -«που νομίζω ότι αυτή είναι η περίπτωση»- δεν υπάρχει λόγος να μη συμπεριλάβει και την Ελλάδα.

«Για τα νεαρά αγόρια υπάρχει ένα επιπλέον επίπεδο ανασφάλειας που έχει να κάνει με την αρρενωπότητα και τον ρόλο τους, μέσα σε όλη τη συζήτηση για την “woke ατζέντα”, την ισότητα των φύλων και τον αναστοχασμό της Δύσης. Αυτό προκαλεί αντανακλαστικά φόβου σε ένα μέρος των νέων ανδρών».

Ο φόβος, άλλωστε, είναι το κλειδί για τη γενικότερη συντηρητικοποίηση που παρατηρείται. «Ο φόβος δεν απελευθερώνει, δεν χειραφετεί. Όσο περισσότερο νιώθω ανασφάλεια και επισφάλεια, τόσο κάπου θέλω να αγκυρωθώ, κάπου να κρατηθώ από μια ισχυρή ταυτότητα».

Την ίδια ώρα, οι έρευνες επιβεβαιώνουν την ιεράρχηση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς: πρώτος ο στρατός, που προσφέρει ασφάλεια, μετά η εκκλησία και το πανεπιστήμιο. Γιατί αντέχει το πανεπιστήμιο; «Γιατί είναι από τα λίγα πράγματα ακόμα που σου δίνουν την προοπτική της κοινωνικής ανοδικότητας. Ξέροντας ότι το “κοινωνικό ασανσέρ” έχει φρακάρει, αν υπάρχει κάτι που ακόμα λειτουργεί στην Ελλάδα, είναι το πανεπιστήμιο». Στον αντίποδα, το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ βρίσκονται στα χαμηλότερα σκαλιά της εμπιστοσύνης - και αυτό μας φέρνει στο ζήτημα της ενημέρωσης.

Η Gen Z δεν διαβάζει εφημερίδες ούτε κλασικά sites. «Ενημερώνονται από τα social media, blogs και ξένες πηγές», λέει ο Μπαλαμπανίδης. «Έχουν πρόσβαση σε έναν πλουραλισμό πηγών, αλλά ίσως είναι λιγότερο υποψιασμένοι στο να διασταυρώνουν την πληροφορία, όπως για παράδειγμα ένα βίντεο στο TikTok». Ένα βίντεο τριάντα δευτερολέπτων φτάνει σήμερα σε περισσότερους νέους από ένα τηλεοπτικό debate - χωρίς όμως τα φίλτρα των παραδοσιακών μέσων.

Το «ξενέρωμα» της Gen Z με τη δημοκρατία

Και φτάνουμε στο μεγάλο ερώτημα: έχουμε εν δυνάμει πρόβλημα δημοκρατίας; Ο Γ. Μπαλαμπανίδης απαντά με δεδομένα. Οι δύο πιο έγκυροι διεθνείς δείκτες δημοκρατίας -το Democracy Index του Economist και το ακαδημαϊκό, σκανδιναβικό V-Dem- καταγράφουν ότι «τα τελευταία χρόνια η τάση παγκοσμίως είναι υπέρ του αυταρχισμού και όχι υπέρ της δημοκρατίας».

Η Ελλάδα παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα: στον Economist βελτιώνεται, στο V-Dem επιδεινώνεται. «Αλλά είμαστε στο επίπεδο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, δεν είμαστε σε αυταρχισμό προφανώς».

Ο κίνδυνος δεν είναι η ευθεία αμφισβήτηση. Δεν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα πολιτική δύναμη που να αμφισβητεί ανοιχτά το δημοκρατικό πλαίσιο - «είναι άλλο πράγμα να ψηφίζεις Χρυσή Αυγή, που ευθέως αμφισβήτησε το πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, και άλλο ένα αντισυστημικό κόμμα που όμως είναι εντός του πλαισίου». Ο κίνδυνος είναι πιο ύπουλος: «Το πρόβλημα είναι το “ξενέρωμα” με τη δημοκρατία. Η πεποίθηση ότι η δημοκρατία δεν δουλεύει. Όταν όμως δημιουργήσουμε μια κουλτούρα ότι η δημοκρατία “δεν δουλεύει”, αυτό στο τέλος μπορεί όντως να την κάνει να πάψει να λειτουργεί. Τη δημοκρατία πρέπει να την ποτίζεις. Άμα σταματήσεις, θα ξεραθεί και θα μαραθεί».

Ο Γ. Τράπαλης βλέπει το ίδιο πρόβλημα από τη σκοπιά της αντιπροσώπευσης. Όταν οι μισοί πολίτες δεν κατεβαίνουν στην κάλπη και οι νέοι απέχουν στην πλειονότητά τους, το πολιτικό σύστημα ανακυκλώνεται μέσα σε έναν θάλαμο αντήχησης μεγαλύτερων ηλικιών. «Είναι σαν το Facebook που συνεχώς βλέπεις τους ίδιους και τους ίδιους ανθρώπους. Κάνεις μικροκύκλους, μικροκοινωνίες». Οι σημερινοί 40άρηδες που ανεβαίνουν σε θέσεις εξουσίας προέρχονται από περιβάλλοντα όπου κανείς γύρω τους δεν ψηφίζει - χωρίς την ευρύτερη κοινωνική ώσμωση που, με όλα τα ελαττώματά τους, είχαν οι παλιότερες γενιές πολιτικών.

«Δεν θα μιλούσα για έλλειμμα δημοκρατίας, θα έλεγα όμως ότι η έλλειψη αντιπροσώπευσης που υπάρχει αυτή τη στιγμή στη χώρα δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε μια γενικότερη πτώση αξιών, πτώση εμπιστοσύνης και κυρίως μια πτώση προσδοκίας. Αυτό είναι το πρόβλημα», καταλήγει.

Gen Z: Χαμένη γενιά;

Τι θα χρειαζόταν να ακούσει αυτή η γενιά για να στρέψει ξανά το βλέμμα προς την πολιτική; Η απάντηση Τράπαλη είναι απλή: οικονομία, θέσεις εργασίας, χρήματα στην τσέπη. Και εδώ ακριβώς εντοπίζει το λάθος του κυβερνητικού αφηγήματος περί χαμηλότερης ανεργίας δεκαετιών: «Ενώ υπάρχει χαμηλότερη ανεργία, πρέπει να δούμε την οικονομική δύναμη του καθενός. Αν όλοι παίρνουν κάποια χρήματα τα οποία όμως δεν τους βοηθάνε να ζήσουνε ανεκτά, αξιοπρεπώς και αυτόνομα, τότε το περίφημο σύνθημα ότι “παλεύουμε για τις επόμενες γενιές και όχι για τις επόμενες εκλογές” αυτοαναιρείται».

Ο ίδιος κατανοεί την άπωση των νέων - «να νιώθουνε πουλημένοι από το σημερινό σύστημα, και κυρίως πουλημένοι από τις προηγούμενες γενιές, γιατί μιλάμε για μια τεράστια μάχη γενεών, ότι “τα κάνατε ρόιδο” ουσιαστικά». Αλλά δεν τους αθωώνει κιόλας: «Εάν δεν πάρουνε πραγματικά την τύχη στα χέρια τους, όπως έγινε στα '60s, στα '70s, που οι νέοι ήταν αυτοί οι οποίοι δώσανε την πνοή και για 50 χρόνια αυτές οι γενιές κυβερνήσανε, ναι, θα μιλάμε για μια χαμένη γενιά».

Ο Γ. Μπαλαμπανίδης κλείνει με μια ανησυχητική πρόβλεψη. Οι νεότερες γενιές έχουν ανάμεικτα χαρακτηριστικά - «πολιτικά, αξιακά, αντιπολιτικά, αριστερά και δεξιά». Αλλά συνολικά «δείχνουν να αποτραβιούνται από την πολιτική συμμετοχή όπως την εννοούμε. Αν αυτό συνεχιστεί επί μακρόν, δημιουργεί προϋποθέσεις υπονόμευσης της δημοκρατίας».

Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα. Η Gen Z δεν είναι το εκλογικό τρόπαιο που φαντάζονται τα επιτελεία - είναι ο καθρέφτης ενός συστήματος που έπαψε να παράγει προσδοκίες.