Πολιτικη & Οικονομια

Επιδόματα εναντίον εργασίας

Ο μεγάλος κίνδυνος είναι ο εγκλωβισμός σε μια ασθενική ανάπτυξη

Σπύρος Βλέτσας
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κάθε χρόνο η ανάπτυξη είναι λιγότερη από αυτή που η κυβέρνηση είχε προβλέψει. Για το 2017 η πρόβλεψη ήταν 2,8% του ΑΕΠ και η ανάπτυξη έφθασε περίπου στο μισό. Και για το 2018 οι κυβερνητικές προβλέψεις φαίνεται ότι δεν θα επαληθευθούν. Αντίθετα κάθε χρόνο το πρωτογενές πλεόνασμα ξεπερνάει τον συμφωνημένο με τους δανειστές στόχο. Έχουμε δηλαδή μεγαλύτερο πλεόνασμα με μικρότερη ανάπτυξη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ όταν ήταν στην αντιπολίτευση θεωρούσε καταστροφικά τα πλεονάσματα, αλλά τώρα θεωρεί επίτευγμα ότι ξεπερνάει τον ήδη πολύ υψηλό στόχο.  Σύμφωνα με  μελέτη του τμήματος ερευνών της Εθνικής Τράπεζας το υπερβολικό πλεόνασμα (το πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από τον στόχο) εκτιμάται ότι μείωσε τον ρυθμό ανάπτυξης το 2017 κατά 1,2%.

Για να βγει το υπερπλεόνασμα η κυβέρνηση περικόπτει κάθε χρόνο το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Το πρόγραμμα αυτό δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και στήνει υποδομές που ευνοούν την μελλοντική ανάπτυξη, γι αυτό και θεωρείται ότι έχει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα για τη μεγέθυνση της οικονομίας. Θα περίμενε κανείς ότι μια αριστερή κυβέρνηση θα στήριζε τις δημόσιες επενδύσεις, αλλά εδώ οι προτεραιότητες είναι άλλες.

Για να βγει το υπερπλεόνασμα η κυβέρνηση κρατάει ψηλά την φορολογία και κάνει λιγότερο συμφέρουσα την ίδρυση νέων επιχειρήσεων. Παράλληλα διατηρεί την αύξηση που ίδια έκανε στις ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών, που επιβαρύνει τους ίδιους και τους εργοδότες τους. Οι εισφορές αυτές είχαν μειωθεί από την κυβέρνηση Σαμαρά και αυξήθηκαν ξανά από την κυβέρνηση Τσίπρα. Είναι προφανές ότι όσο το ασφαλιστικό κόστος της εργασίας παραμένει ψηλά τόσο λιγότερες προσλήψεις θα γίνουν.

Το κράτος, ενώ του περισσεύουν χρήματα, καθυστερεί να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τον ιδιωτικό τομέα, στερώντας  ρευστότητα από την πραγματική οικονομία. Και αυτή η τακτική είναι αντιαναπτυξιακή καθώς πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν σε οικονομική ασφυξία και δεν μπορούν να επεκταθούν.

Όλα αυτά γίνονται για έναν συγκεκριμένο σκοπό: για να μπορεί η κυβέρνηση να μοιράζει επιδόματα για εκλογικά οφέλη. Πρόκειται για μια συνειδητή απόφαση. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ γνωρίζει πολύ καλά τη ζημία που κάνει στην οικονομία και στον κόσμο της εργασίας. Αντί να δώσει προτεραιότητα στις δράσεις εκείνες που δημιουργούν θέσεις εργασίας, προτιμάει να μαζεύει τα χρήματα για να τα διανέμει στο τέλος της χρονιάς με τη μορφή επιδομάτων.

Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν νοικοκυριά που δοκιμάζονται από την οικονομική κρίση και μπορούν να βοηθηθούν από τα επιδόματα. Όμως η κυβέρνηση θα μπορούσε να καλύψει τα επιδόματα περικόπτοντας δαπάνες του δημοσίου από τομείς που δεν έχουν τόσο αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγική οικονομία και την εργασία.

Το κόστος για τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων από 15,6 δισ. ευρώ που ήταν το 2015, θα φθάσει το 2018 τα 17,09 δισ. ευρώ για να εκτιναχθεί στα 17,6 δισ. ευρώ το 2019, όπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία από το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2019-2022. Όπως δείχνει μελέτη του ΣΕΒ οι συμβασιούχοι και οι μετακλητοί υπάλληλοι του δημοσίου έχουν λάβει αύξηση 17,6% την τελευταία τριετία και ο μέσος μισθός τους έχει διαμορφωθεί στα 1.502 ευρώ το 2017 αντί 1.286 ευρώ το 2014.

Μπορεί η παραγωγική οικονομία να φυτοζωεί, αλλά πάντα βρίσκονται χρήματα για να εξυπηρετηθούν τα πελατειακά δίκτυα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επαναλαμβάνει τις χειρότερες πρακτικές του παλιού πολιτικού συστήματος που οδήγησαν στην χρεοκοπία, συνδυάζοντάς τες με τον Τσαβισμό. Το καθεστώς Τσάβες μοίρασε στους φτωχούς κατοίκους της Βενεζουέλας έσοδα από το πετρέλαιο με μορφή επιδομάτων και κέρδισε μεγάλη κοινωνική υποστήριξη. Παράλληλα υπονόμευσε όσο μπορούσε την παραγωγική οικονομία και τελικά οδήγησε τη χώρα στην κατάρρευση.

Ευτυχώς εμείς δεν κινδυνεύουμε να γίνουμε Βενεζουέλα. Αποφύγαμε τον κίνδυνο το 2015, όταν ο Αλέξης Τσίπρας διαπίστωσε -με καθαρό μυαλό- ότι η διατήρηση της εξουσίας απαιτούσε την εγκατάλειψη όσων μέχρι τότε υποστήριζε. Ο μεγάλος κίνδυνος για μας είναι ο εγκλωβισμός σε μια ασθενική ανάπτυξη, που δεν θα μπορεί να δώσει καλά αμειβόμενες δουλειές, θα διώχνει από τη χώρα όσους έχουν προσόντα και θα αφήνει αρκετούς  να περιμένουν τα επιδόματα της φτώχειας.