Πολιτικη & Οικονομια

Americanvisa

Για μια ακόμη φορά η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στο λεγόμενο «πρόγραμμα αποποίησης βίζας»

Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 232
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Για μια ακόμη φορά η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στο λεγόμενο «πρόγραμμα αποποίησης βίζας» (στο οποίο συμμετέχουν 27 χώρες) πράγμα που σημαίνει ότι για να ταξιδέψουν οι Έλληνες στις ΗΠΑ πρέπει να υποβάλλονται στη διαδικασία της βίζας. Η βίζα είναι μια σφραγιδούλα που επιτρέπει την παραμονή στις ΗΠΑ για 90 μέρες (το πολύ) μετά από μια δήλωση («όχι, δεν είμαι κομουνιστής», «όχι δεν είμαι τρομοκράτης», «όχι, δεν έχω λάβει μέρος σε πόλεμο κατά των ΗΠΑ», «όχι, δεν προτίθεμαι να γίνω λαντζέρης στο Σικάγο») που υπογράφει, με ταπεινό ύφος, ο ταξιδιώτης στην αμερικανική πρεσβεία, καθώς και μετά από μια σύντομη συνέντευξη κατά την οποίαν τον κοιτάζουν αυστηρά και καχύποπτα και τον ρωτούν αν σκοπεύει να βομβαρδίσει την Ουάσινγκτον ή να προβεί σε κάποια άλλη αντι-αμερικανική πράξη.

Η τουριστική βίζα έχει στόχο να προστατεύσει τις ΗΠΑ από ανεπιθύμητους μετανάστες, να τονίσει το χαρακτήρα της ως Γης της Επαγγελίας –όπου, για να πατήσεις το πόδι σου, πρέπει να πληροίς ορισμένες προϋποθέσεις– και να μαζέψει μια χούφτα δολάρια από τον κάθε υποψήφιο ταξιδιώτη. Για να απαλλαγεί μια χώρα από τη βίζα που συνεπάγεται εξευτελισμό σε ατομικό και διπλωματικό επίπεδο πρέπει να είναι είτε α) «καλό παιδί» (Σιγκαπούρη, Μπρουνέι, Σλοβενία, Βαλτικές χώρες), είτε β) να συνδέεται με τις ΗΠΑ με κοινή ιστορία και γλώσσα (Βρετανία, Αυστραλία, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία, Ιρλανδία), είτε γ) να διαθέτει διεθνή ισχύ και κύρος (Ιαπωνία, Γερμανία), είτε δ) να έχει τόσο υψηλό επίπεδο ζωής ώστε οι κάτοικοί της να μην τείνουν να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ (Νορβηγία, Γαλλία, Ιταλία). Η Ελλάδα, αν και μέλος του ΝΑΤΟ (επιμένω ότι αίτημα της εποχής μας είναι η αποχώρησή μας από το ΝΑΤΟ· τώρα, τώρα, τώρα) δεν έχει καταφέρει να συνάψει διμερή σχέση ελεύθερης διακίνησης ταξιδιωτών: οι Έλληνες θεωρούνται ένας ανυπόληπτος όχλος που φθονεί τα υπερατλαντικά πλούτη και πασχίζει να περάσει την Υψηλή Πύλη (τον έλεγχο διαβατηρίων στα αμερικανικά διεθνή αεροδρόμια) ώστε να γίνει μπακαλόγατος, ψήστης κεφτέδων και παρατρεχάμενος στην αγορά εργασίας των ΗΠΑ. Το αμερικανικό υπουργείο εξωτερικών έχει μείνει πίσω· έχει χάσει επεισόδια της ιστορίας του ύστερου εικοστού αιώνα: οι Έλληνες δεν έχουν καμιά διάθεση να δουλέψουν στο φαστφουντάδικο του θείου Γκας. Κανείς δεν θυμάται πια τον θείο Γκας.

Η βίζα, όπως υπαινίχθηκα, σχετίζεται με μια διαδικασία προσωπικής έκθεσης: για να την εξασφαλίσεις χρειάζεται να επιδείξεις φορολογική δήλωση που να βεβαιώνει ότι, αν φύγεις από την Ελλάδα, έχεις πολλά να χάσεις· άρα, αποτελεί, μεταξύ άλλων, μια παρανομία εκ μέρους της αμερικανικής πρεσβείας. Αίρεται το απόρρητο, παραβιάζονται τα προσωπικά δεδομένα: δείχνεις τη φορολογική σου δήλωση, το βιβλιάριο των τραπεζικών σου καταθέσεων σε αγνώστους – εξάλλου, απαντάς σε ερωτήσεις που αφορούν τις πολιτικές σου ιδέες και, επιπλέον, πληρώνεις χαράτσι ώστε να κινείται η γραφειοκρατία η σχετική με τη βίζα. Η βίζα περιβάλλεται από μιαν ατμόσφαιρα αίγλης και μυστηρίου: στην πραγματικότητα, αποδεικνύει ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σήμερα πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα· ο υποτιθέμενος «ελεύθερος κόσμος» έχει υψώσει τείχη τα οποία δεν δικαιούνται να περάσουν οι παρακατιανοί.

Γιατί η ελληνική διπλωματία δεν καταφέρνει να καταργήσει αυτό το handicap; Διότι, εκτός από τις προκαταλήψεις των Αμερικανών –που ανησυχούν για το μαζικό αντι-αμερικανισμό στη χώρα μας (ας πρόσεχαν) και τη φιλο-αραβική πολιτική (ας πρόσεχαν πάλι)– είμαστε μια χώρα-μπεμπέκα· ένα κρατίδιο που, αν και επιμένει στη γονυπετή του στάση έναντι των ΗΠΑ, αδυνατεί να εξαγάγει κάποιο κέρδος από αυτή. Κοντολογίς, είτε θα αποχωρήσουμε από το ΝΑΤΟ και θα γίνουμε μια ουδέτερη, αποστρατιωτικοποιημένη βαλκανική δημοκρατία, είτε θα διεκδικήσουμε με έναρθρο τρόπο (μας διακρίνει δυσφράδεια, κοινώς τραύλισμα) τη θέση μας ως ίσοι μεταξύ ίσων. Η βίζα μάς υποβιβάζει, μας τοποθετεί σε μια φαντασιακή ομάδα ταραξιών (μακάρι να ήμασταν ταραξίες, αλλά δεν είμαστε) και αναδεικνύει τις ΗΠΑ ως τη δυσυπέρβλητη μητρόπολη την οποία θέλουν όλοι να αγγίξουν αλλά δεν μπορούν.

Οι αμερικανικές αρχές θα έπρεπε να έχουν ενημερωθεί ότι οι Έλληνες τουρίστες είναι από τους πιο καταναλωτικούς στον κόσμο και ότι, με το να περιορίζουν τον αριθμό τους, χάνουν δολάρια· πολλά, κολλαριστά δολάρια. Οι Έλληνες ταξιδεύουν για να ψωνίσουν, όχι για να τοποθετήσουν γκαζάκια στο Πεντάγωνο· ξοδεύουν αφειδώς (δεν είναι τσιγκούνηδες σαν τους Γάλλους, ούτε απαιτητικοί σαν τους Βρετανούς) και παρά τη θορυβώδη συμπεριφορά τους είναι απολύτως αβλαβείς. Από την πλευρά τους, οι ελληνικές αρχές θα έπρεπε να συμπεριφέρονται με περισσότερη αξιοπρέπεια: η βίζα για τους Έλληνες πρέπει να καταργηθεί αμέσως· αρκετά έχουμε υποφέρει από την αμερικανική πολιτική και τον γκανγκστερισμό των διεθνών σχέσεων. Αν ενθαρρυνθεί ο τουρισμός προς τις ΗΠΑ, ίσως οι Έλληνες να διαπιστώσουν ότι τίποτα δεν είναι τόσο ωραίο, ούτε τόσο άσχημο όσο νομίζουν (δηλαδή όσο παρουσιάζουν οι χολιγουντιανές ταινίες από τη μία και το ΚΚΕ από την άλλη με τα συνθήματα του μίσους: «Αμερικάνοι φονιάδες των λαών!»)· και τότε ο ντόπιος αντι-αμερικανισμός, που συχνά παίρνει παθολογικές και γκροτέσκες διαστάσεις, ίσως καμφθεί προς όφελος όλων μας.