Πολιτικη & Οικονομια

Η χαμένη εικοσαετία του ελληνικού πανεπιστημίου

Το ελληνικό πανεπιστήμιο ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου παραμένει δέσμιο του κράτους μαζί με όλη τη συμπαρομαρτούσα γραφειοκρατία

Αλέξανδρος Ονουφριάδης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αναδρομή στα κακώς κείμενα του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου, με έμφαση την τελευταία εικοσαετία.

Το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο, από τη Μεταπολίτευση έως και σήμερα, βρίσκεται σε μία αέναη προσπάθεια μεταρρύθμισης, εμφανίζοντας όμως ισχυρά αντισώματα απέναντι σε κάθε απόπειρα αλλαγής. Από την αποχουντοποίηση του πανεπιστημίου των πρώτων χρόνων μετά την πτώση της διδακτορίας, περάσαμε στη συνδιοίκηση της δεκαετίας του 1980, η οποία με τη σειρά της έδωσε τη σκυτάλη στην εποχή της αγριότητας της δεκαετίας του 1990, με κορωνίδα την πυρπόληση της πρυτανείας του ΕΜΠ.

Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα, υπήρξε η προσδοκία ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο θα εξελισσόταν, έστω και καθυστερημένα, ώστε να συμβαδίσει με την εποχή του. Η πρώτη προσπάθεια έγινε με τον νόμο Γιαννάκου (3549/2007) ο οποίος ανάμεσα σε άλλες διατάξεις, εισήγαγε χρονικό όριο στις σπουδές και περιόρισε τη συμμετοχή των φοιτητών στη λήψη αποφάσεων, ενώ πολεμήθηκε λυσσαλέα από τον πανεπιστημιακό συνδικαλισμό και συνοδεύτηκε από τις πατροπαράδοτες φοιτητικές καταλήψεις. Η ευκαιρία της συνταγματικής αναθεώρησης του 2008 με την αλλαγή του άρθρου 16 για την ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, χάθηκε, με κύρια ευθύνη του ΠΑΣΟΚ το οποίο, αν και είχε εκφραστεί θετικά, αποχώρησε τελικά από τη διαδικασία της αναθεώρησης.

Ως αποτέλεσμα, η χώρα διατήρησε μέχρι και πέρυσι το κρατικό μονοπώλιο στην ανώτατη εκπαίδευση. Ίσως τα ιδιωτικά πανεπιστήμια να διαμόρφωναν συν τω χρόνω ένα πλαίσιο υγιούς ανταγωνισμού με τα δημόσια ΑΕΙ και να επιταχύναν την ανάπτυξή τους αντί να βαλτώσουν, ιδίως κατά τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης. Αντ’ αυτού, τα δημόσια ΑΕΙ παλινδρομούσαν μεταξύ καταλήψεων και βανδαλισμών υπό τον μανδύα του πανεπιστημιακού ασύλου, ενώ παράλληλα γειτονικές χώρες όπως η Κύπρος έκαναν τα πρώτα τους ανοίγματα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σήμερα, η σύγκριση με τα πανεπιστήμια της Κύπρου σε επίπεδο υποδομών και εύρυθμης λειτουργίας είναι συντριπτική εις βάρος μας.

Η κυβέρνηση μπορεί να πανηγυρίζει για το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ενεργές καταλήψεις στα πανεπιστήμια (τόσο χαμηλά έχει πέσει ο πήχης!), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οποιοσδήποτε δεν μπορεί ανά πάσα στιγμή να προβεί σε μια συμβολική κατάληψη ή γενικώς να κάνει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι. Τι απέγιναν, άραγε, τα σχέδια ασφαλείας και ο εξοπλισμός που υποτίθεται θα ήταν λειτουργικά μέχρι το τέλος του 2025; Ενώ λοιπόν ο μεταρρυθμιστικός οίστρος της κυβέρνησης περιορίστηκε στα παραρτήματα ξένων ιδρυμάτων, το δημόσιο πανεπιστήμιο παρέμεινε κατά βάση στάσιμο με αποσπασματικές μικροβελτιώσεις. Η εκκαθάριση των καταλόγων ανενεργών φοιτητών στα ΑΕΙ, παρά τις πολλαπλές αναβολές, δεν μπορεί να θεωρείται μεταρρύθμιση.

Μοναδικό ορόσημο για τη διαμόρφωση ενός πραγματικά νέου, σύγχρονου και λειτουργικού πλαισίου για το ελληνικό πανεπιστήμιο αποτέλεσε ο νόμος Διαμαντοπούλου (4009/2011), ο οποίος ψηφίστηκε από ευρύτατη πλειοψηφία 255 βουλευτών και θέσπισε μεταξύ άλλων, τα Συμβούλια Διοίκησης, τα οποία αποτελούν κοινή πρακτική στα περισσότερα ιδρύματα του εξωτερικού. Δυστυχώς, οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ολίγον ΔΗΜΑΡ) μετά τις εκλογές του 2012 συνέβαλαν ενεργά στη σταδιακή διάβρωση του νόμου, καταστρατηγώντας το πνεύμα του, μέχρι την ολοκληρωτική του κατεδάφιση από τη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Τα Συμβούλια Διοίκησης επανήλθαν με το νόμο Κεραμέως (4957/2022), θεσπίζοντας έναν παράδοξο τρόπο ανάδειξης τους, ευτελίζοντας εν τέλει την εκλογική διαδικασία. Για την ακρίβεια, προβλέφθηκε ο/η πρύτανης/ισσα να είναι μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης και έτσι οι εκλογές για την ανάδειξη του Συμβουλίου μετατράπηκαν σε μια διαδικασία ελέγχου της πλειοψηφίας των μελών του από τους/τις υποψήφιους/ιες, δηλαδή, στην ουσία, σε εκλογές πρύτανη. Αντί να αποκατασταθεί αυτούσιος ο νόμος Διαμαντοπούλου, έστω και με μικροβελτιώσεις, ο οποίος στην αρχική του εκδοχή προέβλεπε την επιλογή του πρύτανη από το Συμβούλιο Διοίκησης μετά από μια ανοιχτή διαγωνιστική διαδικασία (ασχέτως αν στο τέλος ψηφίστηκε μια συμβιβαστική λύση με συμμετοχή των μελών ΔΕΠ στην εκλογή του/της πρύτανη/ισσας), ο νόμος Κεραμέως κατέληξε, στην πράξη, να κάνει μια τρύπα στο νερό. Συν τοις άλλοις, το Υπουργείο αγνόησε αξιόλογες πρωτοβουλίες όπως το Σχέδιο Δράσης για το Πανεπιστήμιο του 2030 του Ιδρύματος Μποδοσάκη με την συμμετοχή έγκριτων ακαδημαϊκών, και επέμεινε στο μάντρα του νόμου Κεραμέως. Μάλιστα, ήταν τέτοια η προχειρότητα αυτού του νόμου, όπου μπροστά στο αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί σε ορισμένα ιδρύματα και την αδυναμία εκλογής πρύτανη από το Συμβούλιο Διοίκησης, χρειάστηκαν δύο διαφορετικές τροπολογίες από δύο διαφορετικούς υπουργούς, με την πρόβλεψη να διενεργείται κλήρωση (!) ως έσχατη λύση για την ανάδειξη του πρύτανη.

Στις περισσότερες χώρες υφίσταται ένα γενικό πλαίσιο κανόνων για τη λειτουργία των ΑΕΙ, και από κει και πέρα τα πανεπιστήμια έχουν την αυτονομία και την ευελιξία να προσαρμόζονται στις εκάστοτε συνθήκες. Στην Ελλάδα, ο κρατικός παρεμβατισμός στο κατά τ’ άλλα αυτοδιοίκητο πανεπιστήμιο είναι τέτοιος, ώστε ο νόμος Κεραμέως να αριθμεί 489 άρθρα που εκτείνονται σε 259 σελίδες, ορίζοντας μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια λειτουργίας του. Έχουμε φτάσει στο σημείο, το Υπουργείο Παιδείας να καθορίζει ποια τμήματα θα λειτουργούν, σε ποιες πόλεις θα ιδρύονται νέα τμήματα (πρόσφατα, για παράδειγμα, στην Καβάλα), ακόμη και τον αριθμό των εισακτέων, (ο οποίος σχεδόν πάντα υπερβαίνει κατά πολύ τις εισηγήσεις των ίδιων των τμημάτων). Δεν πρέπει να υπάρχει άλλη ανεπτυγμένη χώρα στον κόσμο όπου η κάθε κυβέρνηση επιχειρεί να αλλάξει ριζικά τον νόμο που διέπει τη λειτουργία των ΑΕΙ.

Συμπερασματικά, ο τρόπος λειτουργίας των ελληνικών πανεπιστημίων είναι παρωχημένος, μιας και το πλαίσιο λειτουργίας τους παραμένει αμετάβλητο από το 1982, με μοναδική εξαίρεση τον νόμο Διαμαντοπούλου. Το ελληνικό πανεπιστήμιο ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου παραμένει δέσμιο του κράτους μαζί με όλη τη συμπαρομαρτούσα γραφειοκρατία: έγγραφα επί εγγράφων, ατέρμονες συνελεύσεις και ψηφοφορίες επί παντός επιστητού. Αν το ελληνικό πανεπιστήμιο θέλει να επιβιώσει σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, που σύντομα θα περιλαμβάνει τόσο παραρτήματα ξένων ιδρυμάτων όσο και μη κρατικά πανεπιστήμια στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησης του άρθρου 16, η νομική του υπόσταση οφείλει να αλλάξει.

Ενώ η εκάστοτε κυβέρνηση αρέσκεται να μιλάει για αποκέντρωση και στήριξη της περιφέρειας, αθρόες μεταγραφές αποψιλώνουν τα περιφερειακά πανεπιστήμια και επιβαρύνουν τα ιδρύματα των μεγάλων πόλεων. Την ίδια στιγμή, διατηρούνται τμήματα-φαντάσματα με παρωχημένα γνωστικά αντικείμενα και ολιγάριθμους φοιτητές και καθηγητές, χωρίς να προχωράμε σε ένα νέο ακαδημαϊκό χάρτη που να λαμβάνει υπόψη του τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται με τα παραρτήματα ξένων ιδρυμάτων. Όσο περνάει ο καιρός το παρακάτω ερώτημα θα γίνεται ολοένα και πιο πιεστικό: γιατί ένας νέος να επιλέξει να σπουδάσει σε ένα περιφερειακό δημόσιο πανεπιστήμιο όταν ενδεχομένως να του κοστίσει λιγότερο να φοιτήσει σε ένα ιδιωτικό και να παραμείνει στη πόλη του;

Ειρήσθω εν παρόδω, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την έρευνα και την καινοτομία. Έτσι, μετά τη δημόσια κατακραυγή για την αξιολόγηση των ερευνητικών προτάσεων «Trust your stars», η κυβέρνηση ανακοίνωσε τη δημιουργία ενός νέου Υπουργείου Έρευνας, Καινοτομίας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, το οποίο θα συσταθεί μετά το 2027. Αναρωτιέται κανείς αν είναι θέμα δομών ή προσώπων και προτεραιοτήτων το γεγονός ότι η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας. Οι επιλογές που έχουν γίνει στον τομέα της έρευνας τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι μια νέα διοικητική δομή μάλλον δεν θα είναι αρκετή. Απουσιάζει ο μακρόπνοος σχεδιασμός, ενώ η χώρα μας έχει την τάση να επιδίδεται στη νοοτροπία της «αρπαχτής». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ταμείο ανάκαμψης, όπου πακτωλός χρήματων δαπανάται σε φαραωνικά έργα χτίζοντας παραρτήματα ερευνητικών ινστιτούτων ανά την επικράτεια, χωρίς όμως να υπάρχει ένα σαφές σχέδιο για τη μελλοντική στελέχωση και βιωσιμότητά τους.

Επί σχεδόν δύο δεκαετίες πειραματιζόμαστε με διαδοχικά νομοθετήματα για το δημόσιο πανεπιστήμιο, την ώρα που χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, οι οποίες εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση πολύ αργότερα από εμάς, ενίσχυαν τα εκπαιδευτικά τους ιδρύματα. Ίσως το πολιτικό σύστημα μετά τις επόμενες εκλογές, σχεδόν 200 χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, να έχει μια αναλαμπή και να θέσει επιτέλους το πλαίσιο για ένα δημόσιο πανεπιστήμιο απελευθερωμένο από τα δεσμά της στασιμότητας.