- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ζητείται διαχειριστής της «Περιόδου των Τεράτων»
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ, το Predator και η σταθερότητα της δημοσκοπικής εικόνας
Ζητείται διαχειριστής της «Περιόδου των Τεράτων»: Οι επερχόμενες εκλογές, η παγκόσμια συγκυρία και η παράδοση της βουλευτικής έδρας
Σε τακτικισμούς μικρού βεληνεκούς με χρονικό ορίζοντα ολίγων μηνών επιδίδεται η κυβερνητική εξουσία, από τη στιγμή που εκδηλώθηκε σε πλήρη ένταση το τσουνάμι του ΟΠΕΚΕΠΕ. Μάχες οπισθοφυλακής με πλήρη χρήση της επικοινωνιακής δυναμικής που ακόμη διαθέτει το Μαξίμου, προκειμένου να καταδειχθεί κάτι το απολύτως μη αυτονόητο. Ότι δηλαδή η Ευρωπαία Εισαγγελέας κυρία Κοβέσι, μεθόδευσε τις δικογραφίες με τρόπο ώστε να διασφαλίσει καθεστώς ομηρίας της ελληνικής κυβέρνησης, (στρατηγική Αδώνιδος Γεωργιάδη) και πως οι κατηγορίες κατά των νυν καθώς και των μελλοντικών κατηγορουμένων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας δεν έχουν το ίδιο «ειδικό βάρος». Τουτέστιν διαφέρει ο βαθμός παρανομίας καθώς και η πρόθεση προς το παρανομείν, ανάλογα με το εύρος της παρέμβασης. Αν δηλαδή ο πολιτικός παρεμβαίνει ολίγον, περισσότερο ή λιγότερο του θεωρητικού ορίου παρανομίας (στρατηγική Παύλου Μαρινάκη).
Από τη στιγμή που μια κυβέρνηση καταφεύγει στα ανωτέρω τεχνάσματα, καθίσταται ηλίου φαεινότερο πως επεξεργάζεται σχέδιο άμεσης διαφυγής, το οποίο δεν έχει σχέση με τα δημοσίως λεχθέντα, αλλά με άλλους σχεδιασμούς.
Ούτε η εκ Ρουμανίας Ευρωπαία Εισαγγελέας έχει κανέναν λόγο να είναι προκατειλημμένη και μάλιστα τόσο εμφανώς όπως τα παρουσιάζει ο κ. Γεωργιάδης, ούτε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κάποιον ιδιαίτερο λόγο να υπονομεύει τόσο προκλητικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η Αθήνα από το 2019 είναι παράδειγμα «φρόνιμου παιδιού» στις τάξεις της Ένωσης τόσο μάλιστα που να συνιστά case study, ο δε πρωθυπουργός της χώρας διατηρεί άριστες προσωπικές σχέσεις με την πρόεδρο. Το ζήτημα είναι απλούστερο. Έπρεπε να εφευρεθεί ένας «δράκος». Η κυρία Κοβέσι, η οποία και επιστρέφει στην Ρουμανία τον Οκτώβριο, είναι το τέλειο δείγμα «δράκου» όταν ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Ο αντικαταστάτης της κατά πληροφορίες είναι εξόχως σκληρότερος από την προκάτοχό του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον. Και αναφερόμαστε στο μέλλον διότι μία εκ των επερχομένων δικογραφιών αφορά κατηγορητήριο κατά στελεχών της ΝΔ για αδικήματα μετά το 2023. Για να είναι σαφέστερο, αυτή η λεπτομέρεια σημαίνει πως τα αδικήματα έλαβαν χώρα με την επανεκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το άμεσο ενδιαφέρον ως προς το τρέχον πολιτικό θέαμα συνίσταται στο ότι η «Κρίση ΟΠΕΚΕΠΕ» προκάλεσε στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος τάσεις φυγοκεντρικές. Πρόκειται για μία απροσδόκητη εξέλιξη. Συνήθως μπροστά στον κοινό κίνδυνο η αγέλη συσπειρώνεται. Στην περίπτωση αυτή συμβαίνει το αντίθετο.
Το έλλειμμα συλλογικής αυτοπροστασίας στο κυβερνών κόμμα και οι τάσεις εξωτερίκευσης της δυσαρέσκειας κυρίως μελών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας προδίδουν ταυτόχρονα κρίση πανικού αλλά και ερασιτεχνισμό.
Ήδη ανιχνεύονται πιέσεις προς τον Νίκο Δένδια να παρέμβει. Ο Υπουργός Άμυνας μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές διατηρεί ευλαβικά στάση σιωπής ασυρμάτου. Κυκλοφορεί η φήμη στο περίφημο τρίγωνο του αθηναϊκού διαβόλου, πως ήδη ο Κερκυραίος ερωτηθείς περί τα τεκταινόμενα αναφώνησε «Έτσι όπως τα έκανε ας τα λουστεί», έκφραση λαϊκή και της σειράς αλλά άκρως ενδεικτική για το κλίμα που επικρατεί.
Είναι σαφές πώς οι πρώτες επιλογές τακτικής του Μαξίμου μετά την δημοσιοποίηση της «δικογραφίας των 11» σε συνάρτηση με την πρώτη δικογραφία καθώς και με την ειδική περίπτωση των «δύο», απέτυχαν προκαλώντας εύλογα ερωτήματα ως προς τον ίδιο τον σχεδιασμό τους. Χρειαζόταν ιδιαίτερη ικανότητα να αντιληφθεί κάποιος στο πρωθυπουργικό γραφείο πώς δεν υπήρχε ούτε μία πιθανότητα στο εκατομμύριο να αποδεχθεί έστω και ένα βουλευτής να παραδώσει την έδρα του μετά την άρση των ασυλιών; Εδώ ο πολιτικός «πολυτραυματίας» Κώστας Καραμανλής το αρνήθηκε, ο οποίος δεν διαθέτει ούτε το ελάχιστο δυνατό ηθικό έρεισμα για να επιμείνει στην κατοχή της έδρας του.
Εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος κατέστη σαφές πως η επιμονή στην παράδοση των βουλευτικών εδρών κατόπιν παραιτήσεως τους θα οδηγούσε αναπόφευκτα την κυβέρνηση σε απώλεια της δεδηλωμένης, άρα και στην πτώση της και άρα στην διενέργεια εκλογών άνευ κεντρικού σχεδιασμού. Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του όλου ζητήματος.
Ο πρωθυπουργός εδώ και αρκετά εικοσιτετράωρα θα έπρεπε να σχεδιάσει μία νέα τακτική προσέγγιση των επερχόμενων εκλογών με γνώμονα την πολεμική κρίση και τις κοινωνικές επιπτώσεις της, αλλά και την πολιτική πλημμυρίδα που προκαλείται από δύο πολιτικά σκάνδαλα που έχουν ήδη εκραγεί. Αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ και το άλλο του Predator που αφορά και προσωπικά τον πυρήνα της Οικογένειας Μητσοτάκη. Που αφορά δηλαδή τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ως καθ’ ύλη αρμόδιο για τη λειτουργία των Υπηρεσιών Ασφαλείας της χώρας (ΕΥΠ) και τον πρώην διευθυντή του Μαξίμου και ανιψιό του Γρηγόρη Δημητριάδη ως καθ΄ ύλη αρμόδιο στο πρωθυπουργικό γραφείο για την υποδοχή πληροφοριών αλλά και διαχείριση εντολών.
Η πραγματική δημοσκοπική εικόνα ως προς την εκτιμώμενη δύναμη των κομμάτων και οι προοπτικές βελτίωσης ή επιδείνωσης των στατιστικών δεδομένων είναι «εκκωφαντικά» σταθερή.
Η κυβερνώσα παράταξη ως προς την πρόθεση ψήφου δεν ξεπερνά το 25% με τάση να οπισθοχωρεί ενίοτε στο 23%, το ΠΑΣΟΚ δεν ξεκολλά από ένα 11,5 με 12,5 % και από εκεί και πέρα με την αντισυστημική ψήφο, δηλαδή την συντηρητικότερη δυνατή πολιτική επιλογή των ψηφοφόρων να είναι κατακερματισμένη μεν αλλά εξαιρετικά ισχυρή ως προς το συνολικό ποσοστό της.
Ο πρωθυπουργός επέλεξε να υιοθετήσει δημοσίως και επισήμως της θέση πώς οι εκλογές θα διεξαχθούν κανονικά το 2027. Σχεδόν για το σύνολο των παρατηρητών αυτή η επιλογή θα ήταν καταστροφική για τον ίδιο και την Νέα Δημοκρατία. Οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο σε όλο τους το εύρος δεν έχουν ούτε καν διαφανεί ακόμη. Όλες οι εκτιμήσεις, δηλαδή των διεθνών χρηματοπιστωτικών οίκων, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΟΣΑ καταλήγουν πώς η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει πλέον το «Τέρας» του στασιμοπληθωρισμού. Δηλαδή τον χειρότερο δυνατό συνδυασμό της ενεργειακής κρίσης του 1973 και της οικονομικής κρίσης του 1979.
Υπ΄ αυτές τις συνθήκες είναι λογικό να συμπεράνει κανείς πώς όσο απομακρύνεται προς το μέλλον μία εκλογική μάχη τόσο οι πολιτικές και οι οικονομικές εξελίξεις θα επιδεινώνονται. Ακόμη και αν ο πόλεμος τερματιστεί σύντομα όπως προειδοποιεί το ΔΝΤ.
Ως προς το ίδιο το πολιτικό περιβάλλον εντός της χώρας όλα καταλήγουν στο συμπέρασμα πώς η παρούσα κυβερνητική πλειοψηφία έχει υποστεί και την φθορά μίας επταετούς διακυβέρνησης αλλά και την απώλεια πολιτικής αξιοπιστίας.
Είναι φανερό, το επιβάλλουν οι ίδιες οι συνθήκες αλλά και ο πολιτικός ορθολογισμός πώς οι επερχόμενες εκλογές θα διεξαχθούν νωρίτερα του 2027 και όχι αργότερα από την ολοκλήρωση των προσεχών θερινών διακοπών. Δηλαδή εντός ενός χρονικού διαστήματος που θα επιτρέψει έστω και μία συγκυριακή εκτόνωση των εντάσεων λόγω θερινής ραστώνης αλλά και που θα επιτρέψει την στρατηγική ανασυγκρότηση του Μητσοτακικού πολιτικού πυρήνα, εάν αυτός επιδιώκει την διασφάλιση της επιβίωσης του. Και όλα αυτά εάν και εφόσον δεν υπάρξουν εκπλήξεις οι οποίες θα οδηγούσαν σε μία πολύ γρήγορη, έστω και σπασμωδική, αναδιάρθρωση του πολιτικού αλαλούμ που επικρατεί στις τάξεις της υπαρκτής Κεντροαριστεράς.
Η χώρα έχει εισέλθει σε τρικυμιώδη νερά με προοπτικές διαχείρισης μίας ακόμη διεθνούς οικονομικής κρίσης η οποία και πάλι, αναπόφευκτα, θα οδηγήσει σε κρίση χρέους. Αυτή η προοπτική είναι που τρομάζει όλους όσους διαθέτουν πραγματική γνώση και δυνατότητα εκτίμησης των οικονομικών δεδομένων. Μία τέτοια πιθανή εξέλιξη δεν μπορεί να είναι διαχειρίσιμη παρά μόνον από πολιτικά σχήματα που υπηρετούν τον ορθολογισμό και την θεσμική ορθότητα αλλά και που καλύπτουν έναν ικανό πολιτικό χώρο μεταξύ της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς χωρίς βρυχηθμούς και κραυγές όπως αυτές που βασανίζουν τη λογική στην σημερινή πολιτική αντιπαράθεση. Η ίδια η διεθνής συγκυρία οδηγεί στην αναπόφευκτη καταφυγή σε συνθήκες πολιτικής συνδιαλλαγής και καταλλαγής.