Ελλαδα

1967-1974: Επτά χρόνια, τρεις μήνες και δύο ημέρες

Αναμνήσεις ενός μαθητή από την 21η Απριλίου 1967

Γιάννης Στεφανίδης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

21η Απριλίου 1967: Παιδικά βιώματα στη σκιά της δικτατορίας. Αναμνήσεις από την περίοδο 1967–1974

59 χρόνια μετά, και η επέτειος της τελευταίας – και μακροβιότερης – δικτατορίας στην Ελλάδα περνά σχεδόν απαρατήρητη. Υποθέτω ότι οι πολιτικές ηγεσίες θα εκδώσουν κάποια ανακοίνωση, με αναφορές στην ανάγκη να διαφυλαχθεί η δημοκρατία – το μόνο πολίτευμα που εγγυάται τις ατομικές ελευθερίες ακόμα και σε όσους επαγγέλλονται την αντικατάστασή του, αρκεί να μη προσφεύγουν στη βία. Ίσως το σημαντικότερο μάθημα από την εκτροπή του 1967 διδάσκει πως η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη· μάλιστα, όπως συμβαίνει με τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή μας, την αξία της την εκτιμούμε όταν τη στερηθούμε.

Αυτά για τα διδάγματα της Ιστορίας. Σε προσωπικό επίπεδο, η περίοδος 1967-1974 συμπίπτει με την παιδική ηλικία της γενιάς μου. Από μόνο του το γεγονός αυτό εισάγει το στοιχείο της νοσταλγίας για μια εποχή που σημάδεψε αρνητικά την πορεία της χώρας. Και με αυτή την «επιφύλαξη», μοιράζομαι ορισμένες παιδικές αναμνήσεις που σχετίζονται με το κεφάλαιο που άνοιξε το απριλιανό πραξικόπημα.

Οι πρώτες εικόνες μου πιθανότατα ανάγονται στην απαγόρευση της κυκλοφορίας που επιβλήθηκε την Παρασκευή, 21η Απριλίου 1967: Νάτη η γιαγιά μου, αποκλεισμένη στο σπίτι μας, να διπλοσιδερώνει τα πλυμένα· ο πατέρας μου, έντονα πολιτικοποιημένος κεντρώος, να παλικαρίζει εκ του ασφαλούς: «Αν είχα ένα πιστόλι, θα έβγαινα στον δρόμο και όποιον πάρει ο Χάρος». Το έφερε βαρέως ότι το πραξικόπημα ματαίωνε τις εκλογές που είχαν προκηρυχθεί για τις 28 Μαΐου. Εκλογές που αναμενόταν να αναδείξουν νικήτρια την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου και να ανεβάσουν ακόμα ψηλότερα το άστρο του γιου του Ανδρέα, στο πρόσωπο του οποίου ο πατέρας μου ήδη έβλεπε τον αυθεντικό ηγέτη της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης».

Το 1967 η Ελλάδα ζούσε ακόμα τις «μέρες ραδιοφώνου» της. Το στρατιωτικό καθεστώς επιβλήθηκε με τη δέουσα μουσική υπόκρουση. Τα εμβατήρια («Περνά ο στρατός της Ελλάδος φρουρός», «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», κ.ά.) επένδυαν μουσικά τα αλλεπάλληλα «γεγονότα» (όρος αρκούντως ουδέτερος για να περιγράφει δύσκολες καταστάσεις σε πολιτικά χαλεπούς καιρούς). Στο σπίτι, βασικό μέσο ενημέρωσης ήταν η εφημερίδα Μακεδονία, παραδοσιακή κεντρώα που, όμως, υποχρεώθηκε και αυτή να αναπαράγει την καθεστωτική γραμμή. Έτσι, από νωρίς, το παγκοσμίου λήψεως στερεοφωνικό Sanyo που κοσμούσε το σαλόνι έγινε το βασικό μέσο ενημέρωσης για τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Μέσα από την μπάντα των βραχέων, εξοικειωθήκαμε με τις φωνές της Ελληνικής Υπηρεσίας του BBC και της Deutsche Welle – το μουσικό σήμα της τελευταίας, απόσπασμα της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν, ηχεί ακόμα στα αυτιά μου.

21 Απριλίου 1967. Βουλή των Ελλήνων © Eurokinissi

Η δικτατορία κάλυψε εξ ολοκλήρου τα χρόνια του (εξαήμερου τότε) Δημοτικού. Θυμάμαι την πρώτη μέρα στο σχολείο, να περιεργάζομαι τα πρόσωπα των συμμαθητών μου. Τρεις περίπου μήνες αργότερα, βρέθηκα να αναρωτιέμαι τι γιορτάζουμε τη μέρα που το μάθημα διακόπηκε και κλήθηκαν οι μαμάδες να μας πάρουν εσπευσμένα στο σπίτι. Ήταν η 13η Δεκεμβρίου 1967, ημέρα της αποτυχημένης απόπειρας του βασιλιά Κωνσταντίνου να ανατρέψει τους συνταγματάρχες.

Η δικτατορία ανέτρεψε, μεταξύ άλλων, και την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου. Η συνέπεια ήταν, έπειτα από τρία χρόνια διδασκαλίας περίπου στη γλώσσα που μιλούσαμε, να περάσουμε, από τη Δ΄ τάξη, στην καθαρεύουσα. Κοκκίνιζαν τα τετράδια από τις διορθώσεις της δασκάλας σε τόνους, πνεύματα και καταλήξεις. Τα κατά συρροή λάθη μπορούσαν να συνοδευτούν από ξυλιές με χάρακα στην ανοιχτή παλάμη, αφού οι σωματικές ποινές παρέμεναν στοιχείο της (εκ)παιδευτικής διαδικασίας. Επίσης, στη Δ΄ Δημοτικού, η δασκάλα μας υποχρέωσε να αφιερώνουμε το πρωινό της Κυριακής στο Κατηχητικό. Ανακαλώ τη νύστα και την ανία στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία, με μια εξαίρεση: Την επίσκεψη ενός φοιτητή Θεολογίας από τη μακρινή Αιθιοπία, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τις απαντήσεις μας σε ερωτήματα του τύπου: Ποια είναι η αξία του δολαρίου σε δραχμές (ευκολάκι, καθότι η ισοτιμία παρέμενε σταθερή από το 1953!)

Ανεξάντλητη πηγή αναμνήσεων ο κινηματογράφος. Σχεδόν κάθε Σάββατο οι γονείς μάς συνόδευαν στο σινεμά. Ο πατέρας μου λάτρευε τα γουέστερν και τις κωμωδίες. Η μητέρα μου μάς πήγαινε στα υπόλοιπα είδη, για παράδειγμα στα «Πάθη του Χριστού» τη Μεγάλη Εβδομάδα. Στη σκοτεινή αίθουσα, πριν από τα «Προσεχώς» και τις ταινίες της εβδομάδας, προβάλλονταν τα «Ελληνικά Επίκαιρα», τα δικά μας newsreel, με ρεπορτάζ από την Ελλάδα και τον κόσμο. Μαζί με το ραδιόφωνο, ήταν το βασικό μέσο προπαγάνδας του καθεστώτος, μέχρι που πολλαπλασιάστηκαν οι συσκευές της τηλεόρασης, και τη σκυτάλη πήρε ο… «Άγνωστος Πόλεμος». Έμμεσο αλλά ισχυρό κανάλι «εθνικής διαπαιδαγώγησης» και οι «ιστορικές» ταινίες που προβάλλονταν κατά κόρον εκείνη την περίοδο, από τα ψυχροπολεμικά «Σύνορα της Προδοσίας» (δεύτερη πιο εμπορική ταινία του 1968) και τον «Παπαφλέσσα» του Τζέιμς Πάρις μέχρι τον «Παύλο Μελά» του Φίλιππου Φυλακτού, που παρακολουθήσαμε μαζί με όλα τα σχολεία της πόλης την άνοιξη του 1974.

Τέλος, ένα δημοκρατικό σκίρτημα που νιώσαμε ομαδικά στην Ε΄ Δημοτικού. Μια συμμαθήτρια μάς πληροφόρησε ότι στο ιδιωτικό Κολλέγιο, όπου φοιτούσε γνωστό της παιδί, οι μαθητές είχαν εκλέξει εκπροσώπους τάξης. Βρήκαμε συναρπαστική την ιδέα και τη μεταφέραμε στον δάσκαλό μας, τον κύριο Αυγερινό. Με βλέμμα που πρόδιδε συγκίνηση και αγαλλίαση μαζί, μάς είπε: «Όλα θα γίνουν, κάντε λίγη υπομονή». Πράγματι, έπειτα από λίγες εβδομάδες, εκλέξαμε δύο εκπροσώπους, τον Παναγιώτη και την Κανέλλα – τον ψηλότερο και την ωραιότερη της τάξης, αντίστοιχα. Ήταν άνοιξη του 1972.