Πολιτικη & Οικονομια

Σεξουαλική βία και πολιτική

Aρκετοί πολιτικοί εκπρόσωποι αποφεύγουν να θίξουν τα αποκαλούμενα «μικρά και υποδεέστερα» ζητήματα, έχοντας το βλέμμα στραμμένο στη μικροπολιτική και στην ψηφοθηρία

Γιώργος Πανταγιάς
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σχόλιο για τη σεξουαλική βία και τις παρεμβάσεις των πολιτικών με αφορμή τις δηλώσεις ορισμένων για την υπόθεση της Σοφίας Μπεκατώρου

Η προσεκτική θέαση της ζωής είναι χρήσιμη για να διακρίνουμε όχι μόνο τις φωτεινές, αλλά και τις σκοτεινές πλευρές της. Το ουσιαστικότερο, συμβάλλει στην αυτογνωσία. Βέβαια, κάτι τέτοιο προϋποθέτει καθαρή ματιά. Και πρωτίστως την απελευθέρωσή μας από ταμπού και σκοπιμότητες.

Οι αποκαλύψεις της Σοφίας Μπεκατώρου υπήρξαν καταλυτικές. Μεταξύ άλλων, τραβήχτηκαν, επιτέλους, οι κουρτίνες στην άκρη, ρίχνοντας άπλετο φως στη σεξουαλική βία. Η Ολυμπιονίκης μας είχε το σθένος να αναμετρηθεί με τον φαρισαϊσμό, φέρνοντας στην επιφάνεια μια ανομολόγητη αλήθεια. Αν και γνωστή, πολύ λίγοι μιλούσαν γι’ αυτή. Οι συγκεκριμένοι, μάλιστα, κινδύνευαν να χαρακτηριστούν εμμονικοί, ακόμη και συκοφάντες. Έτσι επικρατούσε η περιβόητη ομερτά.

Τα θύματα ενοχοποιούνταν, ενώ οι θύτες περιβάλλονταν με ένα κέλυφος προστασίας. Από τη μια ο φόβος, η ντροπή, ο διασυρμός. Από την άλλη η ασυδοσία, η επιβολή του επιβήτορα, η ασυλία. Ο ζόφος ακύρωνε τα πάντα. Η ανθρώπινη ύπαρξη γινόταν ευάλωτη με πρώτα θύματα τις γυναίκες. Το χειρότερο δε ήταν ότι καλλιεργούταν η αίσθηση της συνενοχής τους. Οι επαίσχυντες πράξεις συγκαλύπτονταν. Η σεξουαλική βία έβρισκε πρόσφορο έδαφος. Η ψυχοπαθολογία του θύτη επέτεινε τον εθισμό του. Η ατιμωρησία ενίσχυε περαιτέρω την ανοχή.

Το παράδοξο είναι πως εκείνοι που έδειξαν να ξαφνιάζονται με όλα αυτά ήταν ορισμένοι εκπρόσωποι της πολιτικής τάξης, μολονότι αντίστοιχες εγκληματικές συμπεριφορές είναι μέρος της καθημερινότητάς μας. Έκαναν σαν να μην γνώριζαν τα πάμπολλα περιστατικά παρενόχλησης ή και βιασμών.

Η υπερχειλίζουσα υποκριτική τους συμπαράσταση στη Σοφία Μπεκατώρου μετά τις καταγγελίες της δεν καλύπτει τη διάστασή τους με τη ζώσα πραγματικότητα. Ζώντας στον μικρόκοσμό τους, επιδίδονται σε μεγαλόστομες διακηρύξεις. Ενδυόμενοι το κουστούμι της δήθεν προοδευτικότητας, υπόσχονται αλλαγές.

Μιλούν συνεχώς για τα μεγάλα προβλήματα της χώρας, προσπερνώντας όσα καθορίζουν τις αντιλήψεις και τις στάσεις της κοινωνίας. Η επιλογή τους δεν είναι τυχαία. Ούτε οφείλεται σε κάποια υπεροψία. Κυρίως συνδέεται με την απροθυμία, έως και άρνησή τους, να αγγίξουν τα κακώς κείμενα. Και τούτο διότι δεν θέλουν να φανούν δυσάρεστοι ούτε καν σε εκείνους που καταφεύγουν σε αντικοινωνικές ενέργειες.

Το παρατηρούμε, χρόνια τώρα, και σε μια σειρά άλλων πράξεων ανομίας και παρανομίας. Οι καταπατήσεις δημόσιας περιουσίας, οι πολεοδομικές παρεκτροπές, τα αυθαίρετα στα δάση και στον αιγιαλό, η καταστροφή του περιβάλλοντος, αντιμετωπίζονται με ανοχή από την πλειονότητα του πολιτικού κόσμου. Οι παραβάτες όχι μόνο δεν επικρίνονται αλλά τυγχάνουν και ασυλίας.

Με απλά λόγια, αρκετοί πολιτικοί εκπρόσωποι αποφεύγουν να θίξουν τα αποκαλούμενα «μικρά και υποδεέστερα» ζητήματα, έχοντας το βλέμμα στραμμένο στη μικροπολιτική και στην ψηφοθηρία. Επιπλέον, κάνουν κάτι χειρότερο: Χωρίς καμιά συστολή, επιζητούν κάθε τόσο ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους παρανομούντες.

Τώρα που η σεξουαλική βία βρέθηκε στην επικαιρότητα, κόμματα, αρχηγοί και πολιτικοί έσπευσαν να την αποκηρύξουν. Το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι γιατί το συγκεκριμένο πρόβλημα απουσίαζε μέχρι πρότινος από τον δημόσιο λόγο και τις παρεμβάσεις τους. Θεμιτή η πρόσφατη αντίδρασή τους, ωστόσο σε μεγάλο βαθμό ενέχει στοιχεία αναξιοπιστίας και παραμένει υποκριτική.

Ενδεικτική είναι η ανοχή τους απέναντι σε εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Οι αθλητικές ομοσπονδίες δεν αποτελούν τη μοναδική περίπτωση. Τα ποικιλώνυμα κατεστημένα εμφανίζονται σε διάφορους χώρους, απολαμβάνοντας την εύνοια των κομματικών σχημάτων και των παραγόντων τους.

Αποφεύγοντας τις ηθικοπλαστικές αναφορές και τους γνωστούς βερμπαλισμούς, που συνήθως καλύπτουν την ουσία των προβλημάτων, ο λόγος της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου ήταν για άλλη μια φορά καίριος και εύστοχος, καθώς υποστήριξε την ανάγκη «η αποκάλυψη της Σοφίας Μπεκατώρου να πνεύσει σαν ορμητικός άνεμος και να σαρώσει κάθε υποκρισία».

Συνιστά αναμφισβήτητο γεγονός ότι η Μικροφυσική της Εξουσίας –για να θυμηθούμε τον Φουκώ− κυριαρχεί στη δημόσια ζωή. Δεν περιορίζεται μονάχα στο πεδίο της πολιτικής, αλλά και στην εργασία, στην εκπαίδευση, καθώς και στον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο. Κι αυτό γιατί η εξουσία κάθε είδους, χωρίς τα αναγκαία αντισώματα, και φθείρει και διαφθείρει, τρέφοντας αντικοινωνικές συμπεριφορές.