Πολιτικη & Οικονομια

Συνταγματικές τομές σε καιρούς πολιτικής πόλωσης

Οι δυσκολίες των πλειοψηφιών δεν αναιρούν την αξία της δημόσιας συζήτησης για τον θεσμικό εκσυγχρονισμό.

Γιάννης Χοχλακάκης
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η συνταγματική αναθεώρηση, η πολιτική πόλωση και οι αντιδράσεις

Η πρωτοβουλία του Κυριάκου Μητσοτάκη για την έναρξη συζήτησης περί συνταγματικής αναθεώρησης εντάσσεται σε ένα σύνθετο πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο που υπερβαίνει την τρέχουσα συγκυρία. Με τα σημερινά κοινοβουλευτικά δεδομένα, η επίτευξη των αναγκαίων πλειοψηφιών δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ωστόσο, η σημασία της κίνησης δεν εξαντλείται στη βραχυπρόθεσμη πιθανότητα ολοκλήρωσης της διαδικασίας. Σε μια συγκυρία όπου η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από κρίσεις, καταγγελίες και καθημερινή ένταση, η μετατόπιση της πολιτικής ατζέντας στους ίδιους τους κανόνες του πολιτεύματος συνιστά από μόνη της πολιτικό γεγονός.

Η συνταγματική αναθεώρηση λειτουργεί διαχρονικά ως μηχανισμός αναδιάταξης του πολιτικού διαλόγου. Θέτει προτεραιότητες, αναδεικνύει ιδεολογικές διαφορές και υποχρεώνει τα κόμματα να τοποθετηθούν σε ζητήματα θεσμικής αρχιτεκτονικής. Υπό αυτή την έννοια, η πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού δεν αφορά μόνο το «εάν» θα ολοκληρωθεί η αναθεώρηση, αλλά και το «πώς» θα διαμορφωθεί το πλαίσιο συζήτησης για την επόμενη ημέρα.

Οι άξονες που περιγράφονται -θεσμική θωράκιση, λογοδοσία, αναβάθμιση της κρατικής λειτουργίας- δεν είναι αφηρημένες διατυπώσεις. Η αναθεώρηση του πλαισίου ευθύνης υπουργών αφορά ευθέως την ισονομία και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Η συζήτηση για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης αγγίζει την καρδιά της διάκρισης των εξουσιών. Οι παρεμβάσεις για τη δημόσια διοίκηση, την αξιοκρατία και τη θεσμική συνέχεια του κράτους πέρα από κυβερνητικές εναλλαγές συνδέονται άμεσα με την αποκομματικοποίηση της διοίκησης και τη λειτουργική σταθερότητα του κράτους. Πρόκειται για πεδία όπου η θεσμική ωριμότητα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση σταθερότητας.

Βεβαίως, υπάρχουν και ζητήματα που αγγίζουν βαθύτερες ιδεολογικές τομές. Το άρθρο 16, η μονιμότητα στο Δημόσιο και η συνταγματική κατοχύρωση δημοσιονομικών κανόνων δεν είναι τεχνικές ρυθμίσεις. Αφορούν την ίδια τη φιλοσοφία οργάνωσης της δημόσιας σφαίρας και του παραγωγικού μοντέλου. Εκεί οι διαχωριστικές γραμμές είναι αναμενόμενες και θεμιτές. Η δημοκρατία δεν απαιτεί ομοφωνία· απαιτεί σαφήνεια.

Σε αυτό το ήδη απαιτητικό περιβάλλον, η πολιτική πόλωση λειτουργεί ως επιταχυντής καχυποψίας. Η αντιπολίτευση τείνει να διαβάζει τις προτάσεις πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της συγκυρίας ποιος ενισχύεται, ποιος διαμορφώνει το πλαίσιο, ποιος αποκτά θεσμικό πλεονέκτημα. Η στάση αυτή είναι πολιτικά κατανοητή. Ωστόσο, αναδεικνύει και το μόνιμο πρόβλημα των θεσμικών μεταρρυθμίσεων: οι κανόνες που σχεδιάζονται για να υπηρετήσουν το μέλλον κρίνονται μέσα από τις εντάσεις του παρόντος.

Η μεταπολιτευτική εμπειρία δείχνει ότι οι μεγάλες θεσμικές τομές δεν γεννήθηκαν μέσα σε περιβάλλον απόλυτης συναίνεσης. Από τις ισορροπίες που οδήγησαν στις τομές του 1986 έως τις ευρείες συγκλίσεις του 2001, η διαδρομή υπήρξε μακρά και σταδιακή. Οι συναινέσεις δεν επιβάλλονται· οικοδομούνται.

Υπό αυτή την έννοια, ακόμη κι αν οι παρόντες συσχετισμοί δεν επιτρέψουν την άμεση ολοκλήρωση της αναθεώρησης, η συζήτηση που ανοίγει δεν είναι χαμένη. Καταγράφει προθέσεις, χαράσσει διαχωριστικές γραμμές και ορίζει το πεδίο πάνω στο οποίο θα κινηθεί η επόμενη φάση θεσμικών συγκλίσεων. Οι συνταγματικές αναθεωρήσεις δεν γράφονται μόνο όταν ψηφίζονται· γράφονται και όταν τίθενται για πρώτη φορά στο τραπέζι της δημόσιας συζήτησης.

Εκεί κρίνεται η ωριμότητα ενός πολιτικού συστήματος, στην ικανότητά του να παράγει θεσμούς ισχυρότερους από τις συγκρούσεις της στιγμής.