Πολιτικη & Οικονομια

Τάκης Παππάς: Μιλάμε για μία πρωτόγνωρη αδυναμία αντιπολίτευσης

Ο διακεκριμένος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και συγγραφέας μιλά στην ATHENS VOICE για τις επιπτώσεις του εκλογικού αποτελέσματος της 21ης Μαΐου, εν μέσω της νέας προεκλογικής περιόδου

Βασίλης Βενιζέλος
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Εκλογές 2023: Ο καθηγητής Πολιτική Επιστήμης και συγγραφέας Τάκης Παππάς απαντά για το μέλλον του δικομματισμού, τον ρόλο κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, τις αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό.

Τι έγινε ο δικομματισμός, τον οποίον γνωρίζαμε στη χώρα μας; Κατέρρευσε την ημέρα των εθνικών εκλογών της 21ης Μαΐου και η χώρα εισήλθε στο φάσμα ενός νέου κομματικού συστήματος, το οποίο αλλάζει προφανώς και τον ρόλο της κυβέρνησης και τον ρόλο της αντιπολίτευσης.

Με αυτές τις σκέψεις απευθυνθήκαμε στον επισκέπτη καθηγητή του Κεντρικού Πανεπιστημίου της Βουδαπέστης και συνεργάτη καθηγητή του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι της Φινλανδίας, Τάκη Παππά. Τον διακεκριμένο πανεπιστημιακό και συγγραφέα έχουμε γνωρίσει επίσης στην Ελλάδα μέσα από τα βιβλία του και μέσα από το blog του. 

Τι συμβαίνει, τελικά, κύριε καθηγητά; Είχαμε έναν δικομματικό κομματικό σύστημα, το οποίο κατέρρευσε σε… μία ημέρα, ή δεν είχαμε ποτέ πραγματικά δικομματικό σύστημα στη χώρα μας;

Μα έτσι ακριβώς καταρρέουν στις δημοκρατίες τα κομματικά συστήματα—μονομιάς σε μια μέρα, η οποία πάντα είναι ημέρα εκλογών! Στο ερώτημά σας τώρα, ασφαλώς και είχαμε δικομματικό σύστημα στη Μεταπολίτευση, ένα μάλιστα από τα πιο επιτυχημένα στον δημοκρατικό κόσμο και το οποίο διήρκεσε πάνω από τρεις δεκαετίες, για την ακρίβεια 31 χρόνια! Πριν πάμε όμως να δούμε τι έγινε και ο δικομματισμός κατέρρευσε, ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα τι ακριβώς είναι ένα δικομματικό σύστημα και πώς λειτουργεί.

Σίγουρα «δικομματισμός» δεν σημαίνει ότι υπάρχουν στο σύστημα δύο μόνο κόμματα, αλλά ούτε ότι δύο κόμματα ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα επειδή έχουν συγκριτικά μεγαλύτερα εκλογικά ποσοστά. Δικομματισμό έχουμε όταν δύο, και μόνο δύο, κόμματα είναι σε θέση να σχηματίζουν αυτοδύναμη κυβέρνηση εναλλάξ. Όταν, ο σχηματισμός κυβέρνησης γίνεται υπόθεση ενός μόνο κόμματος σε συνεχείς εκλογές (όπως δηλαδή συμβαίνει σήμερα στη χώρα μας), ή όταν τα μεγάλα κόμματα χρειάζονται τη συνδρομή κάποιου μικρότερου κόμματος για να κάνουν συμμαχική κυβέρνηση (όπως συνέβη στην περίπτωση της συγκυβέρνησης Σύριζα-ΑΝΕΛ), τότε θα έπρεπε να είναι προφανές ότι δεν έχουμε δικομματισμό αλλά κάτι άλλο. Υπάρχουν, επομένως, δύο πολύ απλά χαρακτηριστικά που μας λένε αν ένα σύστημα είναι ή όχι δικομματικό: η συχνή εναλλαγή δύο μόνο κομμάτων στην εξουσία και η δυνατότητα καθενός από αυτά τα δύο κόμματα να κυβερνά με τρόπο αυτοδύναμο.

Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, ο δικομματισμός κράτησε από το 1981 έως το 2012, μια μακρά περίοδο που (με εξαίρεση τη διετία 1989-90) η χώρα κυβερνήθηκε εναλλάξ από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ χωρίς ανάγκη κυβερνητικών συνεργασιών με μικρότερα κόμματα. Ο δικομματισμός κατέρρευσε στις εκλογές του 2012 με την πτώση του ΠΑΣΟΚ, τη συρρίκνωση των εκλογικών ποσοστών της ΝΔ και την ανάδυση νέων πολιτικών κομμάτων που, από τότε και ύστερα, έπαιξαν σημαντικούς ρόλους σε κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις. Δεν είναι τυχαίο, ασφαλώς, ότι την κατάρρευση του δικομματισμού και των αυτοδύναμων κυβερνήσεων ακολούθησε μια σειρά τριών συμμαχικών κυβερνήσεων, του Παπαδήμου, της ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ, και τέλος η συγκυβέρνηση Σύριζα-ΑΝΕΛ. Αν με ρωτούσατε, πάντως, για την προοπτική επανόδου της χώρας σε δικομματισμό, θα σας έλεγα ότι το θεωρώ ένα μακρινό αλλά όχι και εντελώς απίθανο σενάριο για το μέλλον.

Οδεύουμε, μετά από τις επερχόμενες εθνικές εκλογές, προς ένα κομματικό σύστημα με κυρίαρχο κόμμα, προς ένα κομματικό σύστημα με ηγεμονικό κόμμα ή προς ένα κομματικό σύστημα του 1 ½ κόμματος;

 Με όρους κλασικής Πολιτικής Επιστήμης, το κομματικό σύστημα που έχει εγκαθιδρυθεί ήδη από τις εκλογές του 2019 ορίζεται ως σύστημα ενός «επικυρίαρχου» κόμματος. Ο τρόπος που λειτουργεί αυτό το σύστημα είναι ότι ένα και μοναδικό κόμμα, εν προκειμένω η ΝΔ, διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων στην Βουλή και διατηρεί κυριαρχία στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων με μεγάλη απόσταση από το δεύτερο κόμμα. Όπως έδειξαν με επίταση οι προηγούμενες εκλογές (και θα επιβεβαιώσουν οι επόμενες), το σύστημα του επικυρίαρχου κόμματος είναι ισχυρό και μάλλον θα έχει αρκετή διάρκεια, ίσως και πέραν της ήδη προβλεπόμενης οκταετίας.

Έχει καμία βάση η τακτική κριτική της αντιπολίτευσης, η οποία κάνει λόγο για το ενδεχόμενο ενός παντοδύναμου πρωθυπουργού, αποκλειστικά και μόνον επειδή η Ν.Δ. μπορεί να βρεθεί πάλι ακόμη και πάνω από το 40% στις επερχόμενες εκλογές;

Κοιτάξτε, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για τη «παντοδυναμία» του πρωθυπουργού, αλλά για σχεδόν πρωτόγνωρη αδυναμία της αντιπολίτευσης. Υπήρξαν στο παρελθόν πρωθυπουργοί με πολύ μεγαλύτερη εκλογική και κοινοβουλευτική ισχύ από τον Μητσοτάκη, αλλά ποτέ δεν υπήρξε κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τόσο χαμηλό ποσοστό όσο ο σημερινός Σύριζα. Η μόνη σύγκριση που μπορεί να γίνει είναι με τις ιδρυτικές της Μεταπολίτευσης εκλογές του 1974, στις οποίες ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν πράγματι παντοδύναμος με περισσότερο από 54%, ενώ το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης που ήταν η Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις είχε πάρει μόλις κάτι παραπάνω από το 20% των ψήφων.

Ωστόσο, η αντιπολίτευση δεν έχει κάποιο δίκιο να φοβάται τη δυσανάλογα μεγάλη δύναμη της ΝΔ και την αλαζονεία της εξουσίας;

Η άμεση απάντηση είναι πώς, πράγματι, η ανισότιμη ισχύς ενός κόμματος απέναντι στα υπόλοιπα κόμματα σε μια χώρα με πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα εξουσίας όπως η Ελλάδα δεν είναι ό,τι το καλύτερο για τη δημοκρατία. Αλλά και γενικά μιλώντας, η αλαζονεία της εξουσίας είναι ανθρώπινο χαρακτηριστικό, ειδικά εφόσον, όπως όλοι γνωρίζουμε, η εξουσία συνήθως διαφθείρει όσους την ασκούν. Επίσης όπως όλοι γνωρίζουμε, όμως, οι δημοκρατίες διαθέτουν συλλογικούς και απρόσωπους θεσμούς, αμοιβαίους ελέγχους και διαρκή λογοδοσία προς την αντιπολίτευση αλλά και την κοινωνία γενικότερα, αυτά δηλαδή που οι αγγλοσάξονες εννοούν ως checks and balances.

Εδώ όμως εμφανίζεται ένα μεγάλο πρόβλημα: Διότι μπορεί μεν τα κόμματα της αντιπολίτευσης σωστά τώρα να ανησυχούν, αλλά αυτά μήπως δεν ήταν που άφησαν τον πρωθυπουργό και το κόμμα του να γίνουν πανίσχυροι από δικά τους λάθη και παραλείψεις, τη λάθος στρατηγική, την απουσία σοβαρού πολιτικού λόγου και ιδεολογίας, το έλλειμμα πειστικών προτάσεων, το ελάχιστα ικανό έως τελείως ανίκανο πολιτικό τους προσωπικό—κοντολογίς, με την κακή, έως και ανύπαρκτη, αντιπολίτευση εδώ και μια τουλάχιστον τετραετία ενώ οι δημοσκοπήσεις έδειχναν πάντα και σταθερά τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη ΝΔ και στα υπόλοιπα κόμματα; Στο κάτω-κάτω, ο αρχηγός της ΝΔ (όπως θα έκανε και κάθε άλλος αρχηγός κόμματος στον κόσμο) καλά κάνει και επιδιώκει εκλογική παντοδυναμία για να μπορέσει να εφαρμόσει καλύτερα το πρόγραμμα που υπόσχεται. Είναι δουλειά της αντιπολίτευσης, όμως, να περιορίζει και να ελέγχει την παντοδυναμία του πρωθυπουργού με το οπλοστάσιο που απλόχερα της παρέχει η ίδια η κοινοβουλευτική δημοκρατία μας. Δεν το έκανε μέχρι σήμερα, ας το κάνει από εδώ και στο εξής.

Η προεκλογική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία μας καλεί να μην δώσουμε «παντοδυναμία» στον Κυριάκο Μητσοτάκη, μήπως λειτουργεί υπέρ εκείνου το οποίο ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζει ως «παντοδυναμία»; Δεδομένου ότι δεν προβάλλεται καμία εναλλακτική…

Δεν ξέρω αν η απειλή της ενδεχόμενης παντοδυναμίας Μητσοτάκη θα δώσει τελικά πόντους στον Σύριζα, αν και πολύ αμφιβάλλω γι’ αυτό. Εκείνο όμως για το οποίο είμαι απολύτως βέβαιος ότι ο Σύριζα θα κέρδιζε πολλούς τέτοιους πόντους αν προσπαθούσε να πείσει την κοινωνία ότι, στην επόμενη τετραετία, θα μπορούσε ο ίδιος να αποτελέσει μια παντοδύναμη υπεύθυνη αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση. Τέτοια στόχευση, όμως, φοβάμαι πώς ούτε καν υπάρχει στην προεκλογική του καμπάνια.