Πολιτικη & Οικονομια

Συντηρητισμός και Αριστερά

Η τάση της «συντηρητικής» αριστεράς, οι διαφορές και οι ομοιότητές της με τους αριστερούς και δεξιούς ριζοσπάστες

Σώτη Τριανταφύλλου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συντηρητισμός και Αριστερά: Οι διαφορές από τη δεξιά ιδεολογία, η οικονομία της αγοράς, τα «ελευθεριακά» ρεύματα και ο λαϊκισμός

Ένα μεγάλο μέρος της κομμουνιστικής αριστεράς ήταν εξαρχής συντηρητικό με τη γενικά παραδεκτή έννοια του όρου «συντηρητισμός»: ιδίως όσοι θαύμαζαν τον ασιατικό-προνεωτερικό κομμουνισμό, τον λενινισμό, τον μαοϊσμό και τα τοιαύτα, ήταν, συνήθως, αυταρχικοί, εθνικιστές, θρησκευόμενοι, πουριτανοί, ασκητικοί, δογματικοί, επαρχιώτες, μισογύνηδες κτλ —συγκέντρωναν δηλαδή πολλά από τα χαρακτηριστικά του κλασικού συντηρητισμού· των ιδεολογιών χωρίς φαντασία, χωρίς την παιγνιώδη διάθεση που κάνει τον άνθρωπο υποκείμενο πολιτισμού. Συχνά, αλλά όχι πάντοτε, έλειπε από το συντηρητικό πακέτο ο καθωσπρεπισμός, οι καλοί τρόποι που συνδέονται, λανθασμένα, με τον κοινωνικό συντηρητισμό. Από αυτή την τάση της περιφρόνησης του καθωσπρεπισμού προέκυψε η ανάγωγη αριστερά που, αν και εμφανίζεται σήμερα με τον όρο «dirtbag left», είναι φαινόμενο του 19ου αιώνα.

Υπάρχει κι ένα άλλο είδος συντηρητικής αριστεράς: πρόκειται για εκείνο το άτυπο ρεύμα των διανοουμένων που ξεκινώντας από μαρξιστική ταξική οπτική αντιτίθενται αφενός στην καπιταλιστική, μετασχηματιστική και τεχνολογική νεωτερικότητα, αφετέρου στην πρόοδο, η οποία, κατά τη γνώμη τους, έχει χάσει το νόημά της και έχει γίνει «προοδευτισμός» —ανακόλουθος, ελιτίστικος και μονολιθικός. Αυτό το σύνολο διανοουμένων βλέπει τον καπιταλισμό ως την πιο επιβλαβή μορφή νεωτερικότητας που επιβάλλει στους ανθρώπους, στον «λαό», διαρκείς αλλαγές και προσαρμογή στην κάθε «εποχή»: κατά τη γνώμη τους, η απεριόριστη ανάπτυξη της φιλελεύθερης οικονομίας επιτίθεται, όπως προέβλεψε ο Μαρξ, «στη ρίζα της ζωής». Ως εκ τούτου, άνθρωποι σαν τον Γάλλο σοσιαλιστή Jean-Claude Michéa και σαν τους εκπροσώπους του Blue Labour στο εσωτερικό του βρετανικού Εργατικού Κόμματος, θεωρούν υποδούλωση την αέναη τεχνολογική εξέλιξη· μερικοί, κάνοντας λόγο για την «ψηφιοποίηση της ύπαρξης», προσκολλώνται σε αξίες που εκλαμβάνονται ως «συντηρητικές»: στην οικογένεια, στην τοποφιλία, στην ευταξία. Πολλοί εξ αυτών, ασκώντας κριτική στα κινήματα woke που επικεντρώνονται στη φυλή και στο φύλο —και λιγότερο ή καθόλου στην κοινωνική τάξη— ακούγονται «δεξιοί»· κυρίως όταν το κοινό δεν ξέρει να ακούει ή όταν έχει μάθει να αναγνωρίζει τη διαλεκτική αριστεράς-δεξιάς με τα κριτήρια του 20ού αιώνα.

Το στοιχείο που διαφοροποιεί αυτούς τους «συντηρητικούς» αριστερούς από τους υπολοίπους αυτοπροσδιοριζόμενους ως ριζοσπάστες αριστερούς είναι η ιδέα ότι η οικονομική ανάπτυξη στη Δύση συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξασθένηση όλων των ηθικών φραγμών του ανθρώπου. Αυτή η εξασθένηση (ή άρση), αν και φαίνεται απελευθερωτική, στην πραγματικότητα διευκολύνει τον καπιταλισμό. Λόγου χάρη, όπως εξηγούν οι θεωρητικοί της αποανάπτυξης (π.χ. ο Serge Latouche), η διεθνής αγορά παρένθετης μητρότητας αποτελεί σήμερα μια από τις πιο εύγλωττες και αποκαλυπτικές εκφάνσεις αυτής της «επέκτασης του τομέα του κεφαλαίου» στην «ίδια τη ρίζα της ζωής». Με λίγα λόγια, οι συντηρητικοί αριστεροί έχουν ξεσηκωθεί εναντίον της κατάργησης των ορίων και υπέρ αρχών οι οποίες σχετίζονται με αυτό που περιέγραφε ο Τζορτζ Όργουελ ως common decency· εναντίον της επιλεγόμενης επαναστατικής αντι-συντηρητικής αριστεράς που ζητεί από τους ανθρώπους να απαρνηθούν τις οικογενειακές, πολιτισμικές, εθνικές, γλωσσικές τους καταβολές και να κινηθούν προς ένα ενιαίο παγκόσμιο χωριό, σε μια «ευτυχισμένη παγκοσμίωση». Αν και συχνά η συμβίωση κοινοτήτων με διαφορετική θρησκεία και κουλτούρα αποδεικνύεται άκρως προβληματική, η θεωρούμενη ως επαναστατική ή ριζοσπαστική αριστερά οραματίζεται ένα συνολικό, υπερ-πολιτιστικό κοινοτισμό αίροντας τα σύνορα και καταργώντας την ιδέα της «πατρίδας»: αντιθέτως, η «συντηρητική» αριστερά —που εμπνέεται από τον Tony Judt, τον Richard Rorty, τον David Goodhart κτλ— απορρίπτει τόσο τον ηδονισμό του Μαΐου του 1968 (ο οποίος εμπνέει ακόμα τα μη κομμουνιστικά , τα «ελευθεριακά», αριστερά ρεύματα), όσο και την κουλτούρα που απορρέει από τη λατρεία της αγοράς· μια κουλτούρα πολυπολιτισμικότητας, διαρκούς καινοτομίας και διαρκούς επανάστασης την οποία ασπάζεται ο κεντρικός κορμός της αριστεράς.

Ήδη από την εποχή του «The Culture of Narcissism» (1979) του Christopher Lasch, πολλοί αριστεροί στοχαστές απομακρύνθηκαν από το πνεύμα της εφηβικής εξέγερσης του ’68 η οποία οδήγησε στην παραμέληση του «λαού» και στην ανάδειξη άλλων ομάδων —μετανάστες, σεξουαλικές και χρωματικές μειονότητες— στη θέση της επονομαζόμενης επαναστατικής πρωτοπορίας. Σύμφωνα με διανοουμένους όπως ο Marcel Gauchet και ο Michel Onfray, η μαζικοποίηση της μετανάστευσης του εργατικού δυναμικού και η ανθρωπολογική επανάσταση του «φύλου» είναι τα άμεσα αποτελέσματα του φιλελεύθερου καπιταλιστικού μοντέλου και των δήθεν «απεριόριστων» αναπαραστάσεων ή συμβολικών οριζόντων του —μια κάθε άλλο παρά επαναστατική-σοσιαλιστική προοπτική. Έτσι, οι «συντηρητικοί» αριστεροί προσπαθούν να βρουν την ταυτότητά τους μακριά από τον προοδευτισμό και την κουλτούρα woke: μερικοί Γάλλοι επιστρέφουν στους ενάρετους σοσιαλιστές της γαλλικής ιστορίας που πίστευαν στην κοσμικότητα του κράτους και στην ατομική ευπρέπεια (Jean Jaurès, Charles Péguy)· άλλοι, Βρετανοί κυρίως, αναφέρονται στον Daniel Bell τονίζοντας τη δημοκρατική διάσταση της σοσιαλδημοκρατίας η οποία έχει ολισθήσει στον πολυπολιτισμικό σοσιαλισμό. Γενικά, οι συντηρητικοί αριστεροί πιστεύουν ότι η καπιταλιστική νεωτερικότητα δεν έχει προτείνει ούτε μία νέα αξία, δεν έχει δημιουργήσει καμιά νέα αρετή· κι ότι, αντιθέτως, έχει συμβάλει στον μηδενισμό του 21ου αιώνα, στην κατάρρευση του εργασιακού ήθους, στην αποξένωση και στην ανάπτυξη παράλογων κινημάτων.

Συχνά οι συντηρητικοί αριστεροί εκφράζουν ιδέες που μοιάζουν παλιομοδίτικες ή αποκομμένες από την πραγματικότητα. Σήμερα το να μιλάς εναντίον της αφθονίας ακούγεται παράδοξο· οι περισσότεροι άνθρωποι στη Δύση δεν αναγνωρίζουν ότι ζουν σε κοινωνίες αφθονίας· αντιθέτως, διαμαρτύρονται για τη φτώχεια ή τη λιτότητα. Ακόμα και η κριτική του τρίπτυχου της εκούσιας απομόνωσης TikTok-Delivery-Netflix μπορεί να θεωρηθεί οπισθοδρομική άρνηση του να ζει κανείς «στην εποχή του».

Αλλά καθώς η συντηρητική αριστερά είναι επίσης κοινοτιστική, η κριτική περί οπισθοδρομικότητας πέφτει στο κενό: πρόκειται για μια πολιτική τάση που υποστηρίζει ισχυρό κοινωνικό κράτος, εργασιακά δικαιώματα και ρύθμιση αγοράς, χωρίς να υιοθετεί τον αχαλίνωτο ατομικισμό και την «προοδευτική» κουλτούρα της διαρκούς ρήξης· η βασική της διαφορά από τους αριστερούς ριζοσπάστες εντοπίζεται στο αξιακό σύστημα, στην πίστη της σε αξίες όπως κοινό αγαθό, παράδοση, κοινωνική συνοχή, τόπο, οικογένεια, μέτρο. Ενώ οι αριστεροί ριζοσπάστες (εξτρεμιστές οικολόγοι, κόμματα σαν την Ανυπότακτη Γαλλία, τους Ποδέμος, το Bloco de Esquerda, Die Linke κτλ) δίνουν βάρος στα «δικαιώματα», οι συντηρητικοί αριστεροί προτάσσουν καθήκοντα και αρετές· η λογική τους δεν είναι αντιθεσμική ή αντισυστημική. Μερικοί εξ αυτών δίνουν προτεραιότητα στη συνοχή έναντι της αδιάκριτης «απελευθέρωσης» των επιθυμιών και προτείνουν ως κόμβο αλληλεγγύης μια μορφή πολιτειακού πατριωτισμού ή «λαϊκού ρεπουμπλικανισμού».

Οι διαφορές τους από τη δεξιά είναι σαφείς, αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι η «συντηρητική παράταξη» στηρίζει άνευ όρων την οικονομία της αγοράς ή διαπνέεται από ιδέες φυσικής ανισότητας. Αν και ούτε αυτό ισχύει στην πράξη, οι συντηρητικοί αριστεροί έχουν σοσιαλδημοκρατικό ή σοσιαλιστικό όραμα —το οποίο συνοδεύεται από τις λεγόμενες «αρετές της καθημερινότητας» τις οποίες περιέγραφε ο Charles Taylor. Με λίγα λόγια, το φαντασιακό προόδου, η μέθοδος αλλαγής, η πολιτική κουλτούρα των συντηρητικών αριστερών διαφέρουν τόσο από τη mainstream αριστερά όσο κι από τη δεξιά και την κεντροδεξιά. Τέλος, μπαίνει το ερώτημα σε τι συγκλίνουν με την εθνικιστική-τοπικιστική και αντιμεταναστευτική πολιτική κομμάτων όπως η Εθνική Συσπείρωση των Μαρίν Λεπέν-Μπαρντελλά —και παρότι η απάντηση είναι απλή, δεν είναι σύντομη. Ο πατριωτισμός της «συντηρητικής» αριστεράς είναι πολιτειακός/πολιτικός (civic), όχι εθνοτικός· στην οικονομία προωθεί αναδιανομή, ενδυνάμωση συνδικάτων, συνεταιρισμούς, ρυθμισμένο κεφάλαιο και συχνά οικονομικό προστατευτισμό υπέρ των εργαζομένων —κόμματα όπως η Εθνική Συσπείρωση είναι ετερογενή στο οικονομικό πεδίο με τάση εξυπηρέτησης των μεγάλων κεφαλαιούχων. Ως προς τη laïcité, αυτή η αριστερά βλέπει θεσμούς και την παράδοση ως κοινό αγαθό και κοινό ήθος, με το δημόσιο, «λαϊκό», κοσμικό σχολείο ως τον κατ’ εξοχήν τόπο για την ένταξη όλων, ενώ η λεγόμενη ακροδεξιά πιθανώς εργαλειοποιεί τον «χριστιανικό-πολιτισμικό» κώδικα ως σύνορο αποκλεισμού. Ως προς τον Νόμο, την τάξη, τις ελευθερίες, η αριστερά τονίζει την προσωπική ευθύνη μαζί με κοινωνικά δικαιώματα· η ακροδεξιά έχει μάλλον αστυνομικο-ασφαλιστική ατζέντα. Αλλά αν και το ευρύ κοινό μπερδεύεται από την κοινή ρητορική υπέρ του προστατευτισμού, την κριτική της απορρύθμισης της αγοράς, την επιφυλακτικότητα έναντι της πολυπολιτισμικότητας και τη χρήση του όρου «λαός», το κέντρο βάρους της αριστεράς παραμένει η κοινωνική δικαιοσύνη εντός καθολικών κανόνων, ενώ του λεπενισμού και των συναφών ρευμάτων η ταυτοτική ιεράρχηση και ο εθνικισμός ως ιδέα και πρακτική ανωτερότητας έναντι των άλλων εθνών.

Τέλος, υπάρχει ένας ακόμη τρόπος να δούμε τη σχέση συντηρητισμού και αριστεράς: η σύγχρονη αριστερά —κομμουνιστική/σταλινική και ριζοσπαστική/ελευθεριακή— είναι τόσο λαϊκιστική, τόσο ψηφοθηρική και ιδεοληπτική ώστε αποτελεί φορέα μη-αλλαγής, στασιμότητας ή οπισθοδρόμησης. Αν η λέξη-κλειδί των σοσιαλιστικών κομμάτων ήταν ανέκαθεν «Αλλαγή», η λέξη-κλειδί των σημερινών αριστερών, «επαναστατικών», κομμάτων είναι «Ανατροπή» —πράγμα που σημαίνει ανατροπή των μεταρρυθμίσεων, επιστροφή σε παλιότερο status quo. Η αριστερά εκλαμβάνει οποιαδήποτε αλλαγή ως βήμα επιδείνωσης: σύμφωνα με το αφήγημά της, που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, η κοινωνική ζωή γίνεται ολοένα και χειρότερη· οι μεταρρυθμίσεις, οι αλλαγές, δεν θεωρούνται ποτέ προς τη σωστή κατεύθυνση· ακόμα κι όσες εξελίξεις φαίνονται «προοδευτικές», κρύβουν τις σκοτεινές προθέσεις του καπιταλισμού.