Πολιτικη & Οικονομια

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και οι πρωθυπουργοί

Τι κάνει τους ανθρώπους τόσο επιθετικούς, τόσο ανάλγητους για τον διπλανό τους, για τον διαφορετικό, όταν επιδιώκουν να κατακτήσουν την εξουσία;

Σάββας Σαββόπουλος
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η διεκδίκηση της εξουσίας και του πλούτου ήταν πάντα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης απληστίας.

Κατά την προεκλογική αντιπαράθεση διαπιστώσαμε ακρότητες σε λεκτικό και σε έμπρακτο επίπεδο από πολλές πλευρές, οι οποίες δηλητηρίασαν τον δημόσιο διάλογο, ο οποίος υποβιβάστηκε συχνά στο επίπεδο της χουλιγκανικής αντιπαράθεσης. Βασικά οι αυτουργοί των ακροτήτων πλήττουν ταυτόχρονα την ανθρώπινη ποιότητά τους. Τι κάνει τους ανθρώπους τόσο επιθετικούς, τόσο ανάλγητους για τον διπλανό τους, για τον διαφορετικό, όταν επιδιώκουν να κατακτήσουν την εξουσία, δηλαδή τι κάνει τους ανθρώπους μισάνθρωπους; Φαίνεται ότι αποδίδουν στην κατάκτηση και τη νομή της εξουσίας χαρακτηριστικά παντοδυναμίας, ούτως ώστε να αντισταθμίσουν την υπαρξιακή ανεπάρκεια των ιδίων και της ομάδας τους. Κάποτε κάποιος ασθενής μου, ο οποίος ήταν στο στενό περιβάλλον πρώην έλληνα πρωθυπουργού, μου είχε πει: «Όταν είσαι μαζί με τον πρωθυπουργό, όσο διαρκεί η εξουσία του, είσαι διαρκώς σε μια κατάσταση μέθης. Όλα είναι εφικτά». 

Η διεκδίκηση της εξουσίας και του πλούτου ήταν πάντα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης απληστίας. Τώρα εμφανίζεται ως ένα σταθερό «σύμπτωμα» του μετανεωτεριτικού «ναρκισσιστικού» ανθρώπου, ο οποίος επιβεβαιώνεται κυρίως με το «έχειν», παρά με το «είναι». Κάποιες φορές οι πολιτικοί, άνδρες και γυναίκες, στο κυνήγι του «έχειν», ιδιαίτερα της εξουσίας, δεν ορρωδούν προ ουδενός, ούτε καν του υπαρξιακού τους ακρωτηριασμού. Το να μιλήσει κανείς για την επικαιρότητα είναι παρακινδυνευμένο, γιατί οι ιδεολογικές αλλοτριώσεις εμποδίζουν να λειτουργήσει η σκέψη απρόσκοπτα. Η ένταξη σε ένα «σύστημα πίστης», δηλαδή ιδεολογία, καταργεί τον ορθολογισμό, την αλληλεγγύη και την ενσυναίσθηση. Στο πλαίσιο της δυναμικής της ενόρμησης της καταστροφικότητας, το μισαλλόδοξο άτομο επιδιώκει να φιμώσει τον άλλον, να τον κατατροπώσει, να τον εξοντώσει, όπως συνέβη πρόσφατα με τη βίαιη επίθεση στην Athens Voice. Δεν επιδιώκει, όπως θα έπρεπε, να αντιπαρατεθεί και να πολεμήσει τις όποιες διαφορετικές ιδέες που εκτίθενται με τον λόγο, αλλά θέλει να καταστρέψει. Ο πολιτισμός προχώρησε πολύ όταν κάποιοι πρόγονοί μας αντί να σπάσει ο ένας το κεφάλι του άλλου με πέτρες ή ρόπαλα, αντήλλαξαν ύβρεις και απειλές. Αργότερα μπόρεσαν να αντιπαρατεθούν μέσω του λόγου, όσο θυμωμένοι και αν ήσαν και επετέθησαν στις απόψεις, στις ιδέες του άλλου δεν επετέθησαν στο πρόσωπό του, γιατί το θεώρησαν ίδιο με το δικό τους. Δεν σήκωσαν χέρι να χτυπήσουν τον άλλον, να καταστρέψουν την περιουσία του, την προσωπικότητά του. Όμως η σημερινή πολιτική και η κοινωνική ζωή τροφοδοτεί μισαλλόδοξα, τυφλωμένα κακέκτυπα του πρίγκιπα Μακιαβέλι, που αλωνίζουν τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς και ασχημονούν  ποικιλοτρόπως σε δημοσιογραφικούς χώρους.

Αύριο το βράδυ θα γνωρίζουμε ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα τα επόμενα χρόνια. Αν θα συνεχίσει να την κυβερνά ο πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας ή αν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Κυριάκος Μητσοτάκης θα μετακομίσει στο Μαξίμου. Όποιος και να είναι όμως ο χαμένος, όποιος και να είναι ο νικητής, θα είναι ευχής έργο να αναλογιστεί κάποια μυθολογικά δεδομένα και κάποια ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν 1600 χρόνια.

Πρώτα στο πεδίο της μυθολογίας: στις Βάκχες ο βασιλιάς Πενθέας κομματιάζεται από τη μητέρα του Αγαύη επειδή αντιπαρατέθηκε στον Διόνυσο και τον διονυσιακό τρόπο ζωής, που συνιστά μια ιδιαίτερη θρησκευτική τελετουργία που εκφράζει έναν θεϊκό νόμο. Ο Πενθέας με βάση τον κοσμικό νόμο των Θηβών φυλακίζει τον Διόνυσο, παρά τις νουθεσίες των Κάδμου και Τειρεσία ότι παραλογίζεται. Η αλαζονεία της εξουσίας τον τρελαίνει και τον οδηγεί στην καταστροφή.

Και ο Κρέων καταστρέφεται εξαιτίας της άκαμπτης στάσης με όπλο τον κοσμικό νόμο-εντολή του έναντι της Αντιγόνης, η οποία αναλαμβάνει να εφαρμόσει τον θείο νόμο, τον παγκόσμιο νόμο και να θάψει το σώμα του νεκρού αδελφού της.

Την υπεράσπιση και τη σπουδαιότητα του παγκόσμιου νόμου, του θείου νόμου, μπορούμε να δούμε και σε ένα ιστορικό γεγονός.  

Όταν το Βυζάντιο κυβερνούσε ο αυτοκράτορας Αρκάδιος (395-408), ένας πανούργος και ευφυής αυλικός, ο Ευτρόπιος, κατόρθωσε με τέχνασμα να του δώσει ως σύζυγο την Ευδοξία, την όμορφη κόρη ενός στρατηγού. Έχοντας την εύνοια της νεαρής αυτοκράτειρας ο Ευτρόπιος σύντομα έγινε πρωθυπουργός, θέση που χρησιμοποίησε αδίστακτα για να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες και την απληστία του. Ο λαός τον μισούσε και ο τότε πατριάρχης Ιωάννης ο Χρυσόστομος του ασκούσε σκληρή κριτική για τις παρανομίες και τα εγκλήματά του. Ένα από τα μέτρα που πήρε ο Ευτρόπιος εναντίον των αντιπάλων του ήταν η κατάργηση του ασύλου των ναών. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι το πρώτο θύμα του παραπάνω μέτρου υπήρξε ο ίδιος ο Ευτρόπιος. Και τούτο διότι το 399 η συσσωρευμένη λαϊκή οργή εκφράστηκε έντονα εναντίον του άνομου πρωθυπουργού και ο Αρκάδιος αποφάσισε την καθαίρεσή του, ενώ διέταξε και την επέμβαση του στρατού. Ο Ευτρόπιος, παρατημένος από όλους τους συνεργάτες του και κυνηγημένος κυριολεκτικά από το μανιασμένο όχλο, βλέποντας να κινδυνεύει η ζωή του κατέφυγε στον ναό των Αγίων Αποστόλων και πανικόβλητος γαντζώθηκε στην Αγία τράπεζα. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρενέβη στον αυτοκράτορα και, αφού εξασφάλισε άσυλο για τον φυγάδα, ανέβηκε στον άμβωνα και εκφώνησε την περίφημη πρώτη προς Ευτρόπιο ομιλία, με την οποία μπόρεσε να τιθασεύσει το μένος του λαού και να σώσει τη ζωή του έκπτωτου πρωθυπουργού. (Αυτή ομιλία θα έπρεπε να είναι το πρώτο κείμενο που διαβάζει κάθε ένοικος του Μαξίμου).

Λίγες μέρες αργότερα ο Ευτρόπιος προσπάθησε να φύγει από την Κωνσταντινούπολη. Το πλήθος τον αναγνώρισε και τον συνέλαβε. Παίρνοντας αφορμή απ’ αυτό το γεγονός, ο Ιωάννης εκφώνησε τη δεύτερη «Εις Ευτρόπιον» ομιλία του.

Θα παραθέσω κάποια αποσπάσματα από την πρώτη «Εις Ευτρόπιον» ομιλία του Ιωάννη, η οποία απευθύνεται τόσο στον εξαγριωμένο λαό, όσο και στον έκπτωτο πρωθυπουργό. Ο Ιωάννης γίνεται εδώ ο εκφραστής του «πατρικού υπερεγώ», το οποίο ισχύει για όλους. Κατακεραυνώνει το αίολο μητρικό υπερεγώ των ιδιοτελών ατομικών και ομαδικών συμφερόντων, που αγνοούν τους άλλους, ακόμα και τους αντιπάλους.

ΠΑΝΤΟΤΕ, αλλά ιδιαίτερα τώρα, είναι κατάλληλη η στιγμή για να πούμε: «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Πού είναι τώρα η λαμπρή αρχοντική στολή; Πού είναι οι θόρυβοι και οι χοροί και οι συγκεντρώσεις; Πού είναι οι επευφημίες στον ιππόδρομο και οι κολακείες των θεατών; Όλα έφυγαν. Φύσηξε ξαφνικά αέρας, έριξε τα φύλλα κι έδειξε το δέντρο γυμνό, να σαλεύεται σύγκορμο και να κινδυνεύει να ξεριζωθεί. Πού είναι τώρα οι επίπλαστοι φίλοι; Πού είναι τα γλέντια; Πού είναι η συμμορία των παρασίτων; Πού είναι τα καλύτερα κρασιά, που χύνονταν ολοήμερα, και οι ποικίλες τέχνες των μαγείρων; Πού είναι οι γλυκόλογοι κι εξυπηρετικοί δουλόφρονες; Νύχτα ήταν όλα κι όνειρο. Και μόλις ξημέρωσε, εξαφανίστηκαν. Άνθη ανοιξιάτικα ήταν και μαράθηκαν. Σκιά ήταν και πέρασε. Καπνός ήταν και διαλύθηκε. Σαπουνόφουσκα ήταν κι έσκασε. Αράχνη ήταν κι έσπασε. Να γιατί πάντα καταλήγουμε στο συμπέρασμα: «Όλα είναι μάταια, ματαιότητα και πάλι ματαιότητα». Δεν σου έλεγα συχνά-πυκνά, Ευτρόπιε, πως είναι δραπέτης ο πλούτος; Εσύ όμως δεν με ανεχόσουν. Δεν σου έλεγα πως είναι αχάριστος δούλος; Να που το απέδειξαν τα πράγματα. Όταν εσύ με επέπληττες επειδή έλεγα την αλήθεια, δεν σε βεβαίωνα πως σ’ αγαπούσα περισσότερο από τους κόλακες; Αν άντεχες τα δήθεν τραύματά μου, δεν θα σε οδηγούσαν τα προσποιητά φιλήματα εκείνων σε αυτόν τον όλεθρο. Οι πληγές (λόγω της αυστηρής κριτικής) από μένα προξενούν υγεία, ενώ τα δικά τους φιλήματα σου χάλκεψαν αρρώστια ανίατη. Πού είναι τώρα οι κεραστές σου; Πού όσοι σου έπλεκαν μύρια εγκώμια; Χάθηκαν, αρνήθηκαν τη φιλία, κοιτάζουν να εξασφαλίσουν τον εαυτό τους.[...]

Τα λέω τούτα όχι για να ριχτώ πάνω στον πεσμένο, αλλά για ν’ ασφαλίσω τους όρθιους. Όχι για να ξύσω τις πληγές του τραυματισμένου, αλλά για να διατηρήσω άτρωτους τους άλλους. Δεν καταποντίζω αυτόν που θαλασσοδέρνεται, αλλά εκπαιδεύω όσους τώρα πλέουν με ούριο άνεμο, ώστε σε ώρα τρικυμίας να μην τους καταπιεί το νερό. Ας έχουμε πάντοτε στο νου μας, πόσο ευμετάβλητα είναι τ’ ανθρώπινα. Αν αυτός φοβόταν μεταβολή, δεν θα πάθαινε μεταβολή. Τ’ ανθρώπινα είναι μηδαμινότερα κι από το μηδέν. Γιατί ποιός, αλήθεια, ήταν ανώτερός του; Δεν ήταν αυτός ο πλουσιότερος της οικουμένης; Δεν ήταν ο πιο ισχυρός από τους ισχυρούς; Δεν τον έτρεμαν όλοι; Ωστόσο, να που έγινε αθλιότερος κι από τους φυλακισμένους κι από τους δούλους κι από τους φτωχούς που πεινάνε, γιατί απειλείται με σπαθιά κοφτερά, με δήμιους, με εκτέλεση. Ούτε καν θυμάται την προηγούμενη κατάσταση της ευτυχίας. Βρίσκεται μέσα σε πυκνό σκοτάδι, μέρα μεσημέρι. Όσο και να προσπαθήσουμε, δεν θα καταφέρουμε να παραστήσουμε το πόσο βασανίζεται, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή τον θάνατο… Τί χρειάζονται τα δικά μου λόγια, αφού ο ίδιος μας τα παρουσιάζει ζωντανά; Από χθες, που πήγαν να τον συλλάβουν και πρόστρεξε στ’ Αγια, έχει μορφή απολιθωμένου απ’ τον φόβο, πρόσωπο νεκρού, φωνή σπασμένη. Τρέμει σύγκορμος. Τα δόντια του χτυπούν από την αγωνία. Αυτά τα λέω όχι για να τον χλευάσω, επαναλαμβάνω, αλλά για να σας γαληνέψω και να δείξετε επιείκεια. Αρκετές ήταν, σαν τιμωρία του, οι συμφορές που τον βρήκαν ως τώρα. Πολλοί απάνθρωποι μας κατηγορούν, γιατί τον δεχτήκαμε μέσα στο ιερό Βήμα. Περιγράφω την κατάντια του για να τους μαλάξω την αστοργία. [...]

Έτσι γίνεται με τους πλεονέκτες: Ευημερούν πρόσκαιρα, και μετά υποφέρουν θλίψη αβάσταχτη. Τι μεγάλη δύναμη έχει η δυστυχία αυτή! Τον επισημότερο και μακαριότερο απ’ όλους, τον έκανε να φαίνεται ελεεινότερος απ’ όλους. Αν μπει πλούσιος εδώ, κερδίζει πολλά. Διαπιστώνει πως έχει πέσει από τόσο ύψος εκείνος, που ως τώρα έσειε την οικουμένη· πως είναι πιο συμμαζεμένος και δειλός από λαγό και βάτραχο· πως είναι καρφωμένος χωρίς δεσμά σε τούτο το κολονάκι, και αντί γι’ αλυσίδα περισφίγγεται από τον φόβο. Με όλ’ αυτά υποχωρεί η φλεγμονή της απληστίας και πέφτει ο αέρας του πλούσιου, που, φιλοσοφώντας για τα επίγεια, φεύγει, αφού μάθει στην πράξη ό,τι διακηρύσσει η Γραφή: «Κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι, και η δόξα του φευγαλέα σαν το αγριολούλουδο· το χορτάρι ξεραίνεται κι ο ανθός μαραίνεται και πέφτει». [...] Ο φτωχός πάλι, μπαίνοντας και αντικρύζοντας το θέαμα, δεν λυπάται πια τον εαυτό του. Αντίθετα, καλοτυχίζει τη φτώχεια, γιατί του είναι άσυλο και λιμάνι γαλήνιο και τείχος ασφαλές. Προτιμάει να μείνει στην κατάστασή του, παρά ν’ απολαύσει για λίγο τα πάντα και υστέρα να διακινδυνεύσει και τη ζωή του ακόμα. Βλέπετε ότι δεν πήγε άδικα η συγκέντρωσή μας εδώ, αλλά έγινε αιτία μεγάλου κέρδους και σε πλούσιους και σε φτωχούς, και σε άσημους και σε επίσημους, και σε δούλους και σε ελεύθερους; Βλέπετε ότι καθένας φεύγει αποκομίζοντας φάρμακα, και θεραπεύεται από το θέαμα τούτο και μόνο;

Αραγε σας κατεύνασα το πάθος; Έδιωξα την οργή; Έσβησα την απανθρωπιά; Σας έφερα σε συμπάθεια; Το πιστεύω. Το δείχνουν τα πρόσωπά σας και οι πηγές των δακρύων! Αφού λοιπόν οι πέτρινες καρδιές σας μεταβλήθηκαν σε εύφορο αγρό, ελάτε τώρα να βλαστήσουμε καρπό ευσπλαχνίας, να επιδείξουμε στάχυ μεστωμένο από αγαθοσύνη.

Το βράδυ της Κυριακής όποιος κι αν είναι ο νικητής θα πρέπει να σκεφτεί πολύ την κατάληξη της ομιλίας του Ιωάννη του Χρυσοστόμου:

«Μα τώρα είναι καιρός όχι δικαστηρίου, αλλά ελέους· όχι ανακρίσεως, αλλά συγχωρήσεως· όχι καταδίκης, αλλά συμπάθειας...».

Είναι Σάββατο βράδυ, παραμονή των εκλογών οχτώ η ώρα.