Πολιτικη & Οικονομια

Explainer |Η σύγκρουση για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τη Λάουρα Κοβέσι: Ποιος αποφασίζει τελικά για τους εισαγγελείς;

Το νομικό και πολιτικό πλαίσιο πίσω από τη διαφαινόμενη διαμάχη Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ανανέωση θητειών των μελών της Εισαγγελίας προκαλεί σύγχυση αρμοδιοτήτων, σύγκρουση εθνικού και ενωσιακού δικαίου και ζήτημα εθνικής κυριαρχίας στην ΕΕ

Η υπόθεση της ανανέωσης της θητείας των Εντεταλμένων Εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε ένα σύνθετο θεσμικό ζήτημα, στο οποίο διασταυρώνονται το ενωσιακό δίκαιο, το ελληνικό Σύνταγμα και οι ευρύτερες πολιτικές ισορροπίες μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στον πυρήνα της διαμάχης που έχει προκληθεί τελευταία με επίκεντρο την επικεφαλής του θεσμού, Λάουρα Κοβέσι, βρίσκεται το ερώτημα: ποιος έχει τον τελικό λόγο για τη συνέχιση της θητείας αυτών των εισαγγελικών λειτουργών – τα ευρωπαϊκά όργανα ή οι εθνικές δικαστικές αρχές;

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), υπό την ηγεσία της Λάουρα Κοβέσι, αποτελεί έναν σχετικά νέο θεσμό με αποστολή την καταπολέμηση εγκλημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για να επιτελέσει τον ρόλο της, στηρίζεται σε ένα υβριδικό μοντέλο: οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς είναι ταυτόχρονα εθνικοί δικαστικοί λειτουργοί και μέλη ενός ενιαίου ευρωπαϊκού μηχανισμού δίωξης. Αυτή ακριβώς η διπλή ιδιότητα είναι που γεννά τη διχογνωμία για το θεσμικό τους ρόλο και την τρέχουσα νομική σύγκρουση και πολιτική ένταση.

Το πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η σύγκρουση αρμοδιοτήτων και ο ρόλος της Λάουρα Κοβέσι

Ο κανονισμός λειτουργίας της EPPO προβλέπει ότι η θητεία των εντεταλμένων εισαγγελέων είναι ορισμένη και μπορεί να ανανεωθεί, κατόπιν αξιολόγησης και λαμβάνοντας υπόψη τις επιχειρησιακές ανάγκες της υπηρεσίας. Ωστόσο, δεν καθιστά ρητά υποχρεωτική και την ανανέωση της θητείας των υφισταμένων λειτουργών. Από την άλλη πλευρά, η Ευρωπαία Εισαγγελέας έχει κάθε λόγο να επιδιώκει τη συνέχεια και τη σταθερότητα στο προσωπικό, ιδίως σε υποθέσεις με μεγάλο βάθος χρόνου και διασυνοριακή διάσταση. Έτσι, μια αρνητική στάση ενός κράτους-μέλους μπορεί να εκληφθεί ως πλήγμα στη λειτουργική αποτελεσματικότητα της EPPO.

Στην ελληνική έννομη τάξη, όμως, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο έχει, βάσει του Συντάγματος, την αρμοδιότητα να αποφασίζει για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών. Αυτό σημαίνει ότι δεν λειτουργεί ως απλός διαχειριστής ευρωπαϊκών αποφάσεων, αλλά ως θεσμικό όργανο με διακριτική ευχέρεια. Η επιλογή για το αν θα ανανεωθεί ή όχι η θητεία ενός εισαγγελέα εντάσσεται στη σφαίρα αυτής της αρμοδιότητας, η οποία συνδέεται άμεσα με την αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας.

Παράλληλα, η πρακτική σημασία του ζητήματος εντείνεται από το γεγονός ότι η EPPO έχει ήδη αναλάβει υποθέσεις με υψηλό πολιτικό και κοινωνικό φορτίο στην Ελλάδα, όπως το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών και ζητήματα που σχετίζονται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι έρευνες αυτές έχουν φέρει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την επικεφαλής της Λάουρα Κοβέσι στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, ενισχύοντας την ανάγκη για θεσμική σταθερότητα και συνέχεια στη λειτουργία της.

Το διακύβευμα: Νομική ερμηνεία ή πολιτική επιλογή;

Εδώ ακριβώς ανακύπτει η σύγκρουση. Από τη μία, το ενωσιακό δίκαιο –όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης– θεμελιώνεται στην αρχή της υπεροχής και της ομοιόμορφης εφαρμογής. Από την άλλη, τα κράτη-μέλη διατηρούν τον έλεγχο επί της οργάνωσης της Δικαιοσύνης τους, ιδίως σε ό,τι αφορά τον διορισμό και την εξέλιξη των δικαστικών λειτουργών. Η ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο αρχών δεν είναι πάντα σαφής και συχνά διαμορφώνεται μέσα από συγκρούσεις όπως η παρούσα.

Το διακύβευμα, συνεπώς, δεν είναι μόνο τεχνικό ή διαδικαστικό. Αγγίζει θεμελιώδη ζητήματα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να επηρεάζει εθνικούς θεσμούς; Και αντιστρόφως, πότε η επίκληση της εθνικής συνταγματικής τάξης λειτουργεί ως θεμιτό όριο και πότε ως πρόσχημα για πολιτικές επιλογές;

Στην παρούσα συγκυρία, η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται να επιδιώκει μια ισορροπία: από τη μία πλευρά δηλώνει τη βούληση να διευκολύνει το έργο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ιδίως σε υποθέσεις μείζονος σημασίας που σχετίζονται με ευρωπαϊκούς πόρους και δημόσιο συμφέρον. Από την άλλη, υπογραμμίζει ότι αυτό πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της συνταγματικής νομιμότητας και των αρμοδιοτήτων των εθνικών θεσμών.

Διότι, τελικά, η υπόθεση δεν είναι αποκλειστικά νομική. Η ερμηνεία των κανόνων αφήνει περιθώρια, και αυτά τα περιθώρια καλούνται να τα καλύψουν πολιτικές αποφάσεις – όχι απαραίτητα κομματικές, αλλά αποφάσεις που αντανακλούν μια συνολική στάση απέναντι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και τη θεσμική εμπιστοσύνη. Η ένταση μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της Ευρωπαίας Εισαγγελέως είναι, υπό αυτή την έννοια, ένα σύμπτωμα μιας ευρύτερης συζήτησης για το πού τελειώνει η Ευρώπη και πού αρχίζει η κυριαρχία του κάθε κράτους μέλους.