- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Αλέξης Τσίπρας: Το rebranding της αυταπάτης και η επιστροφή του παλιού πολιτικού DNA
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο αυτής της νέας πολιτικής επανεμφάνισης δεν είναι τελικά όσα λέγονται, αλλά όσα αποφεύγονται επιμελώς
Η ιδρυτική εκδήλωση του νέου κόμματος Τσίπρα, η επιλογή του ονόματος «ΕΛΑΣ» και οι θέσεις του για το ουκρανικό αποκαλύπτουν ότι πίσω από το νέο «ευρωπαϊκό» περιτύλιγμα παραμένει ζωντανή η ίδια πολιτική κουλτούρα στρατηγικής ασάφειας, λαϊκισμού και αντιδυτικών αντανακλαστικών
Η ιδρυτική εκδήλωση του νέου πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ως μια μεγάλη πολιτική επανεκκίνηση. Το σκηνικό ήταν προσεκτικά σκηνοθετημένο: χαμηλοί τόνοι, αισθητική «ευρωπαϊκού προοδευτισμού», αναφορές σε δημοκρατία, θεσμούς, κοινωνική δικαιοσύνη και μια εμφανής προσπάθεια να εμφανιστεί ο πρώην πρωθυπουργός ως ώριμος, θεσμικός και πολιτικά μεταμορφωμένος. Σαν να επιχειρείται μια συνολική αποσύνδεση από το πολιτικό παρελθόν του ΣΥΡΙΖΑ και μια μετάβαση σε κάτι πιο «ευρωπαϊκό», πιο σοσιαλδημοκρατικό και πιο συμβατό με τη νέα πολιτική πραγματικότητα.
Μόνο που το βασικό πρόβλημα του φαινομένου Τσίπρα δεν ήταν ποτέ αισθητικό ή επικοινωνιακό. Δεν ήταν το λογότυπο, ούτε οι φωνές των πλατειών, ούτε η υπερβολή της ρητορικής της προηγούμενης δεκαετίας. Το πρόβλημα βρισκόταν πολύ βαθύτερα, στον ίδιο τον πολιτικό πυρήνα μιας κουλτούρας που οικοδομήθηκε πάνω στην εύκολη καταγγελία, στον αντισυστημισμό, στην στρατηγική ό,τι να 'ναι, χωρίς σχέδιο, στην ηθική ανωτερότητα χωρίς αυτογνωσία και στην ψευδαίσθηση ότι σύνθετες γεωπολιτικές και οικονομικές κρίσεις μπορούν να λυθούν με πολιτική θεατρικότητα, συνθήματα και επικοινωνιακή ένταση.
Και ίσως τίποτε δεν αποκάλυψε περισσότερο αυτή την αδυναμία υπέρβασης του παρελθόντος από την ίδια την επιλογή της ονομασίας του νέου κόμματος: ΕΛΑΣ — Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη. Μια επιλογή που επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ως πολιτικά συμβολική και ιστορικά φορτισμένη, αλλά τελικά λειτούργησε περισσότερο ως επικοινωνιακό αυτογκόλ παρά ως μήνυμα ανανέωσης. Διότι στην πολιτική τα σύμβολα συχνά μιλούν δυνατότερα από τα προγράμματα. Και το ακρωνύμιο «ΕΛΑΣ» δεν παραπέμπει σε κάποιο σύγχρονο ευρωπαϊκό προοδευτικό εγχείρημα. Παραπέμπει αυτομάτως στη βαριά ιστορική μνήμη του μεταπολεμικού τραύματος, σε μια βαθιά πολωτική συμβολική φόρτιση που ίσως κινητοποιεί ένα στενό ιδεολογικό ακροατήριο, αλλά αδυνατεί να μιλήσει στη μεγάλη κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία σήμερα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό, όμως, είναι το τι φανερώνει αυτή η επιλογή για το ίδιο το rebranding. Ενώ ο Τσίπρας προσπάθησε να εμφανιστεί ως εκφραστής μιας ώριμης και διευρυμένης Κεντροαριστεράς, κατέληξε τελικά να επιλέξει ένα όνομα που λειτουργεί ως ιδεολογική περιχαράκωση και όχι ως πολιτική διεύρυνση. Το «Αριστερή Συμπαράταξη» δεν μοιάζει με άνοιγμα προς το Κέντρο. Μοιάζει περισσότερο με επιστροφή σε μια στενή ταυτοτική λογική που αναπαράγει τα αντανακλαστικά της παραδοσιακής μεταπολιτευτικής λεγόμενης Αριστεράς. Και εδώ αναδεικνύεται η μεγάλη ειρωνεία του εγχειρήματος: ο άνθρωπος που επιχειρεί να αποδράσει από τη φθορά του παλιού ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε τελικά ένα πολιτικό brand που θυμίζει περισσότερο αναπαλαίωση της δεκαετίας του ’70 παρά σύγχρονο ευρωπαϊκό φορέα.
Το ίδιο ακριβώς πολιτικό DNA εμφανίστηκε και στις πρόσφατες τοποθετήσεις του για το ουκρανικό. Γιατί πίσω από τις προσεκτικές λέξεις και την προσπάθεια ισορροπιών αποκαλύφθηκε ξανά η βαθύτερη στρατηγική αμφισημία του χώρου του. Σε μια στιγμή όπου η Ευρώπη αντιμετωπίζει ίσως τη σοβαρότερη γεωπολιτική κρίση μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη ρωσική εισβολή περισσότερο ως αφηρημένη «σύγκρουση συμφερόντων» παρά ως αυτό που πραγματικά είναι: μια βίαιη αναθεωρητική επίθεση απέναντι σε ένα κυρίαρχο ευρωπαϊκό κράτος.
Και αυτό δεν είναι απλώς πολιτική αμηχανία. Είναι ιδεολογικό προγραμματικό σύμπτωμα. Είναι η συνέχεια μιας παλιάς μεταπολιτευτικής κουλτούρας όπου η Δύση αντιμετωπίζεται διαρκώς ως ο «βασικός ένοχος» της Ιστορίας και κάθε γεωπολιτική κρίση ερμηνεύεται μέσα από αντανακλαστικά ψευδο-αντιιμπεριαλισμού της δεκαετίας του ’80. Ακόμη και τώρα, μετά από χρόνια πολέμου, χιλιάδες νεκρούς, εγκλήματα πολέμου και ανοιχτό ρωσικό αναθεωρητισμό, ο λόγος του Τσίπρα παραμένει εγκλωβισμένος στη γνώριμη γκρίζα ζώνη του «ναι μεν αλλά». Μιας λογικής που καταδικάζει θεωρητικά τη βία, αλλά αφήνει πάντα υπαινιγμούς περί «ευθυνών της Δύσης», του ΝΑΤΟ ή της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Και εδώ ακριβώς καταρρέει το αφήγημα του «ώριμου ευρωπαίου ηγέτη» που επιχειρεί να χτίσει μέσω του νέου κόμματος. Γιατί η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν αντιμετώπισε τον πόλεμο στην Ουκρανία ως ουδέτερη γεωπολιτική διαμάχη. Τον αντιμετώπισε ως υπαρξιακή μάχη για τη δημοκρατία, την εθνική κυριαρχία και τη σταθερότητα της ίδιας της Ευρώπης. Ο Τσίπρας, αντίθετα, εξακολουθεί να κινείται μέσα στην ίδια πολιτική κουλτούρα στρατηγικής αμφιθυμίας που χαρακτήρισε συνολικά την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο αυτής της νέας πολιτικής επανεμφάνισης δεν είναι τελικά όσα λέγονται, αλλά όσα αποφεύγονται επιμελώς. Δεν υπήρξε ουσιαστική αυτοκριτική για το 2015. Καμία καθαρή παραδοχή για τις αυταπάτες του δημοψηφίσματος, των capital controls και της «περήφανης διαπραγμάτευσης». Καμία σοβαρή αποτίμηση της τοξικότητας, του διχασμού και της πολιτικής υπεραπλούστευσης που τραυμάτισαν βαθιά τη θεσμική εμπιστοσύνη και τον δημόσιο λόγο. Αντίθετα, αυτό που παρακολουθούμε είναι μια προσπάθεια πολιτικής αποστείρωσης της μνήμης. Ένα rebranding της ίδιας πολιτικής κουλτούρας με πιο soft αισθητική και πιο εκλεπτυσμένο λεξιλόγιο.
Η κοινωνία του 2026, όμως, δεν είναι η κοινωνία των πλατειών του 2012. Είναι πολύ πιο δύσπιστη απέναντι στους επαγγελματίες της «ελπίδας», πιο κουρασμένη από τα πολιτικά rebranding και πολύ πιο απαιτητική απέναντι σε όσους ζητούν ξανά ρόλο πρωταγωνιστή χωρίς να έχουν λογοδοτήσει πραγματικά για το παρελθόν τους. Γιατί τελικά το rebranding μπορεί να αλλάξει τη συσκευασία — όχι όμως και την ιστορική μνήμη ούτε το πραγματικό πολιτικό DNA.