- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ξύνοντας τον πάτο του βαρελιού της αντιπολίτευσης
Τι συμβαίνει και το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να προηγείται δημοσκοπικά της αντιπολίτευσης και μάλιστα με διψήφια ποσοστά;
Η κατακερματισμένη αντιπολίτευση, η έλλειψη πειστικής εναλλακτικής και η «γκρίζα ζώνη» ψηφοφόρων κρατούν τη ΝΔ πρώτη
Είναι ίσως η πρώτη φορά στην μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας που η είσοδος της προεκλογικής χρονιάς βρίσκει το πολιτικό σκηνικό τόσο ρευστό με την αντιπολίτευση κυριολεκτικά κατακερματισμένη. Θα ήταν ίσως λογικό να συμβαίνει κάτι τέτοιο στην περίπτωση που η κυβέρνηση της χώρας συνέχιζε να συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά αποδοχής και ικανοποίησης των πολιτών για τις επιδόσεις της και οι δημοσκοπήσεις την έφερναν κοντά στα επίπεδα μιας νέας αυτοδυναμίας. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Η πρόθεση ψήφου στη ΝΔ κινείται στα χαμηλότερα ποσοστά των τελευταίων χρόνων αντανακλώντας τη δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική.
Τι συμβαίνει λοιπόν και το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να προηγείται δημοσκοπικά της αντιπολίτευσης και μάλιστα με διψήφια ποσοστά; Την απάντηση την δίνουν οι ίδιοι οι πολίτες. Η ικανοποίηση που εκφράζουν για την πολιτική της αντιπολίτευσης είναι μικρότερη από εκείνη που δείχνουν για την κυβερνητική πολιτική. Γι’ αυτό άλλωστε αυξάνεται και ο αριθμός των πολιτών που περνούν στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη» στην κατηγορία δηλαδή των πολιτών που ενώ δείχνουν απογοητευμένοι από τη ΝΔ διστάζουν να δείξουν εμπιστοσύνη σε κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης. Η έλλειψη πειστικής εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης αποτελεί πρόβλημα όχι μόνο για την αντιπολίτευση αλλά, κυρίως, για τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Κάποιες φωνές από τον χώρο της Αριστεράς αλλά και του ΠΑΣΟΚ διατυπώνουν την πρόταση της συγκρότησης ενός ενιαίου παραταξιακού ψηφοδελτίου από τις δυνάμεις της «προοδευτικής» αντιπολίτευσης ως τη μόνη ικανή να οδηγήσει στην ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πιστεύει κανείς ότι η συσπείρωση του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ με τα κομμάτια του διαλυμένου ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να πείσει τους προβληματισμένους ψηφοφόρους ότι είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες διακυβέρνησης της χώρας; Με ποια κοινή πολιτική και ιδεολογική βάση και με ποιες κοινές προγραμματικές θέσεις θα κληθούν οι πολίτες να εμπιστευτούν τις τύχες της χώρας σε έναν αλλοπρόσαλλο συνασπισμό της αξιωματικής αντιπολίτευσης με αποτυχημένους και αποδοκιμασμένους εκλογικά πολιτικούς;
Άλλοι πάλι βγάζουν τον επανακάμπτοντα σε ηγετικό ρόλο Αλέξη Τσίπρα ως άσσο από το μανίκι τους. Για ποιο λόγο ακριβώς ζητάει ο πρώην πρωθυπουργός μια δεύτερη ευκαιρία από τον ελληνικό λαό; Για να επαναλάβει την προηγούμενη θητεία του για την οποία, όπως δηλώνει στις παρουσιάσεις της «Ιθάκης» αισθάνεται «αμετανόητος και περήφανος» ή μήπως έχει κάποια διαφορετική πολιτική πρόταση με νέους συνεργάτες που μας κρατάει κρυφή ως μια ακόμα δυσάρεστη έκπληξη από αυτές που μας επεφύλαξε στο παρελθόν; Και αν, όπως δήλωσε στενός ακαδημαϊκός συνεργάτης του, «Ο Τσίπρας είναι διετεθειμένος να χάσει από τον Μητσοτάκη όσες φορές χρειαστεί ώσπου να τον νικήσει» αυτό δεν σημαίνει ότι η δημοκρατία και η χώρα διαθέτουν τις ίδιες αντοχές.
Τον τελευταίο καιρό, στον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης έρχεται να προστεθεί και η απόφαση της πρώην προέδρου του συλλόγου γονέων-συγγενών των θυμάτων των Τεμπών να πολιτευτεί με σημαία την καταπολέμηση της διαφθοράς. Ίσως πιστεύει ότι, με αυτό τον τρόπο θα συμβάλλει περισσότερο στο να λάμψει η αλήθεια για την φονική τραγωδία των Τεμπών ή, έστω, στο να μην επαναληφθεί μια ανάλογη τραγωδία στο μέλλον. Ίσως, επίσης, να πιστεύει ότι έτσι θα γίνει η φωνή των πολιτών που έχουν αποστασιοποιηθεί αγανακτισμένοι από το «διεφθαρμένο» πολιτικό σύστημα. Πέραν του προσωπικού ρίσκου που αναλαμβάνει, ας έχει υπ’ όψη της ότι η σημαία κατά της διαφθοράς κρύβει από πίσω της πολλούς δυσάρεστους, ύποπτους και ακροδεξιούς συχνά, κινδύνους.
Το πρόβλημα της πολυδιάσπασης της αντιπολίτευσης δεν αναμένεται να ξεπεραστεί ως την άνοιξη του 2027 οπότε θα διεξαχθούν οι επόμενες βουλευτικές εκλογές, εκτός αν παρουσιαστούν έκτακτες και απρόβλεπτες εσωτερικές ή εξωτερικές εξελίξεις. Με τους πιο μέτριους υπολογισμούς, παίρνοντας πάντα υπ’ όψη τη γενική δημοσκοπική εικόνα των τελευταίων μηνών, στα έδρανα του Ελληνικού Κοινοβουλίου θα καθίσει τουλάχιστον ένα ποσοστό 25-30% «αντισυστημικών» βουλευτών. Αν συνυπολογίσει κανείς και τη δυσανεξία του ΚΚΕ σε κάθε είδους συνεργασίες, αντιλαμβάνεται ότι τα περιθώρια για συναινέσεις στα εθνικά-γεωπολιτικά θέματα που διακυβεύονται αυτή την εποχή, η σε κορυφαία θεσμικά ζητήματα όπως η αναθεώρηση του Συντάγματος στενεύουν δραματικά.
Η χαοτική κατάσταση που επικρατεί στην αντιπολίτευση αποτελεί το κύριο κυβερνητικό επιχείρημα για τη διεκδίκηση της τρίτης αυτοδυναμίας ως της μόνης ικανής να βγάλει το πολιτικό σύστημα από το διαφαινόμενο αδιέξοδο. Η απόφαση για την κατάκτηση της αυτοδυναμίας έστω και με τον εκλογικό εκβιασμό της πολλαπλής κάλπης θα οξύνει το τοξικό κλίμα αποκλείοντας ουσιαστικά κάθε άλλη μορφή διακυβέρνησης της χώρας. Στην κρίσιμη αυτή προεκλογική περίοδο, η αξιωματική αντιπολίτευση καλείται να προβάλλει με συνέπεια μια πειστική μεταρρυθμιστική προγραμματική ατζέντα για την αντιμετώπιση των οξυμένων κοινωνικών προβλημάτων. Ταυτόχρονα το ΠΑΣΟΚ οφείλει να αποβάλλει το φοβικό σύνδρομο της εσωκομματικής περιχαράκωσης προχωρώντας σε μια αμφίπλευρη διεύρυνση με αμιγή πολιτικά χαρακτηριστικά, μακριά από παλαιοκομματικού τύπου μεταγραφικά παζάρια που ευτελίζουν την αξιοπιστία του.