Πολιτικη & Οικονομια

Η Ουκρανία έχει τη δική της Σρεμπρένιτσα

Ποιος άραγε ήξερε στη Δύση την Bucha; Κανένας. Μερικές τοποθεσίες, λες και τις καταράστηκε η μοίρα, γίνονται γνωστές μόνον μετά από μία μεγάλη τραγωδία.

4766-35219.jpg
Νίκος Γεωργιάδης
ΤΕΥΧΟΣ 822
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Εκατοντάδες νεκροί άμαχοι στην πόλη Μπούκα της Ουκρανίας
Μπούκα, Ουκρανία © EPA

Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και η σφαγή στη Μπούκα που θύμισε τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα κατά τη διάρκεια του πολέμου της Βοσνίας.

Η περιγραφή των εικόνων που αντίκρισαν οι πρώτοι Ουκρανοί στρατιώτες και στη συνέχεια ή σχεδόν ταυτόχρονα οι πρώτοι φωτορεπόρτερ και πολεμικοί ανταποκριτές των διεθνών ΜΜΕ ήταν δραματικά συγκλονιστικές.

Oι μικρές πόλεις δορυφόροι του Κιέβου, οι οποίες μέχρι και πριν λίγα εικοσιτετράωρα βρίσκονταν υπό ρωσικό έλεγχο, ήταν πλέον απέραντες εκτάσεις κατεστραμμένων οικισμών. Πτώματα αμάχων κείτονταν παντού. Στην πρώτη παράγραφο του πρωτοσέλιδου της γαλλικής Le Monde, στην ηλεκτρονική έκδοση το πρωί της Δευτέρας 4 Απριλίου, διαβάζουμε:
«Το Κίεβο ανακαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο του πολέμου μετά την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων από τις περιοχές που είχαν καταλάβει μετά την αναθεώρηση του στόχου κατάληψης της πρωτεύουσας της Ουκρανίας. Πόλεις και χωριά, λεωφόροι και αγροτικοί δρόμοι, μία εικόνα ολικής καταστροφής σφίγγει τις καρδιές των Ουκρανών μαχητών, οι οποίοι προωθούνται σε νέες θέσεις χωρίς να υπάρχουν πια εχθρικές δυνάμεις απέναντί τους. Αντικρίζουν εκτελεσμένους αμάχους μπροστά από την πόρτα του σπιτιού τους, στη μέση του δρόμου, μέσα στα αυτοκίνητά τους. Σπίτια ξεκοιλιασμένα, καμένα, γκρεμισμένα. Και μετά, στη γωνία του επόμενου στενού, μετά την κλειστή στροφή κάποιου δρόμου, το βλέμμα καρφώνεται πάνω στα καρβουνιασμένα ρωσικά τεθωρακισμένα με τα κορμιά Ρώσων στρατιωτών παγωμένα, να στέκουν ακίνητα, σαν φαντάσματα, εσαεί μάρτυρες για όλα όσα θα ειπωθούν και θα γραφτούν την αμέσως επόμενη περίοδο αλλά και στο μέλλον. Όσα θα ειπωθούν ως αφήγημα πέρα από τις επίσημες διαταγές και τις δραματικές ανακοινώσεις περί υποχώρησης και ανασύνταξης που έδωσε η Μόσχα.
Αυτά τα ακίνητα καρβουνιασμένα κορμιά των Ρώσων φαντάρων πάνω και μέσα στα πυρπολημένα τεθωρακισμένα τους, θα αφηγούνται εφεξής το χρονικό της ήττας μπροστά στις πύλες του Κιέβου».

Το χρονικό της σφαγής

Ένας άνδρας με τα χέρια ψηλά βγαίνει από το αυτοκίνητό του. Εκτελείται επί τόπου από τους Ρώσους στρατιώτες. Η σκηνή έχει μαγνητοσκοπηθεί από drone. Οι Ρώσοι μεταφέρουν δύο άλλους πολίτες στο βενζινάδικο. Οι σκηνές διαδραματίζονται στα ερείπια ενός σταθμού καυσίμων. Ο πολίτης, ο Ουκρανός, ο οποίος με τα χέρια ψηλά εκτελέστηκε εν ψυχρώ, είχε όνομα. Δεν είναι ένας νεκρός άμαχος αγνώστων λοιπών στοιχείων. Η ταυτότητα του γράφει Μαξίμ Ιοβένκο. Ταξίδευε με τη γυναίκα του την Ξένια. Σκοτώθηκε επί τόπου και αυτή. Ίσως από απευθείας βολή, ίσως αργότερα από ακατάσχετη αιμορραγία. Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ήταν το παιδί τους, ένα αγοράκι 6 ετών, και η μητέρα ενός φίλου του ζευγαριού. Τα δύο αυτά άτομα σώθηκαν. Τα πήραν οι Ρώσοι και έτσι σώθηκαν. Λίγα μέτρα πιο πέρα κείτονται 4 πτώματα, το ένα πάνω στο άλλο. Είναι καρβουνιασμένα. Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει τι ακριβώς έγινε. Ήταν αιχμάλωτοι που βρέθηκαν εκεί τη στιγμή του βομβαρδισμού; Βρέθηκαν εκεί για κάποιον άλλον λόγο; Κανείς δεν θα μάθει ποτέ. Ίσως ούτε αυτοί που έλαβαν τη διαταγή να βομβαρδίσουν ή να πατήσουν τη σκανδάλη.

Τα στοιχεία που αναφέρονται στα πρώτα ρεπορτάζ από την Bucha ταυτίζονται με όσα είχε πει ο Iσπανός φωτορεπόρτερ Σάντι Παλάσιος, ένας από τους πρώτους που είχε εισέλθει στον δρόμο με τα πτώματα. Με αυτή την περιγραφή θα αναφέρεται εφεξής: «Ο δρόμος με τα πτώματα». Ο Παλάσιος είχε μιλήσει στη Repubblica: «Κάποιοι έχουν τα χέρια τους δεμένα πίσω από την πλάτη τους, άλλοι τρύπα από πυροβολισμό στο κεφάλι ή στο στήθος». Ο Παλάσιος είχε εικάσει ότι ο θάνατος αυτών των ανθρώπων είναι «αποτέλεσμα εκτέλεσης».

Τα παιγνίδια του μυαλού

Το μυαλό παίρνει ανάποδες στροφές. Πολλά χρόνια πίσω. Ο αέρας είναι παγωμένος. Καπνοί εξακολουθούν να υψώνονται από κάποια χαλάσματα. Η πόλη του Βούκοβαρ είναι ένας σωρός ερειπίων. Κυρίως η κροατική συνοικία της μικρής πόλης. Νεκρά γουρούνια κείτονται πάνω στον δρόμο. Δίπλα στα νεκρά ζώα στοίβες από χρησιμοποιημένα zolia, αντιαρματικά μιας χρήσης γιουγκοσλαβικής κατασκευής. Μέσα στα χαλάσματα παρέες μεθυσμένων ατάκτων Τσέτνικ, ακροδεξιών με τα χαρακτηριστικά δίκοχα και τις γενειάδες και τα μαλλιά στους ώμους. Πίνουν φτηνή loza γύρω από ένα βαρέλι όπου καίει η φωτιά. Είναι ήδη σκνίπα. Ακούγονται κάποιες φωνές συναδέλφων. Πίσω από μία πόρτα ενός φράχτη, μέσα στην αυλή, καταμετρήθηκαν 110 πτώματα, άλλα σκεπασμένα όπως όπως με ένα σεντόνι, άλλα όχι. Πίσω από την πόρτα, άθελά του ο δημοσιογράφος κάνει μία κίνηση με το κεφάλι χαιρετώντας ένα παλικάρι με πράσινα μάτια που τον θωρεί ακίνητο. Είναι καθισμένος με όρθια την πλάτη του. Περνούν μερικά δευτερόλεπτα και μόνον τότε ο δημοσιογράφος αντιλαμβάνεται πως καλημέριζε έναν νεκρό. Ο «πρασινομάτης» έγινε από τότε ο πιστός «φιλοξενούμενος» στους συχνούς εφιάλτες του.

Η φωτογραφία από την Bucha με τα πτώματα των Ουκρανών αμάχων, μερικές δεκάδες νεκρών ανθρώπων, πρόχειρα σκεπασμένων με ένα ύφασμα, επανέφεραν στο μυαλό τις μνήμες από το Βούκοβαρ. Όπως και τότε, έτσι και τώρα. Ποιος άραγε ήξερε στη Δύση το Βούκοβαρ ή τη Σρεμπρένιτσα, ή την Ντερβέντα, ή το Βίκονβτσι; Ουδείς. Ποιος άραγε ήξερε στη Δύση την Bucha; Κανένας. Μερικές τοποθεσίες, λες και τις καταράστηκε η μοίρα, γίνονται γνωστές μόνον μετά από μία μεγάλη τραγωδία. Τότε προσλαμβάνουν μία ανεξίτηλη υπόσταση στον χρόνο και τη συλλογική μνήμη.

Έξω από το χωριό ήταν ένα καθολικό προσκυνητάρι με τον Εσταυρωμένο. Τα χωριά στην Ανατολική Σλαβονία ήταν σχεδόν όλα μικτά. Το κορμί του Εσταυρωμένου ήταν γεμάτο τρύπες από σφαίρες. Αυτό που έκανε εντύπωση ήταν πως κάτω από το τοποθετημένο σε μία κόγχη γλυπτό, στην είσοδο της μικρής πόλης, το βλέμμα έπεφτε θέλοντας και μη σε ένα στρώμα πάχους πολλών εκατοστών από κάλυκες. Ένα παχύ χαλί από κάλυκες. Χιλιάδες κάλυκες. Σαν κάποιοι να έστησαν έναν εφιαλτικό χορό αδειάζοντας και ξαναδειάζοντας τα καλάσνικόφ τους μπροστά από τον γλυπτό του Εσταυρωμένου. Σαν κάποια ξωτικά από τις φωτιές της κόλασης να έστησαν ένα όργιο εκδικητικής μανίας μπροστά από ένα διάτρητο αγαλματάκι του Ιησού στην είσοδο του Βίκονβτσι.

Οι φωτορεπόρτερ από την Bucha μίλησαν στα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα αλλά περισσότερο από αυτούς «μίλησαν» οι φωτογραφίες τους. Με επαγγελματικότητα και σταθερό χέρι, σφίγγοντας τα δόντια, απαθανάτισαν τα στιγμιότυπα της σφαγής, προσφέροντας στη δικογραφία που θα συνταχθεί κάποια στιγμή τα απαραίτητα πειστήρια του εγκλήματος. Η σύγκριση με τις δορυφορικές φωτογραφίες, η διασταύρωση των μαρτυριών, οι εκούσιες ή ακούσιες εξομολογήσεις, οι ψιθυριστές ομολογίες κάποιων Ρώσων που ήδη αισθάνονται την καυτή ανάσα των ενοχών στο σβέρκο τους, όλα αυτά θα συγκροτήσουν τον φάκελο Bucha.

Η δύση έφθανε νωρίς στο ραντεβού της με τη νύχτα εκείνη την περίοδο του χρόνου, πέρα από τη δυτική όχθη του Δούναβη. Αποχωρώντας από το σφαγείο του Βούκοβαρ, η μπότα σκουντούφλησε σε ένα υψωματάκι από μαύρη λάσπη ανακατωμένη με παγωμένο χιόνι, στη μέση του κεντρικού δρόμου που ήταν γεμάτος από κρατήρες, σπασμένα κεραμίδια, πέτρες και καμένα αυτοκίνητα. Η μπότα είχε κτυπήσει μία απροσδιόριστη σκληρή μάζα. Ο Sέρβος φαντάρος της Proletarski Brigada, αυτό ήταν το όνομα της μεραρχίας που έλεγχε αυτή τη γραμμή του μετώπου, έβγαλε ένα σπαστικό κρώξιμο που έμοιαζε με γέλιο. Η μπότα μόλις είχε κλoτσήσει ένα πτώμα. Πέρασαν πολλά χρόνια, αιώνες, για να φύγει η μυρωδιά από τη μύτη και εκείνη η αίσθηση της επαφής από τον νου.

Η Ουκρανία δυστυχώς πολύ σύντομα απόκτησε τη δική της Σρεμπρένιτσα. Η άλλη, η γιουγκοσλάβικη εκδοχή, στοιχειώνει ήδη την ευρωπαϊκή συλλογική μνήμη και τους καθοδηγητές του σερβικού εθνικισμού. Ο μακελάρης, ο σφαγέας της Σρεμπρένιτσα, πληρώνει το έγκλημά του. Έζησε τον θάνατο της κόρης του σε κάποιο φοιτητικό δωμάτιο του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Ηρωίνη ή εκτέλεση από τις μυστικές υπηρεσίες της Σερβίας; Μετά κυνηγήθηκε σαν αγρίμι στα δάση της Βοσνίας και της Σερβίας. Τον συνέλαβαν και τον ξεφτίλισαν οι συμπατριώτες του και τον έστειλαν πακέτο στη Χάγη. Καταδικάστηκε ως απόβλητο της ιστορίας. Είναι ο ισοβίτης στρατηγός Μλάντιτς, ομοτράπεζος του Σερβοβόσνιου Κάρατζιτζ που καταδικάστηκε σε 40 χρόνια φυλακή για εγκλήματα πολέμου και συνομιλητής του μακαρίτη Μιλόσεβιτς ο οποίος πέθανε στη φυλακή. Η Νέμεσις είναι μία συμπαθέστατη θεά η οποία έχει πολλή δουλειά μπροστά της. Στην Bucha.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ