Πολιτικη & Οικονομια

Ο άνθρωπος με το απερόλ, παρήγορος παρατηρητής των πάντων

Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος «διαβάζει» τη φωτογραφία

Παναγής Παναγιωτόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 657
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια δεκαετία πριν, μαζί με την κρίση των subprimes, τα λεγόμενα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης έμπαιναν στη ζωή μας. Οι μεγάλες μάζες έπλεξαν ιστούς επικοινωνίας και «επαφής» και ενεπλάκησαν σε αυτούς, καταργώντας οριστικά χωρισμούς και αποστάσεις του παρελθόντος. Όσα είχε ήδη από τον 20ό αιώνα υπονομεύσει η κουλτούρα της οικειότητας και η αποθέωση της καταναλωτικής ευδαιμονίας, ρευστοποιούνταν μέσα από την πύκνωση των διαπροσωπικών σχέσεων. Τότε είναι που έγινε της μόδας η παλιά ιδέα ότι στον πλανήτη είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ μας με κάποια μορφή γνωριμίας και με μέγιστο επίπεδο διαχωρισμού τα έξι άτομα.

Με άλλα λόγια, ο κάθε ένας από εμάς ενεπλάκη σε ένα λίγο ανούσιο αλλά ανακουφιστικό παιχνίδι να σκέφτεται πόσο απέχει –πόσους ανθρώπους απέχουμε– από οποιονδήποτε άλλον. Μπορούσες να σκέφτεσαι π.χ. αν ήσουν παλιός φοιτητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών ότι βρισκόσουν εντός αυτών των βαθμίδων εγγύτητας με τη Βασίλισσα της Αγγλίας, αφού είχες γνωρίσει κάποτε τον Γιώργο Αλογοσκούφη, που γνώριζε τον Κώστα Καραμανλή του οποίου ήταν υπουργός, που γνώριζε τον Άγγλο Πρωθυπουργό, που γνώριζε τη Βασίλισσα της Αγγλίας.

Ίσως ομορφότερο παράδειγμα φαντασιωσικής εγγύτητας και επιπέδων διαχωρισμού να είναι η εξής ακολουθία: ο υποφαινόμενος έχει μια φίλη διαφημίστρια που γνωρίζει από τη δουλειά της τον Ευθύμη Φιλίππου, σεναριογράφο του κινηματογραφιστή Γιώργου Λάνθιμου, ο οποίος γνωρίζει την ηθοποιό του Νικόλ Κίντμαν, με αποτέλεσμα να απέχω μόνο μια Έφη (η φίλη), έναν Ευθύμη και έναν Γιώργο από τη Νικόλ.

Οι φαντασιωσικές αυτές αλυσίδες συναντήθηκαν με την επέκταση της οικειότητας και την επιτάχυνση των γνωριμιών μας. Η πιο απαιτητική και πιο μοντέρνα μορφή διαπροσωπικής σχέσης, η φιλία, έφτασε το όριο των 5.000 και η από καιρό δρομολογημένη εντύπωση εγγύτητας με τα πρόσωπα της εξουσίας ή του θεάματος, της πολιτικής και του ελεύθερου χρόνου με τον απλό, καθημερινό μας εαυτό παροξύνθηκαν. Έφτιαξαν στροβίλους εντυπώσεων, είδωλα που καταργούσαν τις γεωμετρικές διαφορές μεταξύ ασήμαντων και διάσημων, εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων, οικείων και ξένων. Η ινσταγραμμική δημοκρατία το επέτεινε: όλα μπορούσαν να μοιάζουν πολυτελή για τον φτωχό και ο πλούσιος μπορούσε να απεικονίζει ένα εξαιρετικό πιάτο μέσα σε μια βρώμικη πόλη γεμάτη ερείπια, τα γυμνά πόδια μιας επίγειας θεάς πατούσαν το λερωμένο δάπεδο ενός εγκαταλελειμμένου εργοστασίου.

Και όλα αυτά τη στιγμή που οι εισοδηματικές αποστάσεις μεταξύ ισχυρών και αδύναμων μεγαλώνουν και ο φόβος της διάλυσης παραδοσιακών αναφορών από την επέκταση του νεοφιλελευθερισμού στη σφαίρα των συμβόλων, της οικογένειας, και η ρευστοποίηση του έθνους παράγουν βαθιά ανασφάλεια. Τη στιγμή που η ρευστοποίηση των οριζόντων, η ενοχοποίηση της Ιστορίας των εθνών, η κατάργηση του δικαιώματος προσανατολισμού στο μέλλον, η εξάτμιση των στερεών μορφών θεσμικής εξουσίας, η διακωμώδηση κάθε μεγάλου συμβολισμού στρέφουν τον οικείο άνθρωπο σε απόμακρους και αυταρχικούς ηγέτες. Σε εκείνους που στέκονται μακριά του και του εξασφαλίζουν ασφάλεια, οντότητα και ενίοτε ένα δικαίωμα στον θαυμασμό του ισχυρότερου.

Κοντά και μακριά μας λοιπόν, μεγαλειώδες και εξευτελισμένο, και μαζί κολλημένο στον βάλτο της δήθεν βυζαντινής και δήθεν αιώνιας Ελλαδίτσας, αστείο και βαρύ, χαρμολυπημένο και εκστατικό μπροστά στην απαστράπτουσα σιωπηλή πανέμορφη γυναίκα του τυραννικού συζύγου, αυτό που βλέπουμε εδώ. Έναν συγχυτικό και ρευστοποιημένο παγκόσμιο και ελληνικό ψυχισμό και μια παρανοϊκή αυξομοίωση των αποστάσεων από την πολιτική εξουσία δείχνει αυτό το μιμίδιο, με την παραποιητική μηχανική του κολλάζ που ενώνει εμπειρίες και εμβληματικές μορφές σε ένα στατικό πλάνο χιουμοριστικού μηδενισμού.

Αυτό έφτιαξε ο επινοητικός ανώνυμος, τοποθετώντας τη σκηνή της δράσης στον κήπο του Λευκού Οίκου την ημέρα της επίσημης επίσκεψης του Γάλλου Προέδρου Μακρόν.

Οι δύο Πρόεδροι, πεντακάθαροι, κοστουμαρισμένοι, τελετουργικά φτυαρίζουν το χώμα για να φυτέψουν μια βελανιδιά, δώρο της Γαλλίας. Προέρχεται από μια περιοχή όπου διακρίθηκαν τα αμερικανικά στρατεύματα που συνέδραμαν τη Γαλλία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι γυναίκες τους στο κέντρο, σαν αδελφικές φίλες θαυμάζουν το έργο των ανδρών τους, μειδιούν καταδεκτικά, εκπέμπουν μια αίσθηση ισχυρής οικειότητας στα όρια της ομοερωτικής συνενοχής. Οι πρώτες κυρίες είναι glam και chic και απολύτως ενταγμένες στην ελαφρώς vintage διαχείριση του ορθοφαγικού σώματος. Οι γάμπες τους υπέροχα λεπτές και γυμνασμένες μαζί με τα κοντάρια των φτυαριών και τα ευθυτενή σώματα των δύο προέδρων, τη λόρδωση του Τραμπ και τη ναπολεοντική σωματοποίηση του Μακρόν μαζί με τα σκούρα κοφτά κουστούμια τους, τους εγκαθιστούν και αυτούς σε αυτή τη φορά των πραγμάτων, υποδηλώνουν την καθετότητα της εξουσίας. Το δενδρύλλιο, τσουρούτικο και πονεμένο μπροστά στη λεπτεπίλεπτη καθετότητα, καταντά θλιβερό και αποσταθεροποιεί την εικόνα.

Ίσως αυτό το αστείο «δέντρο που φυτεύαμε» να οδήγησε τον μιμιδιογράφο να φορτώσει την εικόνα με τα σημεία του δικού μας, του κοντινού μας, γκροτέσκου, παράγοντας εντέλει την εντύπωση μιας σκηνής από τον Ιονέσκο που σκηνοθετεί ο Αλμοδόβαρ, όπως προσφυώς ειπώθηκε. Εξ αυτού τοποθέτησε την παράδοξη νεκρή και καθήμενη μορφή από την εξόδιο ακολουθία του Επισκόπου Φθιώτιδας και Θαυμακού Καλλίνικου και δίπλα του στην πολυθρόνα του σαλονακίου του Μαξίμου τον Αλέξη Τσίπρα σε ισοδύναμη αφασία από την τόσο αμήχανη για τους τηλεθεατές υποδοχή του Ομπάμα στο Μέγαρο Μαξίμου, τότε που με τρόπο ακατανόητο δυσφορούσε, έδειχνε αλλοπαρμένος και εντέλει μιλούσε αλλόκοτα ελληνικά με τεξανική προφορά.

Το δέντρο το καημένο φυτεύεται και θωρείται από τους δύο προέδρους το έργο τους – η σπορά της ζωής και η διείσδυση στο χώμα, κατά τη φαλλική παράδοση της ανδρικής κυριαρχίας, θαυμάζεται από τις συζύγους. Αφασικά νεκροζώντανες οι δύο ελληνικές εξουσίες, είτε αποδημούν είτε δραπετεύουν πνευματικά, αρνούνται να μοιραστούν την ίδια θέα. Παρατοποθετημένοι και ταιριαστοί, κοντινοί και αλλότριοι.

Εντέλει θα μείνει ο παρατηρητής των πάντων, ο άνθρωπος με το απερόλ.

Αυτός που τόσο σφράγισε, συμπτωματικά, την πρώτη συγκέντρωση του «Μένουμε Ευρώπη» το 2015. Και που με την ευθυτενή, κομψή του πόζα, με το απαράμιλλο στιλ του, το ορθό κράτημα του ποτηριού του και το ύφος μιας rêverie, ενός ονείρου στον ξύπνιο μας, εμφανίζεται σε κάθε μιμίδιο για να τονίσει το αλλόκοτο, την αντοχή του παρατηρητή μπροστά σε κάθε παραμόρφωση. Υπομειδιά και αυτός γλυκά, οικείος, κοντινός, ξένος.