Πολιτικη & Οικονομια

Είναι καιρός για ανακωχή

Υπάρχει διάθεση;

Λεωνίδας Καστανάς
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Λεωνίδας Καστανάς σχολιάζει την απόσταση μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, και γράφει για την ανάγκη επιστροφής της χώρας στην πολιτική.

Η υπόθεση Κουφοντίνα προς το παρόν τέλειωσε. Και αυτό είναι καλό για την Ελλάδα. Διότι όταν έρχονται στην επικαιρότητα υποθέσεις τρομοκρατίας κάνουν κακό στη δημοκρατία. Διότι η Ελλάδα δεν είναι μια τυπική χώρα της ΕΕ, είναι μια αριστερή χώρα. H μοναδική στην οποία οι δολοφόνοι δεν ζήτησαν ποτέ συγγνώμη. Διότι η πολιτική βία βρίσκει έδαφος εντός κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς. Διότι τυγχάνει ανοχής ή συμπάθειας σε χώρους της νεολαίας. Γι’ αυτό, θα το ξαναγράψω, η κυβέρνηση έπρεπε να αποφύγει τη μεγέθυνση αυτής της υπόθεσης. Από τη στιγμή βέβαια που άρχισε ο εκβιασμός μέσω της απεργίας πείνας η στάση που κράτησε ήταν μονόδρομος. Η δημοκρατία φυσικά και δεν εκβιάζεται. Το αποτέλεσμα τη δικαιώνει. Δυστυχώς η υπόθεση αυτή θα επανέλθει με την πρώτη κατάλληλη ευκαιρία. Με ίδιο ή άλλο προσωπείο, αλλά θα επανέλθει. Άνοιξε θέμα.

Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση Μητσοτάκη έβγαινε με αμυχές από τη δυσάρεστη υπόθεση του Εθνικού Θεάτρου και βυθίζονταν στη δίνη του τρίτου κύματος της πανδημίας, η αξιωματική αντιπολίτευση άρπαξε το χαρτί της υπόθεσης Κουφοντίνα για να κάνει και καλά σκληρή δικαιωματική πολιτική. Για να αποδείξει το αστυνομικό κράτος και τον αυταρχισμό της κυβέρνησης. Μόνο που δεν θα υποστήριζε ποτέ και με τέτοια θέρμη τα δικαιώματα ενός τυχαίου κατάδικου, ούτε βέβαια ενός έγκλειστου της Χρυσής Αυγής. Αυτά και μόνο αποδεικνύουν ότι η στάση της είχε πολιτικά και όχι νομικά ελατήρια, πράγμα που κάνει πολιτική και την ήττα που κατέγραψε μετά το άδοξο πλην όμως πολιτικό τέλος της υπόθεσης. Ο Κουφοντίνας διακόπτει την απεργία πείνας με πολιτική δήλωση εγκαινιάζοντας ένα νέο κίνημα αριστερής αγανάκτησης στο οποίο διεκδικεί θέση σκιώδους αρχηγού. Ποιες συνθήκες κράτησης; Το θέμα είναι η οικογένεια που κυβερνά.

Η αντιπολιτευτική μανία του ΣΥΡΙΖΑ δεν του επέτρεψε να δει το βάθος της υπόθεσης και να καταλάβει ότι τα κοινοβουλευτικά κόμματα δεν παίζουν με αυτά τα πράγματα. Ακόμα και αν ανήκουν στην ελληνική αριστερά. Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς και ως εκ τούτου δυσκολεύεται με τις παραδόσεις της αριστεράς του Κύρκου και του Φλωράκη, που είχε σαφές μέτωπο απέναντι στην τρομοκρατία. Χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε ότι η πολιτική βία ανήκει στην αριστερή παράδοση και κουλτούρα, όπου ο μεγάλος σκοπός του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας αγιάζει κάθε μέσο για την επίτευξή του. Ο σκοπός είναι αυτός που γεννά και καιροσκόπους. Και η βία ως μαμή της Ιστορίας τους στοιχειώνει. Στην πρώιμη μεταπολίτευση οι αριστεροί διανοούμενοι συγκρούονταν με επίδικο το ειρηνικό ή ένοπλο πέρασμα στο σοσιαλισμό, με δημοκρατία ή δικτατορία του προλεταριάτου. Όσο κι αν φαίνεται κωμικό, παράξενο ή παράδοξο η συζήτηση αυτή για κάποιους δεν τελείωσε ποτέ.  

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε τόσα άλλα ανοικτά θέματα να συγκρουστεί από το να δώσει πολιτική νομιμοποίηση στην απεργία πείνας. Διότι έτσι μπήκε σε ένα τριπ που τον οδηγούσε αναγκαστικά και στην έμμεση πολιτική στήριξη των αλληλέγγυων του ισοβίτη και των σχετικών κινητοποιήσεων που κορυφώθηκαν με τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης. Διότι έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Όταν μπαίνεις σε ένα παιχνίδι που δεν ελέγχεις, δεν ξέρεις πότε και πού τελειώνει και σε ποια πλευρά θα βρεθείς στο τέλος του. Το εξωκοινοβουλευτικό κίνημα συμπαράστασης του Κουφοντίνα μπορεί να ελπίζει σε καλύτερες μέρες μιας και στο μέλλον θα βρεθούν ευκαιρίες να κλιμακώσει τον αγώνα του κατά του αστικού κράτους και της δημοκρατίας. Η αφελής πολιτική στήριξη το έφερε στον αφρό. Αντιθέτως, τον ΣΥΡΙΖΑ τον βρήκε στην πλευρά των χαμένων. Τον εξέθεσε στα μάτια της κοινής γνώμης και κυρίως του χώρου της κεντροαριστεράς τον οποίο υποτίθεται ότι διεκδικεί. Το ΚΙΝΑΛ μετράει με βερνιέρο τις ίσες αποστάσεις από τα δύο μεγάλα κόμματα από το φόβο μην και βρεθεί πλησιέστερα σαυτόν.

Προσωπικά δεν πίστεψα ποτέ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί σοβαρά τον ενδιάμεσο χώρο. Αν τον διεκδικούσε θα φρόντιζε περισσότερο την εξωτερική του εικόνα και κυρίως το τι καταθέτουν τα στελέχη του δημόσια. Και δεν θα άρπαζε στον αέρα τόσο εύκολα καμένα χαρτιά σαν και αυτό του Κουφοντίνα. Δεν θα ταυτίζονταν με κάθε διαμαρτυρία. Με κάθε κατάληψη σε πανεπιστημιακό ίδρυμα. Θα φρόντιζε να μονωθεί από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά η οποία ούτως ή άλλως τον ψηφίζει. Δεν θα υποστήριζε με τέτοια θέρμη δεκάδες κινητοποιήσεις την εποχή της πανδημίας που αποδεδειγμένα διασπείρουν τον ιό. Δεν θα ήταν τόσο αρνητικός και τόσο «ξινός» σε κάθε μα κάθε υγειονομικό μέτρο. Και κυρίως δεν θα μιλούσε για αστυνομικό κράτος όταν απέναντί του έχει μια ήπια κεντροδεξιά κυβέρνηση η πολιτική συμπεριφορά της οποίας είναι γενικά αποδεκτή. Ακόμα και από μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του. Και μόνο ότι ανέχτηκε 100 απαγορευμένες διαδηλώσεις σε ένα μήνα αρκεί. Η υπερβολή αφαιρεί φερεγγυότητα αλλά δεν φαίνεται να το καταλαβαίνει.

Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να είναι ένα πραγματικό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, που ενθαρρύνει τις ακραίες φωνές, όπου όλα τα σχετικά λουλούδια μπορούν να ανθίσουν, που «συνομιλεί» με την άκρα αριστερά, όπου ακόμα και η πολιτική συμπαράσταση στον Κουφοντίνα είναι θεμιτή και όποιος θέλει και αντέχει μπορεί να τον ακολουθήσει. Η λατρεία των κινημάτων. Πιστεύει πολύ στην αριστερή και εκρηξιγενή στόφα της Ελλάδας και περιμένει ότι οι συνεχείς αντιδεξιές κραυγές στον αέρα, χωρίς σοβαρή αιτία, σε συνδυασμό με μια πιθανή μετα - πανδημική οικονομική κρίση μπορούν να τον σπρώξουν και πάλι στην κορυφή. Αν βέβαια βοηθήσει και η ΝΔ κάνοντας μεγάλα λάθη. Και ότι κάποια στιγμή όλα αυτά  θα αποτυπωθούν και στις δημοσκοπήσεις. Δεν περνάει από το μυαλό του ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη γύρισαν σελίδα. Μπορεί να ’χει και δίκιο. Στην Ελλάδα ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει.

Η ανάλογη πολιτική του στο πρόσφατο παρελθόν του έφερε ένα μεγάλο μέρος των «σοσιαλδημοκρατών» του ΠΑΣΟΚ αλλά και τη λαϊκή δεξιά των ΑΝΕΛ. Προς το παρόν αυτή η πολιτική κρατά συσπειρωμένο ικανό μέρος εκείνης της μαγιάς, αρκετά κάτω από το εκλογικό του ποσοστό και χωρίς ορατές δυνατότητες επέκτασης. Ωστόσο δεν ενδιαφέρεται να κάνει προγραμματική αντιπολίτευση στη ΝΔ. Να καταθέσει τεκμηριωμένες αντιπροτάσεις. Δεν μπορεί; Εικάζει ότι το κοινό του δεν τις έχει ανάγκη; Μήπως δεν τις καταλαβαίνει; Μάλλον οι θετικές προτάσεις δεν είναι το γήπεδο που ευνοεί το παιχνίδι του. Σχεδόν δύο χρόνια στην αντιπολίτευση και μόλις προχτές έφερε ένα σχέδιο για το «νέο ΕΣΥ» το οποίο πέρασε απαρατήρητο αφού ούτε ο ίδιος το υποστήριξε επαρκώς. Κάτι σαν το περίφημο «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης». Αφού βέβαια 4,5 χρόνια στην κυβέρνηση άφησε την Υγεία στην τύχη της. 

Η χώρα χρειάζεται ένα μορατόριουμ. Όχι βέβαια για να σταματήσουν το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης ή ο έλεγχος της αντιπολίτευσης. Αλλά για να επιστρέψουμε στην πολιτική. Για να αισθανθούμε ότι ανήκουμε στην ίδια χώρα.

Η «4η βιομηχανική επανάσταση» και ο νέος ψηφιακός κόσμος δεν είναι στο πλαίσιο των ενδιαφερόντων ενός κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς, αλλά ούτε και του κοινού που ακόμα το ακολουθεί ή βρίσκεται κοντά του. Προέχει η παλιομοδίτικη καταγγελία και η τυφλή αντίσταση στις όποιες αλλαγές νομοθετεί η κυβέρνηση. Δεν αντιπροτείνει. Απαιτεί να μην εφαρμοστούν οι νόμοι που ψήφισε η Βουλή. Δηλαδή αρνείται την πεμπτουσία της Δημοκρατίας. Γιατί; Διότι αυτός διαφωνεί. Είναι η έπαρση του αριστερού που νομίζει ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Από τον Σεπτέμβριο που θα ανοίξουν τα σχολεία και τα πανεπιστήμια το θέατρο των επιχειρήσεων θα μεταφερθεί στην εκπαίδευση όπου αναμένονται σκηνές απείρου κάλους. Η αριστερή Ελλάδα και όχι μόνο θα αντισταθεί στις αλλαγές στην εκπαίδευση, με μπροστάρη τον ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ θα μου πεις αντιστέκεται η δεξιά, η αριστερά θα μείνει πίσω;

Για τον ΣΥΡΙΖΑ η πολιτική είναι ένα μεγάλο ταμείο είσπραξης οργής και αγανάκτησης. Πού θα πάει, ό,τι και να γίνει, ο κόσμος να χαλάσει, η οργή θα ξεσπάσει. Η μαρξιστική νομοτέλεια. Η οργή κατά του άδικου καπιταλιστικού συστήματος. Και γι’ αυτό πρέπει να την υποδαυλίζει με κάθε τρόπο, αγκαλιάζοντας κάθε «κίνημα» ακόμα και όταν αυτό στρέφεται εναντίον του. Ο Μητσοτάκης δεν θα κυβερνά για πάντα και ο επόμενος είναι αυτός. Ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας δεν δείχνει ικανός να ανακάμψει ελλείψει διακριτής πολιτικής και ικανής ηγετικής ομάδας, οπότε αυτός και μόνο αυτός είναι η διάδοχη κατάσταση. Μόνο που δεν είναι σίγουρο ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, ακόμα και ως φάρσα. Από διχασμό η χώρα έγκωσε. Το 2015 της ήταν πολύ διδακτικό, κατάλαβε ότι κάπως αλλιώς θα πρέπει να διεκδικήσει την ευημερία της μέσα σε ένα σκληρό και πολύπλοκο κόσμο. Όχι με τις φωνές και τις καταγγελίες αλλά με τη γνώση, την έρευνα, την εργασία, το ρίσκο και τη συνεργασία. Για τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Αντιθέτως καίγεται για το δικαίωμα του καθενός να καταλαμβάνει ένα χώρο μάθησης ή να διαδηλώνει καθημερινά εν μέσω πανδημίας.

Η αλήθεια είναι ότι η χώρα χρειάζεται ένα μορατόριουμ. Όχι βέβαια για να σταματήσουν το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης ή ο έλεγχος της αντιπολίτευσης. Αλλά για να επιστρέψουμε στην πολιτική. Για να αισθανθούμε ότι ανήκουμε στην ίδια χώρα. Η αντιμετώπιση της πανδημίας και τα όσα αυτής έπονται απαιτούν μια μεγάλη ανακωχή. Όχι όμως ως αποτέλεσμα εκβιασμού, σταμάτα να κυβερνάς για να σταματήσω να διαδηλώνω. Αλλά ως εποικοδομητική σύγκρουση προτάσεων σε πολιτισμένο δημοκρατικό περιβάλλον. Υπάρχει διάθεση; Ρητορικό το ερώτημα και απαντημένο. Όχι δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ. Υπάρχει χαώδης απόσταση μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης. Όση μεταξύ κεντροδεξιάς και ριζοσπαστικής αριστεράς. Δυστυχώς.