Πολιτικη & Οικονομια

Θα γίνει τοξική η Νέα Δημοκρατία;

Είναι πια πιθανό να οδηγηθούμε σε εκλογές, όποτε και αν γίνουν, με το πρώτο κόμμα τραυματισμένο, ανίκανο να κυβερνήσει από μόνο του αλλά και χωρίς να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για αξιόπιστες συνεργασίες

81922-183211.jpg
Παντελής Καψής
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Τα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας στην Πειραιώς
© ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/ EUROKINISSI

Η παρακολούθηση του κινητού τηλεφώνου του Νίκου Ανδρουλάκη, η αναγκαιότητα για αξιόπιστες εξηγήσεις και το ενδεχόμενο των πρόωρων εκλογών.

Η κυβέρνηση έχει ένα μακρύ και δύσκολο δρόμο μπροστά της για να κλείσει, αν μπορεί να κλείσει, το σκάνδαλο της παρακολούθησης του Νίκου Ανδρουλάκη. Το πρώτο ζήτημα είναι να εξηγήσει τι ακριβώς έγινε, πώς, γιατί και με τίνος απόφαση φτάσαμε στην «επισύνδεση» του τηλεφώνου του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ. Το δεύτερο είναι να πείσει ότι η παρακολούθηση ήταν ένα μεμονωμένο και τυχαίο γεγονός. Ότι οφείλεται στην κραυγαλέα ανεπάρκεια των υπευθύνων που λειτούργησαν γραφειοκρατικά. Και βέβαια ότι δεν αποτελεί πρακτική της η παρακολούθηση των πολιτικών της αντιπάλων. Αν μπορέσει να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις σε αυτά, τότε μπορεί να ελπίζει ότι η σημερινή κρίση, με τραύματα έστω, θα ξεπεραστεί.

Ως σήμερα ο τρόπος που χειρίζεται την κατάσταση δεν προδιαθέτει θετικά. Μοιάζει να ελπίζει ότι το πρόβλημα θα ξεχαστεί. Επικοινωνιακή πολιτική βουντού. Το μόνο λογικό επιχείρημα που έχει ακουστεί υπέρ της είναι ότι δεν είχε κανένα λόγο να παρακολουθεί τον Ανδρουλάκη. Πόσο μάλλον όταν η παρακολούθηση σταμάτησε την επόμενη που εκλέχτηκε αρχηγός. Όταν δηλαδή θα μπορούσε να έχει πράγματι ένα κίνητρο να μαθαίνει τις κινήσεις του. Όταν όμως υπάρχουν συγκεκριμένα και πραγματικά περιστατικά, οι απαντήσεις πρέπει να είναι επίσης συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες. Οι διαβεβαιώσεις για την ειλικρίνεια των προθέσεων, και πολύ περισσότερο οι βλακώδεις διαρροές, δεν πείθουν κανέναν.

Θεωρητικά, σε αυτά τα ζητήματα θα ρίξει φως η εξεταστική επιτροπή. Είναι γνωστό όμως ότι οι εξεταστικές απλώς αναπαράγουν τις κομματικές γραμμές. Καλούν ως μάρτυρες όποιους θέλει η πλειοψηφία και το κάθε κόμμα βγάζει το δικό του πόρισμα. Δεν πείθουν κανέναν. Έτσι κι αλλιώς οι  εντυπώσεις σε μεγάλο βαθμό έχουν ήδη χαθεί. Αν ήθελε η κυβέρνηση, θα μπορούσε να είχε κινηθεί άμεσα, να είχε δώσει, για παράδειγμα, εντολή στην ΑΔΑΕ να ερευνήσει αν παρακολουθούνται και άλλοι πολιτικοί. Οι διαβεβαιώσεις της θα μπορούσαν να πατήσουν σε λίγο πιο στέρεο έδαφος. Με τον τρόπο που κινήθηκε όμως, για τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνο γι’ αυτούς, αποτελεί βεβαιότητα ότι οι παρακολουθήσεις δεν περιορίζονται στις περιπτώσεις που γνωρίζουμε αλλά αποτελούν γενικευμένη πρακτική η οποία εκπορεύεται από τον Μητσοτάκη προσωπικά.

Οι παρακολουθήσεις αποτελούν από μόνες τους σοβαρό πλήγμα για τη Δημοκρατία. Δεν είναι λιγότερο σοβαρές ωστόσο οι παρενέργειες που μπορεί να προκληθούν όσο δεν κλείνει αυτή η υπόθεση. Κατ’ αρχήν οι προφανείς. Είναι πια πιθανό να οδηγηθούμε σε εκλογές, όποτε και αν γίνουν, με το πρώτο κόμμα τραυματισμένο, ανίκανο να κυβερνήσει από μόνο του αλλά και χωρίς να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για αξιόπιστες συνεργασίες. Όσο δεν δίνονται απαντήσεις, η ΝΔ του κ. Μητσοτάκη θα είναι τοξική για το ΠΑΣΟΚ. Κινδυνεύει να βρεθεί στην ίδια θέση που βρέθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2019: χωρίς τη δυνατότητα συμμαχιών. Κάτι που συνεπάγεται ότι σε εποχές οικονομικής αναστάτωσης και γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η χώρα θα έχει μπροστά της τον εφιάλτη της πολιτικής αστάθειας. Δεν θέλει πολύ να γίνουμε ξανά το προβληματικό παιδί της ευρωζώνης.

Σε αυτό συμβάλλει και ο κυρίαρχος τρόπος κατανόησης της πολιτικής ιδίως την τελευταία δεκαετία: ως ένα συνεχές σφυροκόπημα για τις ηθικές ανεπάρκειες του αντιπάλου και συνακόλουθα για το δικό μας ηθικό πλεονέκτημα. Μια ηθικοποίηση του πολιτικού λόγου με όση υποκρισία κρύβει πάντα μια τέτοια προσέγγιση και με αποτέλεσμα τα  ζητήματα πολιτικής να περνάνε συνήθως σε δεύτερη μοίρα. Η προσπάθεια να αξιοποιηθεί η υπόθεση Λιγνάδη για να πληγεί η κυβέρνηση είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ακόμα όμως και όπου υπάρχουν πραγματικά διλήμματα πολιτικής, όπως στον πληθωρισμό, η αντιπαράθεση γίνεται με όρους ηθικής καταδίκης: ως συνειδητή και σκόπιμη ανοχή στην κερδοσκοπία ή ως πριμοδότηση των υπερκερδών. Δεν είναι όλα τα θέματα της ίδιας τάξης, κάποια είναι πραγματικά, άλλα όχι, κάποια αποκτούν δυσανάλογες διαστάσεις. Σε κάθε περίπτωση αυτή η διαρκής ηθική καταδίκη του αντιπάλου, αν δεν προκαλεί, σίγουρα συντηρεί τον διχασμό. Έχουμε μπει πια σε ένα στάδιο όπου δεν διαμορφώνουμε τις απόψεις μας με βάση τα γεγονότα αλλά αντιθέτως οι απόψεις μας είναι αυτές που καθορίζουν το πώς εκτιμούμε τα γεγονότα. Το είδαμε αυτό ακόμα και σε κατ’ εξοχήν μη πολιτικές καταστάσεις όπως η πανδημία. Το φωνάζει το σύνθημα «Μητσοτάκη γ@» που υιοθέτησε ατύπως η αντιπολίτευση την επομένη των εκλογών. Οι παρακολουθήσεις, στο μέτρο που η κυβέρνηση δεν ξεκαθαρίζει το τοπίο, είναι κομμένες και ραμμένες για να ενισχύουν αυτές τις αντιλήψεις. Αν δεν ακουγόταν ειρωνικό, πρόκειται για την ηθική δικαίωση της ηθικής υποκρισίας.

Το πρόβλημα θα γίνει ακόμα μεγαλύτερο αν μεσολαβήσει μια μακρά προεκλογική περίοδος με την κυβέρνηση να επιχειρεί να ανακάμψει μέσω  παροχών και την αντιπολίτευση να επιδίδεται στη γνωστή δημοσιονομική πλειοδοσία. Ήδη εξαιτίας της επιδημίας κινούμαστε στο όριο των αντοχών της οικονομίας και μόνο λίγες περιθωριακές φωνές μοιάζει να ανησυχούν. Δεν είναι μόνο η οικονομία όμως. Η εξωτερική πολιτική προσφέρει πάντα δυνατότητες αντιπερισπασμού και πατριωτικού μαξιμαλισμού. Ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε να μπούμε σε ένα τέτοιο σπιράλ αστάθειας είναι να δοθούν πλήρεις και αξιόπιστες εξηγήσεις. Διαφορετικά οι πρόωρες εκλογές ίσως αποδειχθούν μονόδρομος.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ