Πολιτικη & Οικονομια

Προοδευτική τεχνοφοβία

Περιμένοντας τον μετά - καπιταλισμό όπως οι άλλοι το Πάσχα

Λεωνίδας Καστανάς
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ποιοι και γιατί φοβούνται το δίκτυο 5G; Ο Λεωνίδας Καστανάς γράφει για την τεχνοφοβία των ανθρώπων στον σύγχρονο κόσμο.

Αναζητώ σπέρματα στο μακρινό 1980. Το οικολογικό και προοδευτικό κίνημα της εποχής μάχονταν κατά της περιφερειακής οδού Αλίμου - Καρέα - Κατεχάκη με το πρόσχημα της διατάραξης του οικοσυστήματος του Υμηττού. Το ίδιο κίνημα αντιτάχθηκε σθεναρά και στη σύνδεση της εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας με την παραλιακή. Εδώ το αφήγημα ήταν η καταστροφή του παραλιακού μετώπου λόγω αύξησης του κυκλοφορικού ρεύματος στην λεωφόρο Ποσειδώνος. Τα κινήματα προφανώς ήθελαν να συνδέονται τα βόρεια με τα νότια προάστια της Αθήνας αποκλειστικά μέσω της πλατείας Συντάγματος. Τους φαίνονταν πιο οικολογικό να γίνεται της κολάσεως στο κέντρο. Φυσικά η ίδια η ζωή διέψευσε τις εναλλακτικές Κασσάνδρες ως συνήθως.

Θυμήθηκα παλιές οικολογικές ιστορίες με αφορμή την διακοπή των δοκιμών του δικτύου 5G μετά από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της όμορφης Καλαμάτας. Πολίτες που υποστήριζαν την διακοπή ισχυρίστηκαν ότι υπάρχει σχέδιο στείρωσης των Καλαματιανών με παράλληλη εισροή μεταναστών ώστε να αλλοιωθεί η δημογραφική σύνθεση της πόλης. Φυσικά και το συμβούλιο δεν έκανε αποδεκτές τις μετρήσεις του Δημόκριτου που δείχνουν όρια ακτινοβολίας πολύ κάτω από τα επιτρεπτά, ούτε τις απόψεις των επιστημόνων ότι το δίκτυο 5G είναι κατά πολύ ασφαλέστερο από τα δίκτυα  παλαιότερης τεχνολογίας. Όλοι είναι βαλτοί. Φυσικά οι αντιδράσεις, πέρα από τις βλάβες στην υγεία των πολιτών είχαν στόχο και τα κέρδη των εταιριών κινητής τηλεφωνίας, δηλαδή τον παγκόσμιο καπιταλισμό που ως γνωστό απεργάζεται σκοτεινά σχέδια κατά των λαών και γιατί όχι και κατά των Καλαματιανών.

Στον αγώνα κατά της τεχνοφιλίας δεν θα μπορούσε να λείψει η ποικιλώνυμη ελληνική αριστερά γνωστή για την προοδευτικότητα και τους αγώνες της κατά του τεχνοφασισμού. Γνωστά πράγματα στην Ελλάδα του 2020 μιας χώρας παραδόξως νεωτερικής. Πολύ παραδόξως.

Ο αγώνας των Καλαματιανών θα προστεθεί στο βιβλίο των μεγάλων αγώνων του λαού μας κατά της επένδυσης του Ελληνικού, κατά του εργοστάσιου διαχείρισης απορριμμάτων στην Κερατέα και φυσικά κατά των μηχανών του διαβόλου, των ανεμογεννητριών. Φαίνεται ότι ο προοδευτικός κόσμος αυτής της χώρας λέει ΝΑΙ στις θλιβερές και επικίνδυνες ανοικτές χωματερές παντός τύπου, στην κυκλοφοριακή συμφόρηση λόγω έλλειψης περιφερειακών αρτηριών, στα παλιά δίκτυα τηλεπικοινωνιών, ή στη χρήση του «αθώου» λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Ικανό μέρος της προοδευτικής Ελλάδας επιλέγει τον καρκίνο προκειμένου να γλιτώσει από την τεχνολογία. Συνήθως είναι το ίδιο με αυτό που συντάσσεται με το αντιεμβολιαστικό κίνημα αφού φαίνεται να προτιμά τις επιδημίες ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας, διφθερίτιδας, πολιομυελίτιδας κλπ που κάποτε θέριζαν τα παιδιά της Ευρώπης, στον αγώνα της κατά των συμφερόντων των φαρμακοβιομηχανιών. Ο ανορθολογισμός προελαύνει φυσικά σε ολόκληρη τη νεωτερική Ευρώπη και όχι μόνο στη βαλκανική της εσχατιά. Αλλά θα μου πεις η Ελλάδα έδωσε 62% στον Τσίπρα για να μας κάνει Βενεζουέλα (χωρίς πετρέλαια) και δίνει 5-7% σε κόμμα που υπόσχεται το 2020 τον σταλινικό παράδεισο. Στα δίκτυα 5G θα κωλώσει;

Το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς ελληνικό. Την ίδια στιγμή το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων», που σε κάθε ευκαιρία καίει και σπάει την Πόλη του Φωτός, θέλει να αλλάξει το κοινωνικό σύστημα και να εγκαταλείψει τον καπιταλισμό. Και καλεί και τους οικολόγους να πυκνώσουν τις γραμμές του ενάντια στη λογική της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που καταστρέφει το περιβάλλον. Φυσικά πιστεύει και αυτό σε έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός με ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη. Αν στο δρόμο προκύψουν και γκιλοτίνες δεν τρέχει και τίποτα μέσα στο πρόγραμμα είναι και αυτές. Εμπρός λοιπόν για ένα μετακαπιταλιστικό πολιτισμό, ας επιστρέψουμε δηλαδή στο 1917 για να κάνουμε την ίδια διαδρομή μέχρι το 1989 και πάει λέγοντας. Διαρκής αναπαλαίωση, όπως διαρκής επανάσταση.    

Και έτσι καλά κρατεί η συζήτηση που έχει ανοίξει στη χώρα μας τον τελευταίο καιρό γύρω από την λατρεμένη νεωτερικότητα και την γοητευτική μετανεωτερικότητα. Είναι του κράτους που διαφεντεύουν οι ελίτ, είναι της κοινωνίας ή μήπως είναι και των δύο αφού το κράτος κυβερνούν αυτοί που η κοινωνία επιλέγει; Και τότε τι σημαίνουν όλα αυτά τα κινήματα που ξεπηδούν από αντισυστημική και αντικαπιταλιστική αφετηρία; Οφείλονται στην έλλειψη πληροφόρησης, στην κακή εκπαίδευση ή είναι συνειδητές πολιτικές επιλογές;

Πίσω απ’ όλα αυτά ενυπάρχει ο φόβος. Αν ο νεωτερικός άνθρωπος «εγκατέλειψε τον Θεό» αναζητώντας την δική του ταυτότητα μέσα στον κόσμο, ο μετανεωτερικός δεν αναζητά καμιά ταυτότητα διότι βρίσκεται σε μια συνεχή κίνηση. Είναι ροή. Γεννιέται στην Ελλάδα, σπουδάζει στην Γαλλία, δουλεύει στον Καναδά, παντρεύεται στην Σιγκαπούρη, γερνάει στο Ντουμπάι και όλα αυτά τα κάνει άλλοτε με τη θέλησή του και άλλοτε από ανάγκη, αλλά πάντοτε με έναν εσωτερικό, ανομολόγητο φόβο. Η παγκοσμιοποίηση του δίνει δυνατότητες αλλά και του παίρνει ξεγνοιασιά. Τον θέλει χωρίς παγιωμένη ταυτότητα, τον θέλει ρευστό, άρα ευκίνητο, χωρίς καθορισμένο σχήμα, μιας και το σχήμα είναι εμπόδιο για την εποχή που ξεπροβάλει. Οι σκληρές ταυτότητες δεν συνιστώνται. Και αυτό παράγει αντίρροπες τάσεις. Ας έρθουμε για λίγο στη θέση του Αφγανού που έστω και με τη θέλησή του αφήνει το χωριό του για να ζήσει στην Στοκχόλμη.

Η τεχνοφοβία μπορεί να φαίνεται σαν βλακεία, σαν καθυστέρηση, ή στην καλύτερη περίπτωση σαν ιδεοληψία αλλά πίσω της έχει τον φόβο του περίπλοκου, του εξελιγμένου, του αγνώστου. Του επιστημονικού. Δεν την αντιπαλεύει καμιά πληροφόρηση μιας και αυτή θεωρείται κατευθυνόμενη από σκοτεινά κέντρα. Δεν την εξαλείφει καμιά γενική μόρφωση μιας και αναφέρεται σε πολύ ειδικές τεχνολογικές εφαρμογές που απαιτούν πολύ εξειδικευμένες γνώσεις που λίγοι διαθέτουν.

Το ίδιο και ο καπιταλισμός. Ο κόσμος του είναι σκληρός και ανταγωνιστικός, παράγει πλούτο, προσφέρει ευημερία, αλλά ως φυσική διεργασία συντηρεί τις ανισότητες. Η διαρκής κινητικότητα, η αέναη ρευστότητα δεν έχει τα ίδια αποτελέσματα σε όλους, άλλοι ανεβαίνουν, άλλοι κατεβαίνουν, άλλοι συνθλίβονται. Αντιθέτως ο σοσιαλισμός υπόσχεται σταθερότητα, έστω και αν αυτή βρίσκεται μέσα σε ένα βαθύ φρέαρ κρατικής βίας και καθολικής φτώχειας που για κάποιον κόσμο είναι ελκυστική, γιατί ακριβώς είναι σταθερή. Δεν απαιτεί ιδιαίτερες δεξιότητες από κάποιον που ούτως ή άλλως δεν θέλει να μάθει ούτε να κάνει πολλά. Δεν έχει καμιά διάθεση να αντισταθεί, άρα να διακινδυνεύσει. Η απειλή της βίας δεν τον αφορά. Ας έρθουμε στη θέση του Ρώσου που έζησε έτσι επί 70 χρόνια. Και που δάκρυσε όταν κατέβηκε το σφυροδρέπανο από το Κρεμλίνο.

Για έναν κόσμο, όχι για όλους, όλα αυτά τα υγιεινά, τα οικολογικά και τα εναλλακτικά δεν είναι παρά προφάσεις για να παγιώσει την ταυτότητά του, να κάτσει στα αυγά του, να διατηρήσει τις σταθερές του. Να ησυχάσει στο βαθύ φρέαρ δυναμικού του. Να αρνηθεί την κατά Bauman ρέουσα μετανεωτερικότητα, να αντιμετωπίσει την παγκοσμιοποίηση. Είναι ένας βαθύς συντηρητισμός που αναγκαστικά πρέπει να σεβαστούμε έστω και αν είμαστε υποχρεωμένοι να αντιπαλέψουμε. Γι’ αυτό και συχνά διατυπώνει ανοησίες, παραλογισμούς ή διεκδικεί τελικά τα αντίθετα από αυτά που ίσως πιστεύει ή τον εξυπηρετούν. Γι’ αυτό και η λέξη προοδευτικός είναι τόσο ελαστική και αντιφατική πλέον. Τι είναι τελικά η πρόοδος; Ο καπιταλιστικός αναρχισμός ή η σοσιαλιστική ευταξία;

Η διαλεκτική εδώ υποχωρεί. Ενώ σκίζεται για την παγκόσμια υγεία, μάχεται τον αντικαπνιστικό νόμο, διεκδικώντας το δικαίωμα του καθενός να του φυσάει τον βρωμερό καπνό του στη μούρη. Ζητάει καθαρή, φτηνή και μπόλικη ηλεκτρική ενέργεια για όλους αλλά μάχεται τον καταναλωτισμό και τις νέες τεχνολογίες που βέβαια είναι ακριβές πλην όμως καθαρές. Θέλει κινητά τηλέφωνα αλλά δεν θέλει τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Δεν θέλει να πεθάνει νέος, αλλά δεν θέλει και φάρμακα. Διεκδικεί υγιεινές πόλεις τις οποίες όμως ρυπαίνει και καταστρέφει κατηγορώντας την εξουσία ότι δεν τον αφήνει να τις καταστρέψει ατιμωρητί. Μύλος στο μυαλό και στη ζωή του.

Ο σύγχρονος δήθεν επαναστατημένος νεωτερικός άνθρωπος δεν ξέρει τι ζητάει γιατί απλά δεν ζητάει πραγματικά τίποτα. Μόνο φοβάται και φοβάται τα πάντα. Και γι’ αυτό τα φορτώνει όλα στις σκοτεινές καπιταλιστικές δυνάμεις που τον ψεκάζουν και τον αδρανοποιούν. Υπονοώντας την ματαιότητα των αγώνων μπροστά σε έναν υπέρτερο αντίπαλο. Και περιμένει την μετά καπιταλισμό ζωή όπως οι άλλοι το Πάσχα. Ίσως δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά μοντέρνος.