Πολιτικη & Οικονομια

Η προπαγάνδα για το οικονομικό «θαύμα» της Χούντας

Η ελληνική κοινή γνώμη είχε στρέψει την προσοχή της στις εθνικές προδοσίες και τα μεγάλα εγκλήματα της Χούντας και δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το τι έγινε στην οικονομία

Νίκος Χριστοδουλάκης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης και πρώην υπουργός αναλύει τα ψεύδη γύρω από την οικονομία της επταετίας 

Το μεγαλύτερο ψεύδος για την οικονομική κληρονομιά της επταετίας είναι ότι άλλοι τα κάνανε θάλασσα μεταπολιτευτικά, ενώ αντιθέτως η Χούντα δεν είχε αφήσει ελλείμματα και χρέη. Αυτό είναι ένας χυδαίος μύθος, ο οποίος οικοδομήθηκε στη μεταπολίτευση, έτσι ώστε να μπαλώσει κάπως τα άλλα ειδεχθή εγκλήματα, τα οποία χαρακτήρισαν την σκοτεινή εκείνη περίοδο. Και επειδή η ελληνική κοινή γνώμη είχε στρέψει την προσοχή της στις εθνικές προδοσίες και τα μεγάλα εγκλήματα της Χούντας, από την Κύπρο, το Πολυτεχνείο, τους βασανισμούς, τις εκτοπίσεις και πολλά άλλα, έδωσε μικρότερη σημασία και δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το τι έγινε στην οικονομία. Και μόνο σιγά σιγά όταν άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια τα βαριά προβλήματα που μας άφησε η ολέθρια κληρονομιά, άρχισε να γίνεται μια ευρύτερη συνειδητοποίηση του τι κακό είχε κάνει η Χούντα.

Οι μύθοι και η αλήθεια για την οικονομία της Χούντας

Πριν από δύο χρόνια σε μία Ημερίδα που έγινε από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τη Βουλή των Ελλήνων, προσπαθήσαμε να αναδείξουμε όχι μόνο τις μακροοικονομικές αποτυχίες της Χούντας, αλλά και τις μικροοικονομικές αποτυχίες, όπως ο άκρατος δανεισμός στις επιχειρήσεις, η καταστροφή του περιβάλλοντος, κ.α. Θα αναφερθώ συγκεκριμένα στα πιο κρίσιμα ζητήματα.

Το δημόσιο χρέος μεγάλωσε

Πρώτα από όλα, αυτό το οποίο λέγεται ότι η Χούντα δεν άφησε χρέος. Λάθος! Το χρέος αυξήθηκε και διπλασιάστηκε ονομαστικά μέσα σε τρία χρόνια μεταξύ 1970 και 1974, αλλά επίσης αυξήθηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ και το άφησε γύρω στο 22%, σύμφωνα με τα σημερινά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Θα πει κάποιος το 22% του ΑΕΠ είναι μεγάλο χρέος; Τώρα έχουν αλλάξει τα δεδομένα και δεν φαίνεται αλλά για εκείνη την εποχή ήταν σημαντικό. Η Ελλάδα ήταν μια από τις λίγες χώρες που είχε ένα σχετικά γρήγορα αυξανόμενο χρέος, εσωτερικό και εξωτερικό.

Ελλείμματα και πληθωρισμός

Το δεύτερο το οποίο αύξησε είναι το εμπορικό έλλειμμα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών, όπου εκεί, επειδή δεν είχε δυναμική εξαγωγική οικονομία, αναγκαζόταν να κάνει όλο και περισσότερες εισαγωγές και κατά συνέπεια να συσσωρεύει εξωτερικό χρέος.
Όταν κατάρρευσε το δολάριο το 1973, η Χούντα πάλι τα έκανε λάθος, και αντί να φύγει από την πρόσδεση σε αυτό και να συνταχθεί με τα ευρωπαϊκά κράτη, γιατί με εκείνα κυρίως είχε εμπορικές σχέσεις, έμεινε προσκολλημένη στο δολάριο, με αποτέλεσμα να γίνει υποτίμηση προς αυτά και να χειροτερέψει τον εισαγόμενο πληθωρισμό.

Σε συνδυασμό με την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, ο πληθωρισμός την τριετία 1972-74 αθροιστικά έφτασε σχεδόν το 50%, διαλύοντας κάθε έννοια αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Εάν αντίθετα η Δραχμή είχε παραμείνει σταθερή προς τα ευρωπαϊκά νομίσματα, τότε θα είχε ανατίμηση προς το δολάριο πράγμα που τουλάχιστον θα περιόριζε τον εισαγόμενο πληθωρισμό του πετρελαίου γιατί η τιμή του εκφραζόταν στο αμερικανικό νόμισμα.

Ο άκρατος δανεισμός και οι προβληματικές επιχειρήσεις

Ένα άλλο μεγάλο και σημαντικό έγκλημα που έκανε η Χούντα, είναι η σκανδαλώδης, μα απολύτως σκανδαλώδης, δανειοδότηση πολλών επιχειρήσεων, χωρίς ουσιαστικά κριτήρια και έλεγχο αλλά μέσω ενός δικτύου προσωπικών διαμεσολαβήσεων, κοινωνικών σχέσεων και αλλότριων επιδιώξεων. Ευλόγως οι επιχειρήσεις εξέλαβαν τα δάνεια ως μια λευκή επιταγή να κάνουν ό,τι θέλουν και έτσι αγνόησαν μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές που όφειλαν να κάνουν. Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε αργότερα στις περιβόητες προβληματικές επιχειρήσεις της δεκαετίας του 1980, και δεν τους έφταιγε η ένταξη στην ΕΟΚ και ο νέος ανταγωνισμός. Όλες σχεδόν οι προβληματικές που κατέρρευσαν τη δεκαετία του 1980, προήλθαν από τα αδικαιολόγητα δάνεια, τα οποία δόθηκαν επί Χούντας, και μετά μπλόκαραν ένα σωρό πόρους και προσπάθεια για να διασωθούν αντί να στηριχθούν νέες υγιείς επιχειρήσεις.

Αυτά τα οποία περιγράφω είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία της συνολικής εικόνας για να μην αναφερθούμε στις μεγάλες συμβάσεις και τα δημόσια έργα. Να μην αναφερθούμε στα διάφορα deals, τα οποία είχαν γίνει με αμερικανικές κυρίως εταιρείες, για επενδύσεις οι οποίες μετά εγκαταλείφθηκαν και κανείς δεν ξέρει πού πήγαν τα χρήματα. Να μην αναφερθούμε στα σκάνδαλα με τα κρέατα και ούτω καθεξής.

Η διακοπή της ένταξης στην ΕΟΚ

Ένα μείζον γεγονός με ολέθριες συνέπειες ήταν η αποκόλληση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θεωρώ ότι είναι ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα που υπέστη όχι μόνο η οικονομία αλλά και η πορεία της χώρας γενικότερα. Η Ελλάδα βάδιζε, με κάποια καθυστέρηση βέβαια, αλλά πάντως σε ένα δρόμο σταθερό, να συναντήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και να ενσωματωθεί μετά τη Συμφωνία Σύνδεσης. Ήταν η πρώτη χώρα που είχε υπογράψει συμφωνία σύνδεσης το 1961, μετά τα πρώτα έξι ιδρυτικά μέλη της τότε ΕΟΚ. Βεβαίως, εδώ πρέπει να πούμε ότι εάν η Ελλάδα δεν είχε εμπλακεί στον Εμφύλιο, που την πήγε τουλάχιστον 10 χρόνια πίσω, μπορεί να ήτανε και μία από τις ιδρυτικές χώρες, αλλά αυτό είναι μια άλλη πικρή ιστορία, ας μην το θίξουμε τώρα.

Βαδίζει, λοιπόν, προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά η πορεία αυτή ανακόπτεται βίαια το 1967 λόγω της Χούντας και επαναλαμβάνεται ξανά το 1981. Τι συμβαίνει όμως στο μεταξύ; Η ελληνική οικονομία δεν χάνει απλώς μια προνομιακή πρόσβαση σε ανεπτυγμένες αγορές και πιο εξελιγμένες κοινωνίες για πολλά χρόνια. Το ακόμα χειρότερο είναι ότι χάνει την «χρυσή εποχή» των ευρωπαϊκών χωρών, διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά το 1973-74, μπαίνει και αυτή σε μια μεγάλη ύφεση, λόγω της κρίσης στην τιμή του πετρελαίου και του στασιμοπληθωρισμού που επικρατεί για πολλά χρόνια.

Άρα, όταν γίνεται επιτέλους ξανά η σύνδεση και η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, ενσωματώνεται σε μια Ευρώπη υφεσιακή και παίρνει πολλά χρόνια για να συνέλθει και η Ευρώπη και η Ελλάδα. Και προφανώς τα οφέλη τα οποία αντλούνται εκείνη την περίοδο είναι σχετικά περιορισμένα και χρειάστηκε να φτάσουμε στα Μεσογειακά προγράμματα και τα πακέτα Ντελόρ για να δούμε τα πρώτα πραγματικά οφέλη από την ένταξη. Αν όμως η ένταξη είχε γίνει απρόσκοπτα, τα οφέλη θα είχαν έλθει ήδη από την δεκαετία του 1960, και θα ήταν πολλά και όχι μόνο οικονομικά, αλλά επίσης εργασιακά, κοινωνικά και πολιτικά.

Καταστροφή του δομημένου περιβάλλοντος

Αξίζει να επισημάνουμε άλλα δύο πράγματα από την ολέθρια κληρονομιά της Χούντας. Το ένα είναι η καταστροφή του αστικού περιβάλλοντος, η οποία έγινε με την ανατροπή των κανόνων πολεοδόμησης χωρίς καμία αίσθηση μέτρου και αισθητικής στις άδειες οικοδομών, καταστρέφοντας έτσι ολόκληρες ιστορικές συνοικίες με πολυκατοικίες μεγαθήρια. Και το δεύτερο είναι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος με την ξέφρενη ξενοδοχειακή υπερδόμηση, η οποία καταπάτησε αιγιαλούς, βεβήλωσε φυσικά τοπία και αφάνισε σπάνιους πόρους. Πράγματα τα οποία δεν διορθώνονται πλέον και θα τα βλέπουμε εσαεί. Γιατί, πες εντάξει η συναλλαγματική ισοτιμία ήταν λάθος, αλλά με μια άλλη απόφαση διορθώνεται. Η περικοπή του μισθού, πες ότι διορθώνεται με μια αύξηση. Τα μεγαθήρια δεν διορθώνονται, γιατί το μπετόν στην Ελλάδα δεν γκρεμίζεται ποτέ όσο παράνομο και να είναι.

Πώς στήθηκαν οι μύθοι

Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι το πώς πέρασαν στην κοινή γνώμη δύο μεγα-ψεύδη, το ένα είναι το οικονομικό ότι δεν άφησε χρέη η Χούντα και το δεύτερο είναι ότι έγιναν έργα επί Χούντας. Και επίσης ότι είχαμε δουλειές, παίρναμε λεφτά, ζούσαμε καλά.

Πέρασαν με δύο τρόπους. Ο ένας λόγος ήταν ότι στην μεταπολίτευση διέλαθαν της προσοχής, διότι η κοινή γνώμη και το πολιτικό σύστημα, είχαν αφιερώσει όλες τις δυνάμεις τους για να ξετυλίξουν τα εγκλήματα, τα μεγάλα εγκλήματα της Χούντας εναντίον των πολιτών, εναντίον της κοινωνίας και εναντίον της χώρας. Έτσι, διάφορα τέτοια πράγματα, όπως συμβάσεις και τα λοιπά, είχαν περάσει σε δεύτερη μοίρα. Κακώς, μεν, αλλά νομίζω αυτό συνέβη. Αυτός είναι ο ένας λόγος.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι υπήρχαν πολλοί επιχειρηματίες, οι οποίοι είχανε επωφεληθεί τα μέγιστα από την οικονομική πολιτική της Χούντας. Σε βάρος των εργαζομένων φυσικά. Είχε τρομερή αύξηση η κερδοφορία, και επωφελήθηκαν όχι μόνο οι πολύ μεγάλοι επιχειρηματίες, αλλά και πολλοί μικρομεσαίοι. Είχανε μια ησυχία χωρίς ενοχλητικές διαμαρτυρίες. Δεν κουνιότανε φύλλο στα εργατικά συνδικάτα, και όπου συνέβη σε ορισμένες περιπτώσεις οι συνέπειες ήταν βαρύτατες. Έτσι λοιπόν υπήρχε ένα πρόσφορο στρώμα στην ελληνική κοινωνία, το οποίο ήταν έτοιμο να πει, ναι, είχε τάξη και ησυχία και αυτό μας βοηθούσε να κάνουμε κέρδη. Και το λέγανε πολλοί αυτό.

Αναδιανομή και ανισότητες

Οι πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων είχαν ελάχιστα βελτιωθεί την περίοδο 1967-74, μόλις 3,7% ένα ποσοστό σχεδόν το μισό από το 7,1% της περιόδου 1960-66. Αυτό συνέβη επειδή η Χούντα έκανε μια εκτεταμένη αναδιανομή εισοδήματος εις βάρος των μισθωτών. Δεν τα πήρε όμως από τους εργαζόμενους και τα έριξε στη θάλασσα. Τα πήρε από τους εργαζόμενους και πήγαν στις επιχειρήσεις. Αυτές οι επιχειρήσεις, λοιπόν, ήτανε συνήγοροι, μερικοί πολύ ένθερμοι, του λεγόμενου οικονομικού θαύματος της Χούντας.

Ένας αξιόπιστος και αντιπροσωπευτικός δείκτης για την ανακατανομή μισθών και κερδών είναι τα μερίδια τους στο σύνολο του ΑΕΠ κάθε χώρας όπως δημοσιεύονται από την Eurostat (βάση δεδομένων Ameco). Στην Ελλάδα, διαπιστώνουμε ότι από το 1967 έως το 1974 το μερίδιο των μισθών επί του συνολικού ΑΕΠ μειώθηκε από το 62,4% στο 51,1% αντιστοίχως. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθωτοί, παρά την αύξηση του εθνικού εισοδήματος, συγκριτικά με τα κέρδη λάμβαναν 11,3% του ΑΕΠ λιγότερο σε σχέση με το 1967. Την ίδια περίοδο, σε άλλες χώρες επίσης με αυταρχικά καθεστώτα, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, το αντίστοιχο μερίδιο παρέμεινε σχεδόν σταθερό. Σε αριθμητικούς όρους, το 11,3% αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 31 δισεκατομμύρια ευρώ, με βάση το ΑΕΠ του 2026 σε ονομαστικές τιμές. Αυτό είναι το ποσό που έχασαν οι εργαζόμενοι το 1974 σε σχέση με αυτό που θα λάμβαναν εάν η κατανομή εισοδήματος είχε παραμείνει στα επίπεδα του 1967.

Οι εργαζόμενοι, έβλεπαν τις συγκριτικές απώλειες που είχαν αλλά μόνο στην μεταπολίτευση άρχισαν να οργανώνονται και να έρχονται στο προσκήνιο με τις απαιτήσεις αποκατάστασης που θα έπρεπε να έχει ο μισθός τους. Και για αυτό είδαμε να ξεσπάνε οι μεγαλειώδεις - αλλά πολλές φορές και υπερβολικές - απεργίες και απαιτήσεις που είχαν οι εργαζόμενοι μετά το 1975, για να αποκαταστήσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα τη χαμένη αγοραστική αξία στην διάρκεια της επταετίας.

Τις οποίες απαιτήσεις δικαίως μεν είχαν, αλλά στο μεταξύ η οικονομία μετά το 1975, είχε να αντιμετωπίσει και όλα τα βάρη από την κρίση και τον πληθωρισμό της Χούντας. Και αυτό έκανε ακόμη δυσκολότερη την ικανοποίηση τους μετά την επιστροφή της δημοκρατίας. Ο λόγος είναι ότι δεν ήμασταν πια σε μια ευνοϊκή συγκυρία, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, λόγω του στασιμοπληθωρισμού. Στην δεκαετία του 1970, η ανάπτυξη έχει μειωθεί και την δεκαετία του 1980 μειώνεται ακόμα περισσότερο. Ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί και τη δεκαετία του 1980 αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Άρα και η ελληνική οικονομία μπαίνει σε μια κατάσταση στασιμότητας, και όταν ζητάς όλο και παραπάνω αμοιβές ουσιαστικά βάζεις το φιτίλι και καίει το σπιράλ του στασιμοπληθωρισμού. Και αυτό χειροτερεύει την κατάσταση για όλους.

Η εγκατάλειψη της κοινωνίας

Τέλος, ένα άλλο πρόβλημα το οποίο σημειώθηκε στην μεταπολίτευση ήταν ότι μεγάλο μέρος από τις δημόσιες επενδύσεις στράφηκε σε κοινωνικές δαπάνες για να ικανοποιηθούν τα αυξανόμενα αιτήματα που είχαν μείνει να λιμνάζουν επί χρόνια, προκαλώντας μεγάλες πιέσεις και εντάσεις, από την υγεία και περίθαλψη έως την εκπαίδευση. Έτσι λοιπόν η ελληνική οικονομία δεν αποκτά εκείνα τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα τα οποία θα έπρεπε να έχει, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τη βοηθάει γιατί και αυτή είναι αδύναμη, και μπαίνουμε σε μια φάση δομικής αδυναμίας της δεκαετίας του 1980.

Θέλω λοιπόν να υπογραμμίσω ότι δεν είναι οι πολιτικές της μεταπολίτευσης που τόσο εύκολα και δημαγωγικά κατηγορούνται ότι προκάλεσαν τα προβλήματα των πρόσφατων δεκαετιών, από την «σοσιαλμανία» του Καραμανλή έως τον κρατισμό του ΠΑΣΟΚ. Ίσα ίσα, πολλές από αυτές τις κυβερνήσεις εφάρμοσαν πολιτικές οι οποίες – παρά τις ολιγωρίες και αστοχίες - προσπάθησαν αρκετές φορές να συνεφέρουν την ελληνική οικονομία. Πρωταρχική ευθύνη για την άσχημη πορεία της οικονομίας μεταπολιτευτικά, φέρει η ίδια η Δικτατορία και ένας από τους λόγους είναι ότι άρμεξε πολύ δημόσιο χρήμα και λεηλάτησε τον τόπο για προσωπικά οφέλη και συμφέροντα.