Πολιτικη & Οικονομια

Η Tουρκία του Eρντογάν ως περιφερειακή δύναμη

Ο Ερντογάν μπορεί να κάνει τα πάντα παίζοντας το χαρτί του εχθρικού εξωτερικού κόσμου που επιβουλεύεται το τουρκικό μεγαλείο

soti-triantafyllou.jpg
Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 818
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν
Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν © Mustafa Kamaci/Anadolu Agency via Getty Images

Η θέση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, στη Μέση Ανατολή και στον ισλαμικό κόσμο. Πώς ο Ερντογάν χρησιμοποιεί τον τουρκικό εθνικισμό και τη σουνιτική ταυτότητα.

Το τουρκικό κράτος είναι ένα οικογενειακό φέουδο κατά τα οθωμανικά πρότυπα: όσοι διαφωνούν με την κατεύθυνση της «Νέας Τουρκίας» που ακολουθεί ο Ερντογάν κατηγορούνται ως τρομοκράτες και ως πεμπτοφαλαγγίτες – κι αν είναι τυχεροί, παραμένουν προσωρινά ελεύθεροι· αν δεν είναι, βρίσκονται ήδη στη φυλακή.

Από τότε που έγινε φανερό ακόμα και για τους πιο γενναιόδωρους ότι η Τουρκία δεν είχε ευρωπαϊκή προοπτική, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πράγματι και δικαίως μια λέσχη χριστιανών και αθρήσκων, ο Ερντογάν κοιτάζει σταθερά προς την Ανατολή. Η Νέα Τουρκία φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη στην ευρύτερη περιοχή που περιλαμβάνει όλες τις αραβικές χώρες και όλες τις μουσουλμανικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Αυτό το τελευταίο στοιχείο απομακρύνει τον Ερντογάν από τον Πούτιν, παρότι η Τουρκία ερωτοτροπεί με τη Ρωσία: το ότι αγόρασε ρωσικούς πυραύλους τελευταίας τεχνολογίας εκνευρίζοντας το ΝΑΤΟ είναι μόνο μία από τις χειρονομίες της ρωσο-τουρκικής προσέγγισης. Θα δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτή η προσέγγιση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία· σίγουρα όμως, οι δύο χώρες ενώνονται μέσω του δόγματος «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου», το οποίο διέπει μεγάλο μέρος της διεθνούς πολιτικής.

Πολλά έχουν αλλάξει την τελευταία εικοσαετία, από τότε που η Τουρκία υποσχόταν ότι θα καθιστούσε «τις ευρωπαϊκές αξίες της Άγκυρας» και είχε δήθεν βάλει τα δυνατά της για να προχωρήσει σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, να αντιμετωπίσει τους δαίμονες του τουρκικού παρελθόντος, να βελτιώσει την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να επιτύχει οικονομική ανάπτυξη. Η ένταξή της στην ΕΕ, την οποία ευνοούσαν πολλές ευρωπαϊκές δυνάμεις, ιδιαίτερα η αριστερά –πάντοτε πρόθυμη για τριτοκοσμικά ανοίγματα– ήταν εξαρχής μια αλλοπρόσαλλη ιδέα που καταδείκνυε την ευρωπαϊκή υπεραισιοδοξία και αφέλεια. Όταν η ιδέα άρχισε να εγκαταλείπεται, η Τουρκία υπέκυψε στον αυταρχισμό, ο εθνικισμός της αποχαλινώθηκε μαζί με τον αντιδυτισμό και τον αντιαμερικανισμό, μολονότι ήταν και παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ: η τουρκική Μεγάλη Ιδέα είναι διαφορετικής τάξεως από οποιονδήποτε εθνικισμό στη σημερινή Δύση.

Ο Ερντογάν συσσώρευσε εξουσίες, μετέτρεψε το σύστημα από κοινοβουλευτικό σε προεδρικό και κορόιδεψε την ΕΕ και τις ΗΠΑ, που, όπως είπα, δεν φημίζονται για την πονηριά τους. Με τακτικούς ελιγμούς τάχα συνεργασίας με τις Βρυξέλλες, νομιμοποίησε την αρπαγή της εξουσίας: η ευρωπαϊκή δημοκρατική τάξη επέτρεψε σε έναν δημαγωγό να εξουδετερώσει τους αντιπάλους του στον στρατό, καθώς και στον χώρο των σκληροπυρηνικών κοσμικών στον κρατικό μηχανισμό και ιδιαίτερα στο δικαστικό σώμα. Η Ουάσιγκτον, τυφλωμένη από το μεσσιανικό της ζήλο στη μεσανατολική της πολιτική, παρακολουθούσε χωρίς επαρκή καχυποψία το σόου της «μουσουλμανικής δημοκρατίας» επενδύοντας σε διαρκή συμμαχία με την Τουρκία. Αλλά, μόλις φάνηκε ότι η συνεργασία με την Ουάσιγκτον παρατεινόταν πέραν της χρησιμότητάς της –όχι μόνο επειδή η ΕΕ κρατούσε ψυχρή στάση– ο Ερντογάν γύρισε την πλάτη στη Δύση και άρχισε να την απειλεί με δημογραφικό εξισλαμισμό. Οι εχθροί του, που προειδοποιούσαν από την αρχή τις δυτικές χώρες ότι δείχνουν παράλογη εμπιστοσύνη σε έναν ισλαμιστή χωρίς δημοκρατική παιδεία και πρόθεση, επαληθεύτηκαν: αν και οι φίλοι της Τουρκίας και οι ελίτ αραβιστές ρίχνουν το φταίξιμο στη Δύση που κράτησε τους Τούρκους σε απόσταση, νομίζω ότι η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη κι ότι η Δύση δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Ήδη από τη δεκαετία του 1970, το κεμαλικό διάλειμμα της οιονεί κοσμικότητας είχε εξελιχθεί σε δύσκαμπτο, υπερεθνικιστικό κατεστημένο εναντίον του οποίου εξεγείρονταν οι ευσεβείς μάζες της Ανατολίας και το πολιτικό Ισλάμ. Στην Τουρκία, η ακαταμάχητη τάση ήταν η επιστροφή στο πολιτικό Ισλάμ, αν και βεβαίως δεν έλειπε η επιθυμία της ένταξης στην ΕΕ για λόγους συμφέροντος.

Ο Ερντογάν εκμεταλλεύτηκε την εχθρότητα των μαζών τόσο προς τους κοσμικούς όσο και προς τη Δύση, και αυτοανακηρύχθηκε εκπρόσωπος της λαϊκής θέλησης: έχει σίγουρα το ταλέντο να αξιοποιεί όλες τις περιστάσεις για να ενισχύει τη θέση του. Το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 ήταν η τέλεια περίσταση: του έλυσε τα χέρια για να αλώσει όλους τους θεσμούς τοποθετώντας παντού οπαδούς του και να ενώσει τους Τούρκους κάτω από τη σημαία του μαχητικού εθνικισμού. Ο Ερντογάν μπορεί να κάνει τα πάντα παίζοντας έξυπνα το χαρτί του εχθρικού εξωτερικού κόσμου που επιβουλεύεται το τουρκικό μεγαλείο: το ίδιο έκανε ο Χίτλερ, το ίδιο έκανε ο Στάλιν, το ίδιο κάνει και ο Πούτιν. Η εικόνα της Τουρκίας σαν κάστρο που το πολιορκούν εξωτερικοί και εσωτερικοί εχθροί είναι μέρος του αφηγήματός του, στο οποίο προστίθεται η ιδέα του ισχυρού, κυρίαρχου και αδιαίρετου κράτους με σουνιτική, ισλαμική ταυτότητα. Τα ατομικά δικαιώματα και οι ελευθερίες έχουν δευτερεύουσα σημασία μπροστά στο εθνικό συμφέρον όπως το ερμηνεύουν ο ίδιος και το περιβάλλον του, θεωρώντας τον εαυτό του διάδοχο του Κεμάλ Ατατούρκ – προφανώς όχι ως προς τις μεταρρυθμίσεις εκδυτικισμού, αλλά ως προς τη «σωτηρία» του έθνους.

Ο εξισλαμισμός της δημόσιας ζωής, η ανοιχτή αντιπαλότητα με τη Δύση και η επιδίωξη σφαίρας επιρροής στη Μέση Ανατολή ήταν η αιτία και μαζί το αποτέλεσμα της κατάρρευσης της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας. Θα μπορούσε η ένταξη στην ΕΕ να πάρει διαστάσεις κοινωνικής μηχανικής και να τη μεταμορφώσει σε «ευρωπαϊκή» χώρα; Νομίζω πως δεν θα μπορούσε: η ΕΕ αγωνίζεται να συνεννοηθεί με χώρες στις παρυφές της Ευρώπης, όπως η Ελλάδα με τη χρόνια οικονομική της κακοδιαχείριση ή η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν που δεν φαίνεται να κατανοεί τις ιδρυτικές συνθήκες. Ακόμα μεγαλύτερη δυσκολία έχει στη συνεννόηση με τη Ρωσία, η οποία συνδέεται με την Ευρώπη μέσω του χριστιανισμού και του μποσλεβικισμού. Είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς η Τουρκία θα μπορούσε να συμμορφωθεί με τις ευρωπαϊκές αξίες: ακόμα και στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ο αντιαμερικανισμός και ο αντιδυτισμός μαίνονταν τόσο στον χώρο της αριστεράς όσο και του ισλαμιστικού κινήματος. Στη διάρκεια της ιστορίας της η Τουρκία δεν συναντήθηκε ποτέ με αυτές τις αξίες ει μη μόνον για να τις καταστρέψει.

Φιλοδυτικοί πολιτικοί υπήρξαν φυσικά, όπως και διανοούμενοι που προσδοκούσαν ότι το άνοιγμα προς τη Δύση θα έφτανε στο πολιτιστικό εποικοδόμημα και θα απήλλασσε την Τουρκία από το βάρος της θρησκείας και της σκοταδιστικής ισλαμιστικής πολιτικής. Αλλά αυτή η εποχή έχει παρέλθει: η Ατλαντική Συμμαχία και το ανήκειν στην Ευρώπη δεν αποτελούν στοιχεία της γεωπολιτικής ταυτότητας της Τουρκίας.

Αντί να κινείται στην περιφέρεια της Δύσης, η Τουρκία του Ερντογάν φαντάζεται τον εαυτό της στο κέντρο ενός δικού της σύμπαντος το οποίο εκτείνεται στη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια, τον νότιο Καύκασο, μέχρι την Υποσαχάρια Αφρική. Η σημερινή «Νέα Τουρκία» διεκδικεί την ηγεσία του παγκόσμιου Ισλάμ και δεσμεύεται ηθικά έναντι όλων των μουσουλμάνων –της umma– οπουδήποτε κι αν βρίσκονται.

Μερικοί αναλυτές χαρακτηρίζουν την πρόσληψη αυτού του νέου ρόλου «νεο-οθωμανισμό» συνδέοντάς τον με την έμμονη ιδέα του μακρινού παρελθόντος. Η πραγματικότητα είναι κάπως πιο μπερδεμένη: η Ρωσία και το Ιράν, δύο από τους ανυποχώρητους αντιζήλους της αυτοκρατορίας, βρίσκονται σήμερα στην πρώτη γραμμή των γειτόνων τους οποίους φαίνεται να προσεγγίζει η Τουρκία – η οθωμανική νοσταλγία συνυπάρχει με τη Realpolitik και τις επιδιώξεις του οικονομικού συμφέροντος. Αλλά προς το παρόν η Τουρκία δεν έχει ικανοποιήσει τις ηγεμονικές της φιλοδοξίες: ο πολυαίμακτος καταστροφικός πόλεμος στη Συρία ανέτρεψε τα σχέδιά της και επιτάχυνε περιφερειακούς ανταγωνισμούς όπου άλλοι παίκτες, κυρίως η Ρωσία και το Ιράν, ματαίωσαν τις βλέψεις της να διαμορφώσει τη Μέση Ανατολή στα μέτρα της. Η συριακή τραγωδία βάθυνε το χάσμα της Τουρκίας με τη Δύση, επιδείνωσε το αντιδημοκρατικό πισωγύρισμα στο εσωτερικό και συνέβαλε στην περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής της πολιτικής. Καθώς ο Ερντογάν δεν αντιμετώπιζε εσωτερικό έλεγχο της εξουσίας του και ήταν πάντοτε έτοιμος να εργαλειοποιήσει τον εθνικισμό, η όρεξή του για ακροσφαλή πολιτική μεγάλωσε με αποτέλεσμα να προβάλλει την ισχύ του πολύ πέραν των εθνικών συνόρων – όπως στη Λιβύη και στο κέρας της Αφρικής. Παραλλήλως, έχει απελευθερωθεί εντελώς στον διεθνή χώρο: απειλεί την Ελλάδα, καθυβρίζει Ευρωπαίους ηγέτες, εκβιάζει, αντικαθιστώντας τη διπλωματία με hard power αλά τούρκα.

Ποια είναι και ποια θα είναι η θέση της Τουρκίας στην παγκόσμια τάξη, ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα στην Ουκρανία; Έτσι κι αλλιώς, ο Ερντογάν και το περιβάλλον του πιστεύουν ότι το μέλλον δεν ανήκει στην Αμερική και στους δυτικούς της συμμάχους αλλά «στους υπολοίπους». Μπορεί. Αλλά η Τουρκία, αν και νιώθει άνετα στο G20, απολαμβάνει τη νεοαποκτηθείσα επιρροή της στην Αφρική, ποζάρει ως ηγέτιδα των απανταχού μουσουλμάνων και έχει δημιουργήσει δεσμούς με τη Ρωσία και την Κίνα, έχει πολλά προβλήματα να λύσει: εκτός του ότι η οικονομία της είναι ασταθής, στο γεωπολιτικό περιβάλλον στο οποίο θέλει να κυριαρχήσει παρατηρείται στριμωξίδι μεταξύ πολλών δυνάμεων μεσαίου μεγέθους η καθεμία από τις οποίες έχει δική της ατζέντα.   

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ