Πολιτικη & Οικονομια

Εκλογές - Ανασχηματισμός - Διακυβέρνηση

Στο επίπεδο της πολιτικής στρατηγικής, ποια μειονεκτήματα θα έκρυβε για τον Κυριάκο Μητσοτάκη η επιλογή των πρόωρων εκλογών στην παρούσα φάση;

Άκης Γεωργακέλλος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Άκης Γεωργακέλλος γράφει στην ATHENS VOICE για τις επόμενες κινήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη μετά την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού.

Τι πρέπει να κάνει ένας πρωθυπουργός, όταν η δημοτικότητά του καταγράφεται στο υψηλότερό της επίπεδο, το κόμμα του εμφανίζει ευρύτατη δημοσκοπική υπεροχή, η διαχείριση μιας μεγάλης κρίσης από την κυβέρνησή του έχει διεθνή αποδοχή, αλλά οι επακόλουθες δυσκολίες στην οικονομία φαίνεται πως βρίσκονται στο ξεκίνημά τους; Αυτό το ερώτημα απασχόλησε πολύ την εγχώρια πολιτική συζήτηση το τελευταίο διάστημα.

Μια πρώτη απάντηση ήταν ότι πολύ απλά πρέπει να κάνει εκλογές, για να αποκομίσει άμεσα τα οφέλη του πολιτικού του προβαδίσματος και των πρόσφατων κυβερνητικών επιτυχιών. Η λογική «όταν προηγείσαι με διαφορά είναι ευκαιρία να κάνεις εκλογές» είναι βάσιμη. Βέβαια στην πολιτική, όπως και στη ζωή, κάθε επιλογή έχει συνήθως τα θετικά αλλά και τα αρνητικά της. Στο επίπεδο της πολιτικής στρατηγικής, ποια μειονεκτήματα θα έκρυβε για τον Κυριάκο Μητσοτάκη η επιλογή των πρόωρων εκλογών στην παρούσα φάση;

Πρώτον, θα ερχόταν σε σύγκρουση με την ίδια την εικόνα που θέλει να διαμορφώσει. Οι εκλογές θα φαίνονταν ως πολιτικός τακτικισμός. Όσο και αν η κοινή γνώμη κατά βάθος κατανοεί και συχνά δικαιολογεί τους πολιτικούς που λαμβάνουν τέτοιες αποφάσεις ανάλογα με το κομματικό τους συμφέρον, μια τέτοια επιλογή θα ήταν εντόνως αντίθετη με την εικόνα υπευθυνότητας και αποτελεσματικότητας στην οποία επενδύει ιδίως το τελευταίο διάστημα ο πρωθυπουργός.

Δεύτερον, θα είχε να αντιμετωπίσει την απλή αναλογική. Παρά την αναμενόμενη άνοδο του ποσοστού της, η ΝΔ θα συγκροτούσε μικρότερη Κοινοβουλευτική Ομάδα στη νέα Βουλή. Πρακτικά, αυτό θα σήμαινε είτε αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, είτε οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στην πρώτη περίπτωση θα αναγκαζόταν να πάει σε νέες εκλογές, στη δεύτερη περίπτωση ή θα συμβιβαζόταν με μια προβληματική 4ετία πλειοψηφίας 1-2 βουλευτών ή και πάλι θα έκανε νέες εκλογές –ξοδεύοντας κι άλλο απόθεμα προσωπικής του αξιοπιστίας για να εξηγήσει στους πολίτες γιατί για δεύτερη συνεχόμενη φορά προτιμά την κάλπη ενώ θα μπορούσε να κυβερνήσει. Οι διπλές εκλογές, πάντως, θα συνεπάγονταν συνολική εκλογική περίοδο περίπου δύο μηνών.

Τρίτον, όλα αυτά θα έπρεπε να γίνουν μέσα σε αβέβαιο υγειονομικό και οικονομικό περιβάλλον. Τίποτα δεν θα απέκλειε εν μέσω προεκλογικής περιόδου να ξεσπούσε δεύτερο κύμα της πανδημίας, ενώ ταυτοχρόνως πολλοί πολίτες θα βιώνουν τις οικονομικές συνέπειες της κατάστασης.

Και τέταρτον, κι αν παρόλα αυτά τα πράγματα πήγαιναν όπως τα ήθελε, η τελική επικράτηση σε αυτή τη διπλή εκλογική μάχη, θα είχε και το αντίστοιχο τίμημα για τον νικητή. Κάθε εκλογική νίκη συνεπάγεται και φθορά και ξόδεμα πολιτικού κεφαλαίου. Ακόμα και αν γίνεται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη. Κι αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης το γνωρίζει πολύ καλά, αφού δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο πατέρας του (με 3 εκλογικές νίκες το 89-90) και ο αντίπαλός του Αλέξης Τσίπρας (επίσης με 3 διαδοχικές επικρατήσεις σε εκλογές, δημοψήφισμα και πάλι εκλογές το 2015). Τρεις νίκες μέσα σε περίπου έναν χρόνο σημαίνουν και τριπλή φθορά, τριπλό κόστος σε πολιτικό κεφάλαιο, τριπλή επένδυση εμπιστοσύνης από πλευράς των πολιτών.

Ασφαλώς ο Κ. Μητσοτάκης θα είχε και πολιτικά οφέλη αν έκανε εκλογές. Το κυριότερο, ότι θα κέρδιζε μια καθαρή 4ετία. Δηλαδή περίπου έναν επιπλέον χρόνο διακυβέρνησης. Θα άξιζε όλο το ρίσκο και η επένδυση σε πολιτικό κεφάλαιο, για κέρδος ενός χρόνου;

Υπάρχει και η άποψη ότι ενδεχόμενες εκλογές τώρα «θα τελείωναν τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ». Σίγουρα θα τον έφερναν σε δύσκολη θέση, όμως ένας πολιτικός 46 ετών που έχει δείξει αξιοσημείωτη πολιτική ανθεκτικότητα και ηγείται ενός κόμματος με σαφή αρχηγοκεντρικά χαρακτηριστικά, δεν «τελειώνει» έτσι εύκολα. Επιπλέον, σε μια περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να αναζητεί τον ρόλο του, μια εκλογική διαδικασία θα του έδινε την ευκαιρία να επανασυσπειρωθεί και ανασυγκροτηθεί. Μια ευκαιρία που ίσως την αξιοποιούσε, ίσως όχι, αλλά πάντως η πολιτική είναι απρόβλεπτο παιχνίδι και δεν επιτρέπει επιπόλαιες βεβαιότητες.

 Τι θα σήμαινε ένας ανασχηματισμός τώρα;

Κι έτσι οδηγούμαστε στη δεύτερη από τις επιλογές που είχε –ή σωστότερα, ακόμα έχει– ο πρωθυπουργός: στον ανασχηματισμό. Τι θα σήμαινε ένας ανασχηματισμός τώρα; Πρώτον ότι την ώρα που η χώρα επιχειρεί να ανασυνταχθεί μετά το πρώτο κύμα της πανδημίας αλλά και να προετοιμαστεί για το πολύ πιθανό δεύτερο, θα άλλαζαν οι επικεφαλής Υπουργείων κρίσιμων για αυτή τη διπλή προσπάθεια. Και δεύτερον, από τακτικής πλευράς, ότι σε περίοδο δημοσκοπικής κυριαρχίας θα «καιγόταν» ένα χαρτί που συνήθως οι πρωθυπουργοί κρατούν για όταν η κοινή γνώμη δείχνει σημάδια κόπωσης. Ένας ανασχηματισμός κατά κανόνα σηματοδοτεί μια νέα αρχή και ανανεώνει, έστω και πρόσκαιρα, την εικόνα μιας κυβέρνησης που έχει υποστεί φθορά. Αν τον κάνεις τώρα, λοιπόν, δεν θα μπορείς να τον κάνεις όταν ίσως τον χρειαστείς περισσότερο.

Προφανώς κάποτε θα γίνει ανασχηματισμός. Όμως σε μία μόνο περίπτωση θα έδινε πολιτικά οφέλη τώρα: Αν ο μόνος που τον αποφασίζει πίστευε ότι υπάρχουν αρκετοί υπουργοί που είτε έχουν ολοκληρώσει έναν πλήρη κύκλο στη θέση τους, είτε η παραμονή τους σε αυτήν έχει πλέον αρνητικό πρόσημο για την κυβέρνηση και τον τόπο.

Το προηγούμενο διάστημα, λοιπόν, ακούσαμε κατά κόρον ότι «ο Μητσοτάκης θα κάνει ή εκλογές ή ανασχηματισμό», σαν να ήταν νομοτελειακό ότι πρέπει να γίνει ή το ένα ή το άλλο. Στην πραγματικότητα, όμως, υπάρχει και μια τρίτη επιλογή: η επένδυση στη διακυβέρνηση της χώρας. Ένας πρωθυπουργός και μία κυβέρνηση που πιστώνονται την επιτυχή αντιμετώπιση μιας κρίσης, μπορούν να λάβουν σοβαρές αποφάσεις και να επενδύσουν στην επόμενη μέρα. Από πλευράς πολιτικής στρατηγικής, αυτή είναι και η πιο συνεπής επιλογή για έναν πολιτικό που χτίζει την εικόνα του υπεύθυνου και υπεράνω τακτικισμών.

Επιπλέον, τώρα που όλοι αντιλαμβάνονται ότι η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μια παγκόσμια κρίση που ουδείς μπορούσε να προβλέψει, δίνεται η ευκαιρία να μην ωραιοποιηθεί η κατάσταση και να μην καλλιεργηθούν προσδοκίες που θα διαψευστούν στην πράξη. Ταυτοχρόνως, όμως, η προσδοκία των πολιτών είναι να μην ξεχαστούν οι προεκλογικές δεσμεύσεις, αλλά να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα. Η κυβέρνηση να δείξει ότι έχει σχέδιο και αποτελεσματικότητα.

Στο σύνολο της παραπάνω ανάλυσης, πρέπει να μπει βέβαια και ένας αστερίσκος: Ότι βασίζεται σε όσα είναι ευρύτερα γνωστά, όμως κάθε Πρωθυπουργός έχει στη διάθεσή του και δεδομένα που ενδεχομένως αλλάζουν την εικόνα.