Πολιτικη & Οικονομια

Οι νοσταλγοί των αγανακτισμένων

Η αίσθηση του κατεπείγοντος και ο ανταγωνισμός ΠΑΣΟΚ - ΕΛΑΣ για τη δεύτερη θέση έχουν οδηγήσει στην αναβίωση των χειρότερων χαρακτηριστικών της μεταπολίτευσης

Παντελής Καψής
ΤΕΥΧΟΣ 1003
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η πολιτική πόλωση, η παροχολογία της αντιπολίτευσης και οι κίνδυνοι για τη δημοσιονομική σταθερότητα της Ελλάδας.

Τελευταία περνάω κρίσεις πανικού. Παρακολουθώ τις πολιτικές συζητήσεις στα πρωινάδικα κι έχω την αίσθηση ότι όσα βλέπω τα έχω ξαναδεί κάπου, κάποτε, ίσως στην προηγούμενή μου ζωή. Ένα διαρκές déjà vu, καθόλου υγιές. Ανάτρεξα στο αγαπημένο μου βιβλίο για την ψυχανάλυση «10 σύντομες ερωτήσεις και απαντήσεις για παντελώς αδαείς» και κατάλαβα ότι πρόκειται για μηχανισμό άμυνας. Κάτι που επιβεβαίωσα και στην πράξη. Τις παρακολουθώ κολλημένος στην οθόνη, με ένα αίσθημα ανακούφισης ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, αλλά και ασφάλειας, όπως όταν είμαι με πολύ δικούς μου ανθρώπους. Αυτή η «μαύρη κυρία», η διαρκής απειλή για τις ανατροπές που μας επιφυλάσσει το αύριο, εξαφανίζεται. Ύστερα όμως επιστρέφει δριμύτερη.

Οι νευρολόγοι φυσικά διαφωνούν. Αυτοί πιστεύουν ότι η αίσθηση πως έχεις ξαναζήσει πράγματα που ζεις οφείλεται σε κάποια βλάβη στα κέντρα μνήμης του εγκεφάλου, τον κροταφικό λοβό και τον ιππόκαμπο. Ούτε και μ’ αυτό θα διαφωνήσω, για διαφορετικούς ωστόσο λόγους. Όταν βλέπεις, για παράδειγμα, στελέχη να νοσταλγούν τους Αγανακτισμένους και να ανεβάζουν ύμνους για τους Αλβανούς που έχουν βγει στους δρόμους βάζοντάς μας, λέει, τα γυαλιά, τι άλλο να σκεφτείς; Απώλεια μνήμης ή μήπως, καλύτερα, γεροντικό ξεκούτιασμα; Και μη φανταστείτε ότι μιλάμε για στελέχη της Καρυστιανού, όχι. Μιλάμε για μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ/Νέα Αριστερά, νυν στον προθάλαμο της ΕΛΑΣ!

Τώρα, για να είμαστε δίκαιοι, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα γενικότερο φαινόμενο. Αιφνιδίως, για ένα μεγάλο τμήμα της προοδευτικής αντιπολίτευσης, όλα τα δεινά της χώρας συμπυκνώνονται σε ένα πρόσωπο, τον «Κούλη». Αρκεί να απομακρυνθεί από την εξουσία και θα έρθουν καλύτερες μέρες. Δεν έχει σημασία τι θα έρθει. Φτάνει να φύγει και τα προβλήματα θα λυθούν. Η διαφθορά, η υποβάθμιση των θεσμών, η αδικία και η φτώχεια θα αποτελούν παρελθόν.

Η ψυχανάλυση έχει και γι’ αυτό να πει πολλά. Η εμμονή, για παράδειγμα, με έναν εχθρό στον οποίο φορτώνουμε όλα μας τα προβλήματα είναι και μια μορφή εκλογίκευσης, μια βολική δικαιολογία για να καλυφθούν οι δικές μας αδυναμίες. Ας περιοριστούμε, ωστόσο, στην πολιτική. Η αίσθηση του κατεπείγοντος η οποία έχει επικρατήσει, αλλά βέβαια και ο ανταγωνισμός ΠΑΣΟΚ - ΕΛΑΣ για τη δεύτερη θέση έχουν οδηγήσει στην αναβίωση, και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό, των χειρότερων χαρακτηριστικών της μεταπολίτευσης. Ως τώρα μιλούσαμε για τοξικό κλίμα. Τις τελευταίες μέρες περάσαμε στο επόμενο στάδιο, σε έναν παροξυσμό παροχολογίας, διότι, ως γνωστόν, λεφτά υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα. Ο ανταγωνισμός είναι ποιο από τα δύο κόμματα θα κάνει τις πιο ευφάνταστες και πολιτικά αποδοτικές υποσχέσεις. Από τα δωρεάν εισιτήρια περάσαμε στο δωρεάν ηλεκτρικό, τον 13ο μισθό, το ΕΚΑΣ, την τετραήμερη εργασία, το 35ωρο, τις κοινωνικές κατοικίες και, φυσικά, την κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων. Χάσαμε τον λογαριασμό στην κυριολεξία!

Εννοείται πως είναι μια διαμάχη για το θεαθήναι. Ο λόγος απλός. Κάθε χρόνο με βάση τα δημοσιονομικά αποτελέσματα προκύπτει ο δημοσιονομικός χώρος. Τα ποσά δηλαδή τα οποία μπορεί να επιστρέψει η κυβέρνηση στην κοινωνία. Είτε είναι ο Μητσοτάκης είτε ο Ανδρουλάκης με τον Τσίπρα, τα ίδια θα δώσουν. Μπορεί, για παράδειγμα, ο πρώτος να δώσει fuel pass και οι άλλοι να μειώσουν τον ΦΠΑ στα καύσιμα. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, το δημοσιονομικό κόστος θα πρέπει να είναι το ίδιο. Στην πρώτη περίπτωση θα πάει στους ευάλωτους και ολίγον σε φοροφυγάδες, στη δεύτερη σε όλους, τουρίστες, λεφτάδες, ευάλωτους και φοροφυγάδες. Διαλέγετε και παίρνετε ή, διαφορετικά, πολλή φασαρία για το τίποτα, τουλάχιστον από τις ως τώρα εξαγγελίες. Η κυβέρνηση προτιμά τα επιδόματα με στόχευση τους ευάλωτους, στη δε αντιπολίτευση προκρίνονται οριζόντιες λύσεις, με πιο συντεχνιακή, όμως, στόχευση.

Όσο για την πατριωτική εισφορά ή τους έκτακτους φόρους, έχει σημασία να πούμε πως δεν μπορεί να χρηματοδοτούν τέτοιες παροχές. Πρέπει τα έσοδα να είναι μόνιμα. Ο μόνος νέος φόρος που έχει προταθεί είναι η αύξηση από το 5% στο 10% του φόρου στα μερίσματα. Ακόμα κι αν δεν έχει αρνητικές παρενέργειες, τα έσοδα που θα αποφέρει καλύπτουν ένα ελάχιστο ποσοστό των εξαγγελιών.

Φυσικά μια μελλοντική κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να πει «θα παραβιάσω το σύμφωνο σταθερότητας, θα μοιράσω το πλεόνασμα στον λαό, κι ας λέει ό,τι θέλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή». Πώς είπε ο Τσίπρας «θα έκλεινα πρώτος τις τράπεζες»; Τώρα μπορεί να πει κάτι ανάλογο και να αγνοήσει τις συστάσεις. Μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση το πρόβλημα δεν θα είναι η Επιτροπή, αλλά οι αγορές.

Για να καταλάβουμε τον λόγο, έχει σημασία να θυμηθούμε πως το 2009, όταν έσκασε η κρίση, το χρέος της Ελλάδας ήταν στο 128% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα είναι στο 137%. Εξακολουθούμε να είμαστε η χώρα με το μεγαλύτερο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Χρειάζεται, με άλλα λόγια, λίγο να χαθεί η εμπιστοσύνη των αγορών ότι θα συνεχίσουμε να έχουμε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για να γίνουμε ξανά η προβληματική οικονομία της Ευρωζώνης.

Ακόμα χειρότερα, η βιωσιμότητα του χρέους, η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών για συντάξεις και παροχές, αλλά και η δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα να δίνει αυξήσεις στηρίζονται στην υπόθεση ότι η χώρα θα παραμείνει ελκυστική για επενδύσεις και θα συνεχίσει να έχει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Δημοσιονομική σταθερότητα, επενδύσεις, ανάπτυξη, αποτελούν το sine qua non όχι μόνο της οικονομικής πολιτικής αλλά και της πολιτικής σταθερότητας. Κάποιοι νομίζουν ότι το έχουμε ξεχάσει, ότι έχουμε πάθει κάποιο είδος συλλογικού Αλτσχάιμερ. Ε, λοιπόν, όχι.