Πολιτικη & Οικονομια

Αρχηγοί αναλώσιμων κομμάτων

Στην εποχή των αναλώσιμων κομμάτων και των σόσιαλ μίντια μοιάζει αναπόφευκτη η όλο και μεγαλύτερη προσωποποίηση της πολιτικής. Σημάδια των καιρών και των «πλησιαζόντων γεγονότων»

Παντελής Καψής
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Παντελής Καψής σχολιάζει τα ποσοστά των κομμάτων πριν τις γερμανικές εκλογές και την πολιτική στην Ελλάδα.

Στις δημοσκοπήσεις το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα προηγείται με 25% των ψήφων. Σε σχέση με τις επιδόσεις του λίγους μόνο μήνες πριν, όταν βρισκόταν κοντά στο 15%, πρόκειται για μια εντυπωσιακή ανάκαμψη. Αν αναλογιστεί φυσικά κάποιος ότι το 1998 είχε πάρει πάνω από 40%, τότε θα μπορούσε να μιλήσει για κατάρρευση. Μόνη «παρηγοριά» ότι το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα βρίσκεται ακόμα χαμηλότερα, κοντά στο 20%. Αυτό κι αν είναι κατάρρευση. Οι περισσότεροι σχολιαστές μιλάνε για τέλος εποχής. Πρόκειται για τον τελευταίο ευρωπαϊκό πυλώνα ο οποίος βρίσκεται πια κι αυτός αντιμέτωπος με την πολυδιάσπαση του εκλογικού σώματος. Η σταθερότητα που προσέφεραν τα δύο μεγάλα κόμματα με την εναλλαγή στην εξουσία φαίνεται ότι ανήκει στο παρελθόν. Ήδη η Μέρκελ είχε χρειαστεί τέσσερις μήνες για να σχηματίσει την τελευταία της κυβέρνηση, χωρίς επιτυχία μάλιστα. Στο τέλος αναγκάστηκε να συμμαχήσει με το SPD, παρότι κανείς από τους δύο δεν το ήθελε. Η επόμενη κυβέρνηση θα χρειαστεί πιθανότατα στήριξη τουλάχιστον από τρία κόμματα. Καλή τύχη.

Ορισμένοι πίσω από την διαφαινόμενη επιτυχία των σοσιαλδημοκρατών διαβλέπουν μια συνολική επανάκαμψη της κεντροαριστεράς στην Ευρώπη. Τώρα πια προοδευτικές κυβερνήσεις υπάρχουν σε όλες τις Σκανδιναβικές χώρες, στην Ιβηρική χερσόνησο και προσεχώς, όπως φαίνεται, στην Γερμανία. Οι φήμες για τον θάνατο της σοσιαλδημοκρατίας αποδεικνύονται κάπως υπερβολικές. Ή μήπως όχι; Γιατί βέβαια πίσω από την ανάκαμψη του SPD βρίσκεται ένα πρόσωπο. Δεν έγινε ξαφνικά το κόμμα πιο δημοφιλές. Είναι ο υποψήφιός του, ο Όλαφ Σολτς, ο οποίος αποδεικνύεται πολύ πιο δημοφιλής από τον άχρωμο Άρμιν Λάσετ και μοιάζει ικανός να το οδηγήσει στη νίκη.

Να κάτι παράδοξο. Όσο προχωρούν οι κοινωνίες, τόσο επιστρέφουμε σε προηγούμενες μορφές πολιτικής όπου τα πρόσωπα παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από τα κόμματα. Ένας γελωτοποιός στην Ιταλία, άλλος ένας, πολύ πιο επικίνδυνος, στις ΗΠΑ, κάνουν άνω κάτω τα πολιτικά πράγματα στις χώρες τους. Αλλά και στη Γαλλία ο Μακρόν αναδεικνύεται πρόεδρος με κύριο αντίπαλο την Λεπέν. Γκωλικοί και Σοσιαλιστές μοιάζει να ανήκουν στο μακρινό παρελθόν. Τα πρόσωπα κερδίζουν τις εκλογές. Τα κόμματα έχουν γίνει αναλώσιμα. Σήμερα μας κάνουν, αύριο όχι. Οι ψηφοφόροι δεν έχουν πια αυτή την ταύτιση με κάποιον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο που είχαν σε όλη την διάρκεια του 20ου αιώνα. Ψηφίζουν όλο και περισσότερο «οπορτουνιστικά». Ορισμένοι θα το θεωρήσουν θετική εξέλιξη, τα υποχρεώνει να ακούν πολύ πιο προσεκτικά τους πολίτες επί ποινή εξαφάνισης. Άλλοι πάλι τρομάζουν από την ρευστότητα η οποία έχει επικρατήσει, η οποία συχνά οδηγεί σε αμφισβήτηση και των ίδιων των θεσμών της Δημοκρατίας.

Έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες γι’ αυτόν τον κατακερματισμό του εκλογικού σώματος. Σίγουρα έχει να κάνει με την ανάδειξη νέων προβλημάτων, όπως το περιβάλλον αλλά και τον όλο μεγαλύτερο πλουραλισμό των κοινωνιών. Η «βασική αντίθεση» κεφαλαίου εργασίας, όπως θα μας έλεγε ο Κουτσούμπας, δεν αρκεί πια για να εξηγήσει τις πολιτικές ταυτότητες. Τα προβλήματα είναι πιο σύνθετα και η οικονομία δεν είναι πάντα το καθοριστικό κριτήριο της ψήφου. Το που ανήκει ο καθένας εξ ημών, κοινωνικά, ιδεολογικά, ή πολιτισμικά είναι πολύ πιο ισχυρός παράγοντας. Τα πάντα, όπως μας έδειξε και η πανδημία, παίρνουν πολιτικό χαρακτήρα.

Σε όλα αυτά βέβαια η Ελλάδα πρωτοπόρησε. Όταν το ΠΑΣΟΚ αποδείχθηκε αδύναμο να διαχειριστεί πολιτικά την κρίση, οι πολίτες το εγκατέλειψαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Την θέση του την πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ, και σίγουρα το μεγαλύτερο μερίδιο της επιτυχίας ανήκει στον Αλέξη Τσίπρα. Μπορεί να αρέσει στα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να λένε ότι είναι κόμμα με δημοκρατικές διαδικασίες, χωρίς τον Τσίπρα ωστόσο θα είχαν παραμείνει κόμμα του 4%. Μεγάλο μερίδιο στην επιτυχία της ΝΔ έχει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Κλήθηκε βέβαια να διαχειριστεί μια πιο εύκολη κατάσταση. Το κόμμα του κατάφερε να μην έχει την τύχη του ΠΑΣΟΚ, παρά τις τεράστιες ευθύνες της κυβέρνησης Καραμανλή. Σήμερα άλλωστε τα σχετικά υψηλά ποσοστά που συγκεντρώνει στις δημοσκοπήσεις μοιάζει να διαψεύδουν την εκδοχή του πολυκερματισμού. Αλλά βέβαια το 2012, όταν πήρε κάτω από 20% στον πρώτο γύρο, είναι ακόμα αρκετά κοντά. Ούτε τη ΝΔ έχουν πρόβλημα να εγκαταλείψουν οι ψηφοφόροι της. Όπως βέβαια και να το στηρίξουν οπαδοί άλλων κομμάτων, οι οποίοι μάλιστα στις εσωκομματικές εκλογές, φαίνεται ότι πήγαν και ψήφισαν τον Κυριάκο.

Στην Ελλάδα η πολιτική παραδοσιακά καθοριζόταν από ισχυρές προσωπικότητες. Ο Νίκος Μαραντζίδης όμως παρατήρησε, νομίζω εύστοχα, ότι είναι η πρώτη φορά που η αντιπαράθεση παίρνει τόσο προσωπικό τόνο. Το σύνθημα «Μητσοτάκη γ@» δεν έχει ακουστεί ποτέ ξανά για πολιτικό αρχηγό. Κατά τον Μαραντζίδη αυτό οφείλεται στο ότι ο ίδιος ο Μητσοτάκης δεν κρύβει τον πλούτο και την καταγωγή του, δεν φιλοτεχνεί την εικόνα του «λαϊκού» όπως οι προκάτοχοι του, ακόμα και αν στην πραγματικότητα ανήκαν κατ εξοχήν στην ελίτ. Ο Αντρέας όταν χορεύει ζεϊμπέκικο, ο Κώστας Καραμανλής, τακτικός θαμώνας στα ταβερνάκια της Ραφήνας. Φοβάμαι όμως ότι η διαδικασία πηγαίνει αντίστροφα. Ακριβώς επειδή στο ΣΥΡΙΖΑ καταλαβαίνουν ότι είναι ο ίδιος ο Μητσοτάκης που κρατά ζωντανή την σύμπλευση της δεξιάς με τον μεσαίο χώρο, έχουν βάλει σαν κύριο στόχο τους την αποδόμηση του προσωπικά. Και ακριβώς επειδή η αντιπαράθεση γίνεται όλο και πιο πολύ με βάση ταυτότητες, η αποδόμηση δεν επιχειρείται τόσο σε σχέση με την πολιτική όσο με την προσωπικότητα του. Αυτό το ξεκίνησε ο ίδιος ο Τσίπρας ήδη από την εποχή που ήταν πρωθυπουργός, όταν αποκαλούσε τον Κυριάκο «κακομαθημένο κολλεγιόπαιδο». Ένας πολιτικός λόγος με τα χαρακτηριστικά του ταξικού μίσους όπως συμβαίνει γενικότερα με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Για να είμαστε δίκαιοι, ανάλογες ήταν και οι επιθέσεις στον Τσίπρα για την «αμορφωσιά» του, τα κακά αγγλικά του ή την στροφή των 360 μοιρών. Στην εποχή των αναλώσιμων κομμάτων και των σόσιαλ μίντια μοιάζει αναπόφευκτη η όλο και μεγαλύτερη προσωποποίηση της πολιτικής. Σημάδια των καιρών και των «πλησιαζόντων γεγονότων».