Πολιτικη & Οικονομια

Η απόστασή μας από την κόλαση δεν είναι ασφαλής

48568-107586.jpg
Φίλιππος Σαχινίδης
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ομιλία του εισηγητή του ΠΑΣΟΚ κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού 2014


Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Συζητάμε σήμερα τον Προϋπολογισμό του έτους 2014.

Η Ελλάδα, τέσσερα χρόνια μετά το δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009, θα παρουσιάσει το 2013, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, για πρώτη φορά, πλεόνασμα στο πρωτογενές ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης.

Προφανώς, η προσαρμογή αυτή δεν υπήρξε το αποτέλεσμα της τελευταίας διετίας, όπως επιχειρούν ορισμένοι να πουν.

Πολύ περισσότερο, όταν οι δημόσιες τοποθετήσεις τους ότι η χώρα είχε και άλλες επιλογές για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής εκτροπής του 2009 είναι δημόσια καταγεγραμμένες. Όπως και οι δήθεν εναλλακτικές προτάσεις, που κωδικοποιήθηκαν ως «Ζάππεια», αλλά ποτέ δεν εφαρμόσθηκαν.

Τονίζω, λοιπόν, ότι στη διετία 2010-2011 το διαρθρωτικό δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε από το 19,1% του ΑΕΠ το 2009 σε 8,3% του ΑΕΠ το 2011 και στο 2,6% το 2012!

Η πρωτοφανής αυτή, σε ένταση, δημοσιονομική προσαρμογή, ήταν αποτέλεσμα δύσκολων αποφάσεων –για όλους τους Έλληνες– που πάρθηκαν το 2010, το 2011 αλλά και στις αρχές του 2012 πριν τις εκλογές, δηλαδή τότε που γίνονταν οι διαπραγματεύσεις για το 2ο Πρόγραμμα.

Για το 2014, έχει τεθεί ως στόχος η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 1,5% του ΑΕΠ που σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση μπορεί να επιτευχθεί με τα μέτρα που έχουν ήδη ψηφιστεί ή είναι προς ψήφιση.

Η κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίσει στις συζητήσεις που θα γίνουν, ότι ο Προϋπολογισμός του 2014, δεν θα αναθεωρηθεί μετά την ολοκλήρωση της επισκόπησης του προγράμματος. Γιατί η ελληνική οικονομία, για να περάσει σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης –έστω και οριακό– δεν μπορεί να το πετύχει με νέα δημοσιονομικά μέτρα.

Η δημοσιονομική προσαρμογή, με βάση το δείκτη του διαρθρωτικού ελλείμματος, έχει συντελεστεί.

Αλλά το κυριότερο είναι ότι η ελληνική κοινωνία δεν αντέχει άλλες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις και νέα φορολογικά βάρη.

Η Ελλάδα βρίσκεται για έκτη συνεχόμενη χρονιά σε ύφεση. Υπενθυμίζω ότι η ύφεση ξεκίνησε το 2008, δηλαδή δύο χρόνια πριν την εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής πολιτικής. Κάνω αυτή την επισήμανση γιατί, ακόμη και σήμερα, πολλοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας οφείλονται μόνο στη δημοσιονομική προσαρμογή που ξεκίνησε το 2010.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, η ελληνική οικονομία θα περάσει το 2014, για πρώτη φορά μετά από έξι χρόνια, σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης.

Η ανεργία θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, γεγονός που επιβάλλει περισσότερες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπισή της.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διερεύνηση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας και η σημασία του προϋπολογισμού για τις προοπτικές αυτές.

Αυτό προϋποθέτει ότι έχουν διαπιστωθεί τα αίτια που οδήγησαν την ελληνική οικονομία στη βαθύτερη και μακροβιότερη ύφεση που έχει γνωρίσει ποτέ.

Έτσι, οι διάφορες εναλλακτικές προτάσεις που κατατίθενται στη δημόσια συζήτηση, ως προς τη δυνατότητα να οδηγηθεί η ελληνική οικονομία σε διατηρήσιμη αναπτυξιακή τροχιά, πρέπει να αξιολογηθούν με βάση τις διαπιστώσεις αυτές.

Ξεκινώ, λοιπόν, με τις διαπιστώσεις.

1. Η ελληνική οικονομία, μετά την ένταξη στην ΟΝΕ και ιδιαίτερα μετά την ολοκλήρωση των Ολυμπιακών Αγώνων, δεν προχώρησε στις αναγκαίες διαρθρωτικές προσαρμογές προκειμένου να ενταχθεί αποτελεσματικά στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί τεράστιο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας το οποίο αποτυπωνόταν στη ταυτόχρονη διεύρυνση των δίδυμων ελλειμμάτων. Μετά το 2007, τα δίδυμα ελλείμματα κατέστησαν ανεξέλεγκτα. Έτσι, η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές και ανέλαβε να υιοθετήσει –έναντι της χρηματοδότησης που έλαβε– ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής με το οποίο θα αποκαθιστούσε την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, θα σταθεροποιούσε το τραπεζικό σύστημα και θα αντιμετώπιζε τη δημοσιονομική ανισορροπία και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

2. Η πρόταση για ανάσχεση της ύφεσης με δημοσιονομική επέκταση, δεν συνιστούσε ούτε συνιστά πρόταση με προοπτικές για την ελληνική οικονομία, όσο ο λόγος του χρέους παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Σε όσους επικαλούνται την Κεϋνσιανή πρόταση για αύξηση των ελλειμμάτων σε συνθήκες περιορισμένης ζήτησης, προκειμένου να τονωθεί η τελευταία, υπενθυμίζω ότι η επιλογή αυτή δεν είχε την αναμενόμενη αποτελεσματικότητα τη διετία 2007 -2009. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα μεταξύ 2007-2009, υπερδιπλασίασε το έλλειμμά της αλλά η ύφεση, όχι μόνο δεν ανασχέθηκε, αλλά έγινε ακόμη πιο βαθειά.

Εύλογα, λοιπόν, μπορεί κάποιος να θέσει το ερώτημα: Πόσο περισσότερο από 15,7% του ΑΕΠ έπρεπε να αυξηθεί το έλλειμμα του 2009 για να μην ξεπεράσει η ύφεση το 3% και ποια είναι τελικά η σχέση κόστους-οφέλους;

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η Ελλάδα δεν έπαιρνε κανένα μέτρο για να μειώσει το έλλειμμά της, τότε θα έπρεπε να διασφαλίσει ότι οι αγορές θα ήταν διατεθειμένες να τη δανείζουν, για να συντηρεί ετήσιο έλλειμμα της τάξης 36 δις. Πόσο πιθανό ήταν αυτό; Εντελώς απίθανο. Άρα, η δημοσιονομική επέκταση δεν μπορούσε να είναι επιλογή, αφού δεν υπήρχε πρόσβαση στις αγορές αλλά ούτε και οι εταίροι θα μας δάνειζαν για να ακολουθήσουμε δημοσιονομική επεκτατική πολιτική.

3. Το Πρόγραμμα τέθηκε σε εφαρμογή όταν η Ελληνική οικονομία ήταν ήδη σε ύφεση. Τα προγράμματα προσαρμογής δεν έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα και πιθανότητα επιτυχίας όταν εφαρμόζονται σε συνθήκες ύφεσης. Η Ελλάδα μπήκε σε ύφεση από το 2008. Αυτό βέβαια, δεν ήταν γνωστό όταν σχεδιάστηκε το πρώτο Πρόγραμμα το Μάιο του 2010, όπως επίσης, δεν ήταν γνωστό και το τελικό μέγεθος του ελλείμματος του 2009. Αυτό εξηγεί και κάποιες από τις αδυναμίες στις υποθέσεις που ενσωματώνονταν στο πρώτο Πρόγραμμα.

4. Η δημοσιονομική προσαρμογή, σε συνθήκες ταυτόχρονης κρίσης ρευστότητας και αρνητικού εξωτερικού περιβάλλοντος –γιατί ανάλογα σταθεροποιητικά Προγράμματα εφαρμόζονταν ταυτόχρονα και σε άλλες χώρες της Ευρώπης– δεν μπορεί να αποδώσει.

Γιατί καμία χώρα δεν μπορεί να τονώσει τις εξαγωγές της, άρα να ανασχέσει την ύφεση.

Για αυτό εκτιμώ, ότι ήταν και είναι απαραίτητο να δοθεί περισσότερος χρόνος προσαρμογής στην Ελλάδα.

Αυτό όμως προϋπέθετε, ότι οι εταίροι μας θα ήταν διατεθειμένοι να διαθέσουν πάνω από τα 240 δις τα οποία προσέφεραν.

Όλοι γνωρίζουμε τις αντικειμενικές δυσκολίες προκειμένου να πειστούν τα Κοινοβούλια ή τα Υπουργικά Συμβούλια των δανειστών-εταίρων να διαθέσουν ακόμη και αυτό το ποσό.

Άρα, η δυνατότητα για επιμήκυνση του προγράμματος προσαρμογής δεν υπήρχε, όταν υπογράφηκε το Πρώτο Πρόγραμμα.

Υπήρχε η δυνατότητα αυτή, με το Δεύτερο Πρόγραμμα, αλλά η Κυβέρνηση το Νοέμβριο του 2012 δέχτηκε να εφαρμόσει ένα ιδιαίτερα εμπροσθοβαρές πρόγραμμα για το 2013.

5. Η αξιολόγηση της δημοσιονομικής προσπάθειας πρέπει να γίνεται με βάση τις επιδόσεις στο διαρθρωτικό έλλειμμα, γιατί έτσι φαίνεται αν έχουν αντιμετωπιστεί τα διαρθρωτικά αίτια των δημοσιονομικών αποκλίσεων.

Η προσαρμογή που πέτυχε η Ελλάδα, με βάση το διαρθρωτικό έλλειμμα από το 2009 μέχρι το 2013, είναι μία από τις μεγαλύτερες που έχουν γίνει ποτέ μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Για αυτό υποστηρίζω, ότι ο κύκλος της δημοσιονομικής προσαρμογής έχει ολοκληρωθεί – αυτή πρέπει να είναι η διαπραγματευτική θέση της Κυβέρνησης στις επικείμενες συζητήσεις με την Τρόικα για το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2014-2017 - και η έμφαση, πλέον, πρέπει να δοθεί στην ενίσχυση και επιτάχυνση του μετασχηματισμού της οικονομίας σε ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Και ότι όποιες διαφορές ανακύπτουν επί των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών πρέπει να αξιολογούνται με κριτήριο το αν όντως συνεισφέρουν στο μετασχηματισμό της οικονομίας και να μην υπαγορεύονται από δογματισμό, επιδεινώνοντας τις ήδη δύσκολες κοινωνικές συνθήκες.

Με το πέρασμα της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης θα μπορεί να πραγματοποιηθεί η δημοσιονομική προσαρμογή που είναι αναγκαία.

6. Σε συνθήκες κρίσης, η ενιαία νομισματική πολιτική δε λειτουργεί. Οι χώρες της περιφέρειας που είναι σε Πρόγραμμα, είναι ξεκομμένες από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Τα πραγματικά επιτόκια στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλά, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα ακόμη και σε επιχειρήσεις με ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και δεν επιτρέπουν την πραγματοποίηση επενδύσεων.

Αν, λοιπόν, σε μια οικονομία, όπου η κατανάλωση είναι λίγο πάνω από το 70% του εθνικού εισοδήματος, εφαρμόζεται αυστηρή περιοριστική πολιτική που μειώνει συνέχεια τη κατανάλωση και αναζητάς πως θα ανασχεθεί η ύφεση μέσω των επενδύσεων, τότε είναι σίγουρο ότι τα υψηλά επιτόκια, σε συνδυασμό με τη πολιτική αστάθεια και την αβεβαιότητα, δεν μπορούν να βοηθήσουν.

7. Η ανάσχεση της ύφεσης μέσω της τόνωσης των καθαρών εξαγωγών προϋποθέτει χρόνο.

Οι εξαγωγές αγαθών, αποτελούσαν μικρό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας, ώστε να βοηθήσουν με την αύξησή τους την αναπτυξιακή πορεία.

Μόνο οι εξαγωγές των υπηρεσιών μπορούσαν να ανταποκριθούν σχετικά γρηγορότερα αλλά και αυτές, μέχρι ενός σημείου.

Η επιδίωξη για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας ελληνικών αγαθών ή υπηρεσιών, μέσω των μισθολογικών μειώσεων, εξουδετερωνόταν σε κάποιες περιπτώσεις από την ανατίμηση του ευρώ.

Ο στόχος για ενίσχυση της ανάπτυξης μέσω υποκατάστασης των εισαγωγών απαιτεί ακόμη πιο μακρόχρονη διεργασία.

8. Προϋπόθεση για επιτυχία του Προγράμματος, είναι η επίτευξη ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων.

Αυτό ενισχύει το διαπραγματευτικό μέτωπο της χώρας και διασφαλίζει συνθήκες πολιτικής σταθερότητας, παράγοντες που επηρεάζουν την οικονομία και μειώνουν το κόστος προσαρμογής.

Στη προσπάθεια που ξεκίνησε η Ελλάδα το 2010, η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν είχε τη παραμικρή στήριξη. Το αντίθετο. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις ήταν απέναντι, ισχυριζόμενες, πολλές φορές με μένος, ότι η πολιτική αυτή ήταν προς τη λάθος κατεύθυνση, χωρίς να προσδιορίζουν ποιά ήταν η σωστή επιλογή εντός Ευρωζώνης και με τους περιορισμούς που περιέγραψα προηγούμενα.

Σήμερα, έχει κερδίσει έδαφος, τόσο στη Βουλή όσο και στη Κοινωνία, η θέση ότι είναι αναγκαίες ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης.

9. Η Ευρώπη ήταν ανέτοιμη να διαχειριστεί τη κρίση γιατί η αποτελεσματική διαχείριση προϋπέθετε ευρωπαϊκή εμβάθυνση. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τη μεγέθυνσή της ή ίσως και εξαιτίας της μεγέθυνσης αυτής, μοιάζει να έχει χάσει ή τουλάχιστον να ταλαντεύεται πολλές φορές, για τον προσανατολισμό της.

Επιπρόσθετα, οι καθυστερήσεις και οι διαφωνίες που διατυπώνονταν δημόσια στην Ευρώπη, ως προς τις προοπτικές της Ελλάδας εντός της Ευρωζώνης, ενίσχυσαν την αβεβαιότητα, τη κρίση και το κόστος για την Ελλάδα.

Δεν έχω ακούσει ποτέ όσους μιλούν για τις υφεσιακές συνέπειες του Προγράμματος –τις οποίες δεν θέλω με κανένα τρόπο να υποβαθμίσω– να αποτολμούν μια εκτίμηση για τις συνέπειες αυτής της αβεβαιότητας και της ευρωπαϊκής κρίσης στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας.

Η ιστορία δεν γράφεται με «αν» αλλά η αντιμετώπιση της κρίσης στην Ελλάδα θα είχε διαφορετική εξέλιξη, αν η ΕΚΤ επεδείκνυε στην περίπτωση της Ελλάδας την ίδια αποφασιστικότητα που επέδειξε αργότερα με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ΟΜΤ ή αν πριν ξεσπάσει η κρίση ήταν σε λειτουργία ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός, που κατασκευάστηκε για να αντιμετωπιστεί η κρίση.

10. Το Πρόγραμμα έδωσε από την αρχή ιδιαίτερη έμφαση στη μεταρρύθμιση στην αγορά εργασίας. Εκτιμώ, ότι έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στις μεταρρυθμίσεις στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών και μετά στην αγορά εργασίας. Αυτή η ιεράρχηση μπορεί να μετρίαζε τις επιπτώσεις σε απασχόληση και εισοδήματα.

11. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, όταν επιδιώκεται να γίνει μέσω αποπληθωρισμού, δημιουργεί προβλήματα στον έλεγχο της δυναμικής του λόγου χρέος προς ΑΕΠ.

Η μείωση των τιμών μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα.

Η ενίσχυση όμως της ανταγωνιστικότητας μπορεί να γίνει και μέσω της συγκράτησης των τιμών στην Ελλάδα έναντι του Μ.Ο. στις άλλες χώρες στην Ευρωζώνη.

Αν στην Ελλάδα διατηρηθεί για μεγάλο διάστημα ο αποπληθωρισμός, τότε ενώ θα ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, θα επιδεινώνεται η δυναμική του λόγου χρέος προς ΑΕΠ.

Ο αποπληθωρισμός, λοιπόν, θα ενισχύει τις αβεβαιότητες γύρω από τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και του χρέους, παρά το γεγονός, ότι η Ελλάδα θα επιτυγχάνει τους δημοσιονομικούς στόχους ως προς το πρωτογενές αποτέλεσμα.

12. Η πρόταση που έχει κατατεθεί, ότι οι χώρες του Βορρά με τα πλεονάσματα πρέπει να αυξήσουν τους μισθούς τους ταχύτερα, ή να επιτρέψουν την εμφάνιση δημοσιονομικών ελλειμμάτων προκειμένου να αυξηθεί η καταπιεσμένη εσωτερική τους ζήτηση, συναντά την καθολική τους αντίδραση.

Οι χώρες αυτές θεωρούν, ότι οι εμπορικές συναλλαγές στην Ευρωζώνη δεν είναι «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος», και επομένως, η ενίσχυση της ζήτησης στο εσωτερικό τους δε συνεπάγεται ότι θα κατευθυνθεί προς τις αγορές των χωρών του Νότου. Είναι, υποστηρίζουν, πιο πιθανό να στραφεί σε αγορές χωρών εκτός Ευρωζώνης. Η ανατροπή αυτής της αντίληψης προϋποθέτει άλλους συσχετισμούς δυνάμεων στην Ευρώπη.

13. Η δημοσιονομική προσαρμογή έχει ως αποτέλεσμα, τη σημαντική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου ιδίως για ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.

Με την επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος είναι απόλυτα αναγκαίο, να προωθήσουμε παρεμβάσεις που θα ανακουφίσουν όσους κινδυνεύουν να περιέλθουν ή έχουν ήδη περιέλθει, σε καθεστώς απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης.

Στη κατεύθυνση αυτή και με βάση τις σημερινές δυνατότητες προωθούμε για ψήφιση από τη Βουλή, τις παρακάτω παρεμβάσεις:

• Χορήγηση του ΕΚΑΣ στους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας, χωρίς ηλικιακό όριο.

• Επαναφορά του βασικού πλαισίου για την απονομή της σύνταξης των ανασφαλίστων υπερηλίκων.

• Ασφαλιστική κάλυψη για υγειονομική περίθαλψη όλων των ανασφαλίστων μακροχρόνια ανέργων και των επαγγελματιών που έχουν διακόψει την επαγγελματική τους δραστηριότητα.

14. Η απότομη δημοσιονομική προσαρμογή, αποκάλυψε τη συγκαλυμμένη ανεργία που προϋπήρχε της κρίσης και σχετίζονταν με τη διόγκωση του μη ανταγωνιστικού και εσωστρεφούς παραγωγικού τομέα της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα σήμερα, έχει την υψηλότερη ανεργία στην Ε.Ε, την υψηλότερη ανεργία μεταξύ των νέων, αλλά και των 55 και άνω.

Οι συνθήκες στην αγορά εργασίας είναι τέτοιες, που καθιστούν αναγκαίο να προσανατολιστεί το κυβερνητικό έργο στη μείωση της ανεργίας με δημιουργία θέσεων εργασίας στον ανταγωνιστικό τομέα της οικονομίας.

15. Η Ελλάδα στο παρελθόν, δημιουργούσε περίπου 40-50 χιλ θέσεις εργασίας το χρόνο. Αν το μέλλον δεν υπερβεί το παρελθόν, η αντιμετώπιση της ανεργίας θα πάρει πολλά χρόνια, με αποτέλεσμα η παρούσα ανεργία να μετατραπεί σε μακροχρόνια ανεργία με τρομακτικές συνέπειες για την κοινωνική συνοχή.

Εκτιμώ ότι, η Κυβέρνηση θα πρέπει να δημιουργεί - με κίνητρα και αντικίνητρα - προϋποθέσεις για τη δημιουργία πολλών νέων, μικρών και μεσαίων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, που θα απασχολούν από 3-40 άτομα, προκειμένου να αρχίσει να αντιμετωπίζεται άμεσα το πρόβλημα της ανεργίας.

Η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης στην απασχόληση, δεν μπορεί να αφήνεται σε συμβατικά εργαλεία πολιτικής. Απαιτούνται αντισυμβατικά εργαλεία, όπως χορήγηση φορολογικών κινήτρων, μείωση ασφαλιστικών εισφορών, διοικητική υποστήριξη, μείωση της γραφειοκρατίας για τις νέες αυτές επιχειρήσεις.

16. Μεσοπρόθεσμα, ο μόνος δρόμος για να δημιουργούνται θέσεις εργασίας, είναι το πέρασμα σε υψηλούς θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Αυτό, προϋποθέτει, ανάπτυξη και στην υπόλοιπη Ευρώπη, η οποία όμως προτείνει πολιτικές που τροφοδοτούν την ύφεση και όχι την ανάπτυξη.

Η στρατηγική των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων από μόνη της δεν φτάνει για να φέρει στις χώρες που βρίσκονται σε Προγράμματα, θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Χρειάζεται ένα μεγάλο Ευρωπαϊκό επενδυτικό πρόγραμμα με πόρους Κοινοτικούς, πέρα από τους υφιστάμενους, για να τονωθεί η αναπτυξιακή προοπτική.

Αυτό όμως προϋποθέτει, άλλη πολιτική φιλοσοφία για την ανάπτυξη στην Ευρώπη και άλλο συσχετισμό δυνάμεων από τον υπάρχοντα.

Τους συσχετισμούς αυτούς, δε μπορούμε να τους επηρεάσουμε όσο αποτελεσματικά θα θέλαμε, αφού συνδιαμορφώνονται από τους πολίτες των χωρών της Ευρώπης με βάση τα δικά τους κριτήρια.

17. Όλοι στην Ελλάδα συμφωνούν για την ανάγκη να περάσει η χώρα σε σταθερή αναπτυξιακή πορεία. Όμως η επίτευξή της, δεν είναι μια μηχανική διαδικασία. Η ανάπτυξη, δε διατάσσεται ούτε επιστρατεύεται, ούτε νομοθετείται με άρθρο Μονό.

Προϋποθέτει, πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την πορεία και τις στρατηγικές επιλογές της χώρας, επενδύσεις από εγχώριους και ξένους επενδυτές και ρευστότητα.

Οι συνθήκες αυτές, δεν υπήρχαν και εξακολουθούν και σήμερα να μη διασφαλίζονται.

Συμφωνώ με την άποψη, ότι η χώρα στα επόμενα χρόνια χρειάζεται τουλάχιστον 30 δις επενδύσεις.

Όμως, ποιος θα διαθέσει αυτά τα κεφάλαια;

Ο κρατικός Προϋπολογισμός μπορεί να καλύψει ένα μέρος αλλά όχι το συνολικό ποσό. Επομένως, ποια είναι η στρατηγική των Κομμάτων, που διεκδικούν κυβερνητική εντολή για να προσελκύσουν αυτά τα ποσά;

Δεν πρέπει να εξεταστεί, αν το φορολογικό πλαίσιο, ο τρόπος λειτουργίας και η ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης, οι υποδομές, οι αποκρατικοποιήσεις, οι δαπάνες για παιδεία, έρευνα και καινοτομία, βοηθούν, και πως προς αυτή την κατεύθυνση;

18. Το τραπεζικό σύστημα σταδιακά θα πρέπει να «στρέψει» σημαντικό μέρος της πιστοδοτικής του ικανότητας προς τις νέες επιχειρήσεις που χρειάζεται η χώρα.

Καθώς θα δημιουργούνται νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες και νέες θέσεις εργασίας με αντίστοιχα εισοδήματα, αυτό θα βελτιώνει τη ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων επιτρέποντας τη στροφή των τραπεζικών πιστώσεων.

Η διαδικασία αυτή πρέπει να γίνει σταδιακά, γιατί έτσι, το τραπεζικό σύστημα από τη μεριά του θα δημιουργήσει προϋποθέσεις απορρόφησης των ζημιών του από την έκθεσή του στις δραστηριότητες που θα συρρικνώνονται (μη ανταγωνιστικός τομέας) και θα μπορεί να τροφοδοτήσει το νέο που γεννιέται και αναπτύσσεται.

Λέγοντας όλα αυτά, θέλω να καταδείξω ότι, για να πετύχει η προσπάθεια, πρέπει να κινηθούμε όχι μόνο προς συγκεκριμένη κατεύθυνση αλλά και με ταχύτερους ρυθμούς.

Κλείνω με μια αξιολόγηση των λεγόμενων εναλλακτικών προτάσεων εντός της Ευρωζώνης.

Ας δούμε, τι εξασφάλισε η Ελλάδα από τους εταίρους, για να δούμε ποια θα μπορούσε να είναι η εναλλακτική λύση.

1. Η Ελλάδα εξασφάλισε χρηματοδότηση για τη κάλυψη των αναγκών της με επιτόκια κοντά στο 2,5% που σήμερα είναι πολύ χαμηλότερα από αυτά με τα οποία δανείζονται οι εταίροι.

Επιπρόσθετα, οι εταίροι έχουν δεσμευτεί, ότι αν η Ελλάδα πετύχει δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2013, θα μειώσουν ακόμη περισσότερο το επιτόκιο.

Άρα, όσοι μιλούν για υψηλά ή «τοκογλυφικά» επιτόκια που πρέπει να μειωθούν, ή δε γνωρίζουν για τι πράγμα μιλούν ή γνωρίζουν και λένε συνειδητά ψέματα στο λαό.

2. Η Ελλάδα πέτυχε τη μείωση του χρέους κοντά 130 δις, σε συνεργασία με τους εταίρους. Ακόμη και μετά τα ποσά που δανείστηκε για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, η μείωση θα ξεπεράσει τα 100 δις. Αν αυτά θεωρούνται λίγα και πρέπει να διεκδικήσουμε μεγαλύτερη περικοπή, όπως προτείνουν κάποιοι, τότε ας αναλογιστούν ότι αν είχαμε μεγαλύτερη πολιτική συναίνεση στο εσωτερικό τα προηγούμενα χρόνια, ίσως αυτό να οδηγούσε σε μεγαλύτερα οφέλη.

Θα πρότεινα, λοιπόν, στα κόμματα της Αντιπολίτευσης να πάνε στα αδελφά Κόμματά τους στην Ευρώπη και να συζητήσουν το αίτημα αυτό. Αν αυτά, στηρίζουν το αίτημα, τότε να το θέσουμε στις Κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης όλοι μαζί ταυτόχρονα.

Οι ανυπέρβλητες δυσκολίες, ως προς την επίτευξη συναινετικής λύσης στο ζήτημα αυτό, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, απαντά και στο ερώτημα που θέτουν πολλοί «μετά Χριστό Προφήτες» για το «αν η απομείωση του χρέους έπρεπε να γίνει το Μάιο του 2010, γιατί έτσι θα διευκολύνονταν περισσότερο η προσαρμογή της χώρας».

3. Η μέση διάρκεια του χρέους είναι πολύ καλύτερη από αυτή, πριν την έναρξη της κρίσης και υπάρχει η δυνατότητα για περαιτέρω επιμήκυνση, όταν θα αρχίσουν οι συζητήσεις. Το στοιχείο αυτό, έχει ιδιαίτερη σημασία στην αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους.

4. Η χώρα εξασφάλισε το τελευταίο Πρόγραμμα για ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών. Χάρη στη συμφωνία που έχει επιτευχθεί, υπάρχουν κεφάλαια για να στηριχτούν, αν παρουσιαστεί οποιαδήποτε ανάγκη.

Σήμερα, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για ακόμη μεγαλύτερη διασφάλιση της σταθερότητας του πιστωτικού τομέα, ώστε να μπορέσει να επιτελέσει τον αναπτυξιακό του ρόλο.

Η εναλλακτική στο πρόβλημα του τραπεζικού συστήματος, θα ήταν, να συνεισφέρουν και οι Έλληνες καταθέτες, όπως συνέβη στην περίπτωση της Κύπρου.

Όποιος πιστεύει ότι κάτι τέτοιο είναι καλύτερη λύση, πρέπει να το πει δημόσια.

Το πρόβλημα του τραπεζικού συστήματος είναι το έλλειμμα ρευστότητας και αυτό, δεν αποκαθίσταται με νομοθετικές πρωτοβουλίες ή κρατικοποιήσεις ή μονομερείς ενέργειες. Γιατί το έλλειμμα αυτό, καλύπτεται από τη χρηματοδότηση που παρέχει η ΕΚΤ.

Με βάση τα παραπάνω, θεωρώ ότι η Ελλάδα - παρά τις δυσκολίες - εξασφάλισε από τους εταίρους αποφάσεις, που τη βοήθησαν να αποφύγει την πτώχευση και να παραμείνει στην Ευρωζώνη.

Όλα αυτά όμως, διασφαλίστηκαν, γιατί οι Έλληνες έχουν κάνει μια καθαρή επιλογή:

Θέλουν η Ελλάδα να παραμείνει στην Ευρωζώνη.

Οι εταίροι έχουν δείξει ότι θα συνδράμουν την Ελλάδα στην προσπάθειά της να ανακάμψει και να συμβάλλει ως ισότιμος εταίρος.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η επίτευξη ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων αποτελεί προϋπόθεση για ταχύτερη έξοδο από την κρίση αλλά και ανάγκη για να προσδιορίσουμε τις επιλογές της χώρας για την περίοδο μετά το μνημόνιο.

Συναίνεση όμως δεν επιτυγχάνεται, όταν θεωρούμε τον πολιτικό μας αντίπαλο ως εχθρό.

Όταν προσπαθούμε να στήσουμε ικριώματα, αντί να χτίζουμε γέφυρες συνεννόησης και κοινής λογικής.

Όταν συγχέουμε την κριτική με τη μνησικακία, για να κρυφτούμε από την πολιτική μας ευθύνη να προτείνουμε συγκεκριμένες λύσεις στο λαό.

Όταν αντί για προοπτικές και ρεαλιστικές, υπεύθυνες προτάσεις, εκμαυλίζουμε το λαό με "εξιλαστήρια θύματα" , προτρέποντάς τον να ελπίζει "προς τα πίσω", να περιχαρακώνεται στο μίσος και να θεωρεί την αρνητικότητα, αξία και λύση.

Έτσι όμως κινδυνεύουμε να γίνουμε μια Δημοκρατία χωρίς Δημοκράτες.

Κύριοι συνάδελφοι,

Εχθροί μας σε αυτήν τη συγκυρία δεν είναι οι πολιτικοί μας αντίπαλοι.

Εχθροί μας είναι τα προβλήματα της χώρας. Που ήταν τεράστια το 2009-2010 και παραμένουν μεγάλα και σήμερα, παρά τη σημαντική πρόοδο.

Πολύ μεγάλα για να τα σηκώσει μόνη της μια πολιτική παράταξη και αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι η πολιτική τάξη αδυνατεί να τα αντιμετωπίσει.

Ο λαός πρέπει να ακούει την αλήθεια που θα του ανοίξει παράθυρα στο μέλλον κι όχι συνθήματα, ανασυρμένα από το ντουλάπι του ανυποψίαστου και μοιραίου παρελθόντος.

Το μέλλον δεν θα είναι σαν το πρόσφατο παρελθόν, ενώ κινδυνεύουμε να ζήσουμε μέρες του απώτερου και πολύ χειρότερου παρελθόντος, αν δε συνεχίσουμε την προσπάθεια και οι πολίτες πρέπει να το γνωρίζουν αυτό.

Για αυτό, κάποιοι ας μη τάζουν τον Παράδεισο, όταν η απόστασή μας από την Κόλαση δεν είναι ακόμα ασφαλής. - Ούτε να κλαίμε. Ούτε να γελάμε.

Να καταλαβαίνουμε και να παίρνουμε τις αποφάσεις που μας ζητάει η Ιστορία να πάρουμε.

Και αφού τις πάρουμε, να τις εφαρμόζουμε.

Αυτό αρκεί.

Και ένα σχόλιο για την κριτική από Αριστερά. Το κοινωνικό κράτος για να είναι βιώσιμο χρειάζεται μια οικονομία ανταγωνιστική που θα δημιουργεί θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα για να το χρηματοδοτεί. Αυτή την άποψη υποστηρίζει η Σοσιαλδημοκρατία και για την επιτυχία της παλεύουμε στο ΠΑΣΟΚ.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ