Πολιτικη & Οικονομια

Ποιος θα πληρώσει τα 11 δισ. για τους λογαριασμούς ρεύματος;

Η ακρίβεια που θερίζει, η κυβέρνηση που αναζητεί λύσεις, και η αξιωματική αντιπολίτευση που ρητορεύει σε έναν παράλληλο κόσμο.

Σταμάτης Ζαχαρός
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σχόλιο για το ύψος των λογαριασμών του ρεύματος και το ερώτημα της εξόφλησής τους.

Η υπόθεση με το ακριβό ρεύμα έχει ως εξής. Με τη χονδρική τιμή του ρεύματος να εκτοξεύεται από τα 50 ευρώ η μεγαβατώρα στα 250 ευρώ, και με την Ελλάδα να καταναλώνει περίπου 55 τεραβατ ετησίως, το επιπλέον κόστος που πρέπει να πληρωθεί είναι 11 δισ. ευρώ. Αν δεν αλλάξουν φυσικά οι σημερινές συνθήκες. Ceteris Paribus, που λένε και οι οικονομολόγοι.

Το μόνο ερώτημα που μένει να απαντηθεί, είναι το ποιος θα πληρώσει αυτά τα λεφτά. Οι επιλογές δεν είναι πολλές. Προς το παρόν, το πληρώνουν σε μεγάλο βαθμό οι καταναλωτές και σε μικρότερο βαθμό οι εταιρείες ενέργειας και το κράτος. Το κράτος έχει ήδη δώσει 2 δισ. ευρώ για τις μέχρι τώρα επιδοτήσεις και ο Θόδωρος Σκυλακάκης ψάχνει να βρει «καβάτζες» στον προϋπολογισμό για να βγάλουμε και τους επόμενους μήνες. Οι εταιρείες έχουν κυριολεκτικά στεγνώσει. Η ΔΕΗ, η οποία έχει και το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς, θα βγάλει οριακά κέρδη μερικών εκατομμυρίων, ενώ έχει τζίρο σχεδόν 5,5 δισ. Τα κέρδη ροκάνισε η οριζόντια έκπτωση 30% που έκανε η επιχείρηση στα μέσα του περασμένου Αυγούστου, για να αντιμετωπίσει το κύμα ακρίβειας που έβλεπε να έρχεται. Ακόμη και αν χάριζε ολόκληρο τον τζίρο της η ΔΕΗ, θα έλειπαν ακόμη 5,5 δισ. για να καλυφθεί το κόστος.

Οι πολίτες όμως δεν έχουν «καβάτζες», τουλάχιστον όχι στην πλειοψηφία τους. Ο λογαριασμός έρχεται φουσκωμένος (ιδίως στις κάπως μεγαλύτερες καταναλώσεις) και πρέπει να πληρωθεί άμεσα. Ειδάλλως τους κόβουν το ρεύμα. Στον αντίποδα, υπάρχει και η αύξηση των ιδιωτικών καταθέσεων κατά περίπου 30 δισ. στα χρόνια της πανδημίας. Όμως οι καταθέσεις δεν αφορούν σε όλα τα νοικοκυριά. Υπάρχει μεγάλο μέρος των πολιτών που δεν έχει τα λεφτά για να πληρώσει το ακριβό ρεύμα.

Αυτός είναι ο εξαιρετικά απλός γρίφος που καλείται να λύσει η κυβέρνηση. Αναθέματα και ευθύνες θα εκτοξευθούν από διάφορες πλευρές, όμως το ερώτημα θα παραμένει. Ποιος θα πληρώσει τα 11 δισ. ευρω. Πρόκειται για μια γενναία απόφαση, την οποία δεν μπορεί να λάβει ούτε ο Σκρέκας, ούτε φυσικά ο Σκυλακάκης. Όχι μόνοι τους.

Μην ξεχνάτε ότι βρισκόμαστε σε προεκλογική χρονιά και η ευημερία (όπως και η τσέπη) παίζουν μεγάλο ρόλο στην επιλογή των ψηφοφόρων. Η δε πίεση που θα ασκεί η αντιπολίτευση είναι τεράστια. Πρωτίστως διότι «λεφτά υπάρχουν». Υπάρχουν για παράδειγμα στο «μαξιλάρι» ή στα επόμενα Ραφάλ. Για την αντιπολίτευση δεν έχει σημασία να εξηγεί ποιες θα είναι οι συνέπειες για τη σταθερότητα της χώρας, αν πειράξουμε το μαξιλάρι. Δεν ενδιαφέρεται καν για το το θα συμβεί αν δεν πάρουμε τα Ραφάλ, εν μέσω ενός νέου πολεμικού κλίματος στην ευρύτερη περιοχή μας. Ο λαϊκισμός βρίσκει εξαιρετικά εύφορο έδαφος. Τα media ηδονίζονται με το να παριστάνουν ότι βρίσκονται «κοντά στον λαό».

Υπάρχει φυσικά και η επιλογή να απευθυνθούμε στην Ευρώπη. Να ζητήσουμε κάποιου είδους «αέρα» για να προστατέψουμε την κοινωνία, να την κρατήσουμε όρθια που λέει εδώ και χρόνια ο Τσίπρας. Οι Ευρωπαίοι ωστόσο είναι τόσο άτολμοι στο να λαμβάνουν αποφάσεις που δεν προβλέπονται από τις γραφειοκρατικές διαδικασίες τους, ώστε πιθανότατα θα ληφθούν (αν ληφθούν) με τις περισσότερες χώρες να βρίσκονται σε ρομαντικό mood με κεριά.

Είναι μια επώδυνη απόφαση, κυρίως διότι δεν γνωρίζουμε το βάθος και τη διάρκεια της κρίσης. Τα 11 δισ. ευρώ αφορούν τη φετινή χρονιά και χωρίς επιδείνωση της κατάστασης. Αν -στον αντίποδα- υπάρξει πτώση στις διεθνείς ενεργειακές τιμές, το ποσό θα μικρύνει αλλά κανείς στην κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει τέτοιες προβλέψεις. Ό,τι είναι να κάνει όμως πρέπει να το κάνει γρήγορα. Ειδάλλως, δείχνει στους πολίτες ότι δεν έχει λύση και αυτό τους αγχώνει ακόμη περισσότερο, σε συνδυασμό με τους φουσκωμένους λογαριασμούς.