Πολιτικη & Οικονομια

Οι μεταρρυθμίσεις ως αντίδοτο της «ακρίβειας»

Στην Ελλάδα έχουν γίνει πολλά τα τελευταία χρόνια. Αλλά για να αντιμετωπιστεί ριζικά η «ακρίβεια» πρέπει η μεγάλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της χώρας να συνεχιστεί.

Μιχάλης Μητσόπουλος
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η «ακρίβεια» στην Ελλάδα κι οι δυνητικά εγχώριοι παράγοντες ενίσχυσής της – Τι δείχνει η μελέτη που δημοσίευσε πρόσφατα το ΚΕΦίΜ.

Το θέμα της «ακρίβειας» έχει επανέλθει στα φλέγοντα ζητήματα της καθημερινότητας νοικοκυριών και επιχειρήσεων μετά από πάνω από 10 χρόνια συνεχών κρίσεων και βαθιάς ύφεσης. Αυτή τη φορά η «ακρίβεια» πηγάζει από εξωγενείς παράγοντες όπως η ανισορροπία προσφοράς-ζήτησης κατά την έξοδο της παγκόσμιας οικονομίας την πανδημία, η επιτάχυνση της από-παγκοσμιοποίησης και ο πόλεμος στην Ουκρανία. Όμως, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσίευσε πρόσφατα το ΚΕΦίΜ ως μέρος μιας πανευρωπαϊκής έρευνας του δικτύου EPICENTER, εντοπίζονται και δυνητικά εγχώριοι παράγοντες ενίσχυσης της «ακρίβειας».

Κατ’ αρχήν, στην Ελλάδα εισοδήματα, απασχόληση και επενδύσεις ακόμα διατηρούν την κληρονομιά της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας. Αυτή η θέση, τουλάχιστον σύμφωνα με όσα στοιχεία είναι διαθέσιμα έως το 2020, παραμένει συμβατή με μια, συγκριτική με άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. και του Ο.Ο.Σ.Α., θεσμική υστέρηση που διατρέχει όλες τις διαστάσεις θεσμών και επιχειρηματικού περιβάλλοντος, αλλά και υποδομών. Πρέπει στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει καταφέρει πολλά, τόσο στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων αλλά και συνολικά της προόδου. Αλλά την ίδια ώρα άλλες χώρες επίσης έχουν πραγματοποιήσει πρόοδο, ενώ επιπλέον δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το συγκριτικό σημείο εκκίνησης της χώρας ήταν ιδιαίτερα δυσμενές. Επίσης, καθώς οι διεθνείς εκθέσεις δεν έχουν δημοσιεύσει στοιχεία μετά το 2020, δεν αποτιμάται η, σημαντική, μεταρρυθμιστική πρόοδος της τελευταίας διετίας.

Με την επιφύλαξη αυτή καταγράφουμε ότι η συγκριτική θεσμική υστέρηση της χώρας είναι συμβατή με μια υστέρηση του κατά κεφαλή ΑΕΠ, μια σχέση που είναι εδραιωμένη από τη βιβλιογραφία και τα διαθέσιμα στοιχεία. Από τη μελέτη του ΚΕΦίΜ προκύπτει όμως ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο. Συγκεκριμένα, στα κράτη που δεν πίστεψαν διαχρονικά στην ενδυνάμωση θεσμών, στις μεταρρυθμίσεις και την απλοποίηση διαδικασιών, τα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά τείνουν να καταλήγουν στους καταναλωτές σε αναλογικά υψηλότερες τιμές. Για τις υπηρεσίες, αντίθετα, η σχέση αυτή αντιστρέφεται, με τα θεσμικά πιο ώριμα και κατά προέκταση πλουσιότερα κράτη να τείνουν να έχουν, αναλογικά, υψηλότερες τιμές στις υπηρεσίες. Η περίπτωση της Ελλάδας δεν διαφοροποιείται από αυτή την εικόνα. Η σχετική θεσμική αδυναμία συνοδεύεται από χαμηλό κατά κεφαλή ΑΕΠ, σχετικά υψηλές τιμές αγαθών και χαμηλές τιμές υπηρεσιών.

Βέβαια, αυτά ισχύουν με μια σημαντική επιφύλαξη, αυτή των φόρων. Πράγματι, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα πως στην περίπτωση της Ελλάδας οι μεγάλες αυξήσεις φόρων κράτησαν ψηλά τις τιμές για τον καταναλωτή ακόμα και όταν στα χρόνια της κρίσης οι τιμές χωρίς φόρους υποχωρούσαν.

Συμπερασματικά, πέρα από τα μέτρα που ενδείκνυνται για τη στήριξη των πλέον αδύναμων νοικοκυριών που πλήττονται από τις ξαφνικές αυξήσεις σε βασικά είδη και τη στήριξη της παραγωγικής οικονομίας για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστάσεων, η εκλογίκευση των φόρων, η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος καθώς και η βελτίωση των υποδομών που στηρίζουν την παραγωγική οικονομία παραμένουν ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος αύξησης των εισοδημάτων και μείωσης, αναλογικά, των τιμών των αγαθών. Στην Ελλάδα έχουν γίνει πολλά τα τελευταία χρόνια. Αλλά για να αντιμετωπιστεί ριζικά η «ακρίβεια» πρέπει η μεγάλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της χώρας να συνεχιστεί.