Πολιτικη & Οικονομια

Πώς οι καταστροφές ανέδειξαν τις κυβερνητικές αδυναμίες

Οι νέες συνθήκες επιβάλλουν ένα πιο συγκροτημένο υπουργικό συμβούλιο και καθαρές προτεραιότητες

Δημήτρης Καλουδιώτης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τα υπέρ και τα κατά της διαχείρισης των καταστροφών και τι πρέπει να κάνει ο κ. Μητσοτάκης με σκοπό την αποτελεσματικότητα της διοίκησης

Τα γεγονότα του καλοκαιριού που, ας ελπίσουμε, έφτασαν στο τέλος τους με την τεράστια πλημμύρα στη Θεσσαλία, έφεραν στη χώρα ένα διαφορετικό τοπίο. Αν και υπάρχουν κυβερνητικές ευθύνες για τη διαχείριση πολλών από αυτά τα γεγονότα, τίποτα δεν θα μπορούσε να αλλάξει τη γενική εικόνα. Η κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος όπως έχει διαμορφωθεί με τις έως τώρα πλανητικές αλλαγές —την κλιματική κρίση— απαιτεί συνολική αλλαγή του τρόπου διαχείρισής της: έτσι κι αλλιώς, δεν μπορεί εύκολα να αγνοηθεί ή να προβλεφθεί απολύτως η μανία της φύσης. Αυτό έγινε σαφές, και πρέπει να γίνει σαφές, ιδιαίτερα στην καταστροφή της Θεσσαλίας. Οι προσπάθειες των μηχανικών και βέβαια των πολιτικών και της οικονομίας έχουν κάποια όρια. Ας είμαστε σεμνότεροι. Ωστόσο, είναι χαρακτηριστική και θετική για την κοινωνία μας και για την κυβέρνηση η ευρεία κινητοποίηση των κρατικών δομών, των εθελοντών στο πεδίο και της συγκέντρωσης βοήθειας, για να περισωθεί ό,τι μπορεί να περισωθεί. Κανείς δεν πρέπει να υποτιμά αυτή την κινητοποίηση. Είμαι αντίθετος στις απόψεις μηδενισμού των δυνατοτήτων της χώρας και των πολιτών της.

Η χώρα έχει απολέσει σημαντικό μέρος της πιο παραγωγικής περιφέρειάς της και έχει υποστεί σοβαρές ζημιές. Ήδη δημοσιοποιούνται στοιχεία για τις απώλειες και για τη συμμετοχή της Θεσσαλίας στους τομείς της γεωργοκτηνοτροφικής παραγωγής και στο ΑΕΠ της χώρας. Το οικοσύστημα του νομού Έβρου, που έχει τη μεγαλύτερη στρατηγική σπουδαιότητα, έχει επίσης υποστεί συντριπτικές καταστροφές. Έτσι, το σίγουρο είναι πως χρειάζεται εθνική και ευρωπαϊκή κινητοποίηση. Υπήρξε ένα παράδειγμα κινητοποίησης, κατά κάποιο τρόπο «έξω» από τις θεσμικές κρατικές και αυτοδιοικητικές οντότητες: η ανάθεση της ευθύνης διαμόρφωσης του στρατηγικού πεδίου ανάταξης της περιοχής της Βόρειας Εύβοιας στον πρώην δήμαρχο Καλαμάτας (και Υπουργό Πολιτισμού, Υπουργό Αιγαίου και Υφυπουργό Δημόσιας Διοίκησης στις κυβερνήσεις Κώστα Σημίτη) Σταύρο Μπένο και στο Σωματείο Διάζωμα. Κατά την γνώμη μου, πρόκειται για καλή εξέλιξη: το πρότυπο της Βόρειας Εύβοιας ίσως έχει εφαρμογή και στον Έβρο.

Πράγματι, το θεσσαλικό πρόβλημα είναι πολύ σοβαρότερο και πιο περίπλοκο από όλες τις απόψεις. Χρειάζεται ξεχωριστή δομή, με τη συμμετοχή ευρωπαϊκών στελεχών, πάνω από τις κρατικές και αυτοδιοικητικές οντότητες, χωρίς όμως να τις αγνοεί: μια λιτή δομή στελεχών στην οποία θα δοθούν έκτακτες δυνατότητες λήψης και διαχείρισης αποφάσεων. Πρόκειται για μια προσπάθεια με πανευρωπαϊκή και μεσογειακή σημασία για όσα μας περιμένουν στις νέες κλιματικές συνθήκες: είναι ζήτημα ασφάλειας. Παραλλήλως, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό, οι νέες τάσεις στη γεωργία και την κτηνοτροφία, τα καινούργια τεχνολογικά εργαλεία κλπ. Θα λέγαμε χωρίς να υπερβάλλουμε ότι η οργάνωση και η εκτέλεση πρέπει να θυμίζουν το σχέδιο Μάρσαλ στις νέες συνθήκες.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται μπροστά στην πρόκληση να καταστήσει την περιφέρεια Θεσσαλίας το παράδειγμα για να συγκλίνουμε όντως, ως χώρα, με την καλή πλευρά της Ευρώπης. Το στοίχημα της Θεσσαλίας είναι κρίσιμο, πέραν από τις γενικές μεγαλοστομίες, για το μέλλον της χώρας.

Προσθέτω το εξής: πριν από τις πλημμύρες είχα ξεκινήσει να γράφω ένα σημείωμα για την ως τώρα παρουσία της κυβέρνησης. Παραθέτω εδώ την εισαγωγή αυτού του κειμένου:

Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την νέα κυβέρνηση Μητσοτάκη «κυβέρνηση καλοκαιριού», αν το καλοκαίρι ήταν συνηθισμένο. Δυστυχώς ήταν το χειρότερο των τελευταίων χρόνων· τόσο σκληρό ώστε ανέδειξε όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειές της. Το κύριο χαρακτηριστικό της κυβέρνησης της δεύτερης τετραετίας ήταν το πλήθος των κυβερνητικών αξιωματούχων, το οποίο, μαζί με το περίφημο ροτέσιον οδήγησε σε ένα κυβερνητικό σχήμα χωρίς προσωπικότητα. Σε τέτοιο σημείο που χάθηκε και η προσωπικότητα του ίδιου του πρωθυπουργού. Ό,τι κι αν προσδοκά ο Κ. Μητσοτάκης με μια κυβέρνηση 64 προσώπων και άλλων τόσων, ή και περισσότερων, γενικών και ειδικών γραμματέων σε μια χώρα 10 εκατομμυρίων είναι εκτός προδιαγραφών. Άλλωστε η Ελλάδα δεν διαθέτει τόσα στελέχη στο απαιτούμενο υψηλό επίπεδο. Και στις τεχνολογικές συνθήκες που έχει κατακτήσει δεν της χρειάζονται καν.

Στην πολιτική, «εν αρχή ην ο λόγος» κι αυτός σχεδόν εξαφανίστηκε συγκριτικά και με την κυβέρνηση της προηγούμενης τετραετίας. Πολλά από τα στελέχη που ανέλαβαν κρίσιμους τομείς ήταν ακατάλληλα και όσα είχαν εμπειρία χάθηκαν μέσα στο πλήθος. Προφανώς υπάρχει τέτοια σύγχυση και τέτοιος ανταγωνισμός μέσα στο κάθε υπουργείο, αλλά και μεταξύ των υπουργών, υφυπουργών και γραμματέων ώστε καθιστά δυσχερή τη λειτουργία της κυβέρνησης. Και αδύνατη τη διοίκηση και τη μεταρρύθμιση του κράτους που παραμένει ο κεντρικός στόχος. Αν δεν υπάρξει γρήγορος ανασχηματισμός η κυβέρνηση θα καταστεί σύντομα «χλεύη των ηττημένων», ηττημένων που ταυτόχρονα δεν έχουν καμιά δυνατότητα δημιουργίας εναλλακτικής λύσης.

Ένας από τους λόγους που δεν μπορούν περιφέρειες και Δήμοι να φέρουν εις πέρας δύσκολες αποστολές σαν αυτές που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι το γεγονός ότι κατακλύζονται από υπερβολικά μεγάλο αριθμό εκλεγμένων στελεχών και επάλληλων θεσμών: δήμαρχοι αντιδήμαρχοι, τοπικά συμβούλια, περιφερειάρχες, χωρικοί και θεματικοί αντιπεριφερειάρχες. Όλοι αυτοί μπλοκάρουν αντί να διοικούν την περιφερειακή και τοπική διοίκηση με τα γνωστά αποτελέσματα. Ιδού, λοιπόν, ένας ακόμα τομέας που χρειάζεται διορθωτικές παρεμβάσεις εξορθολογισμού.

Οι νέες συνθήκες επιβάλλουν ένα πιο συγκροτημένο υπουργικό συμβούλιο και καθαρές προτεραιότητες. Σε αυτή την κυβέρνηση υπάρχουν στελέχη χωρίς ιδιαίτερη πολιτική πείρα αλλά με καλή επιστημονική και επαγγελματική κατάρτιση. Κάποια από αυτά θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον σχεδιασμό και την υλοποίηση του προγράμματος αναγέννησης της Θεσσαλίας. Όσο για την κυβέρνηση, πρέπει να περιοριστεί σε πολιτικούς με ικανότητες διαχείρισης και συγκροτημένο πολιτικό λόγο.