Πολιτικη & Οικονομια

Ο Ζήκος πάει, τα μπέρδεψε!

Στο βιβλίο προσπάθησα να καταγράψω με εντιμότητα τη διεθνή πρακτική για να καταλάβουμε εάν είμαστε εγκλωβισμένοι στις υπερβολές και στα «δίκαιά» μας ή στον «ρεαλισμό» μας

Άγγελος Μ. Συρίγος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Απάντηση του συγγραφέα στο άρθρο του Π. Καψή για το βιβλίο του «Ελλάδα και Τουρκία: 50 ερωτήματα και απαντήσεις», αναλύοντας τη διαφορά μεταξύ πολέμου και αποτροπής, τη στρατηγική διπλωματία και τη νέα προσέγγιση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Άκουσε ο Ζήκος ότι πρέπει να αποκτήσουμε drones και βαλλιστικούς πυραύλους και σκέφτηκε: «Παναγία μου, αυτοί μας πάνε για πόλεμο!». Αυτές ήταν οι πρώτες σκέψεις μου όταν διάβασα το άρθρο του κ. Παντελή Καψή (ATHENSVOICE τεύχος 995, 23 Απριλίου 2026) υπό τον τίτλο «Ο Ζήκος πάει πόλεμο!». Σε αυτό ο αρθρογράφος επιχειρεί να κάνει κριτική στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο μου «Ελλάδα και Τουρκία: 50 ερωτήματα και απαντήσεις» από τις εκδόσεις Πατάκη. Η κριτική είναι ευπρόσδεκτη. Προαπαιτούμενο, όμως, είναι να μην προσεγγίζουμε τα πράγματα με την άγνοια ή τη σύγχυση ενός Ζήκου.

Ξεκινώ από την αδυναμία διακρίσεως των εννοιών του πολέμου και της αποτροπής. Ο πόλεμος επιδιώκει την επικράτηση μέσω της ένοπλης συγκρούσεως. Αντιθέτως, ηαποτροπή είναι στρατηγική για την αποφυγή της ένοπλης συγκρούσεως. Ο πόλεμος βασίζεται στην πραγματική χρήση της βίας. Η αποτροπή βασίζεται στην απειλή ένοπλης απαντήσεως από ένα κράτος προκειμένου να πεισθεί το άλλο κράτος να απέχει από εχθρικές ενέργειες. Αποτελεί κεντρική έννοια στη διεθνή ασφάλεια. Όταν κάποιος επιδιώκει να ενισχύσει τις δυνατότητές του για «αποτροπή» μέσω βαλλιστικών πυραύλων, drones κ.λ.π., πώς είναι δυνατόν να θεωρείται ότι επιδιώκει πόλεμο;

Ούτε και θα έπρεπε να εκπλαγεί ο αρθρογράφος με τη φράση να διαμηνύσουμε στην Τουρκία πως μια «σημειακή κρίση θα λειτουργήσει ως σπίθα που θα βάλει φωτιά στον κάμπο». Πρόκειται για βασικό εργαλείο αποτροπής, δηλαδή αποφυγής του πολέμου, πουέχει επιτυχώς χρησιμοποιήσει η Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια. Το 1976, λίγο πριν από την κρίση του Σισμίκ, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής διαμήνυσε μέσω του υπουργού Εξωτερικών Δημητρίου Μπίτσιου προς τον Κίσινγκερ ότι «τυχόν ελληνοτουρκική σύρραξις δεν θα παραμείνη εντοπισμένη αλλά θα γενικευθή» (Οδηγίες Καραμανλή προς Μπίτσιο, 11 Απριλίου 1976, Αρχείο Καραμανλή, τόμος 9, σελ. 187).

Το ίδιο έκανε και με την κρίση του Μαρτίου το 1987 ο Ανδρέας Παπανδρέουο οποίος απέστειλε, τότε ακριβώς, τον υπουργό Εξωτερικών Κάρολο Παπούλια στη Σόφια. Σε διάλογο που αναφέρει ο Γιάννης Καψής ότι λαμβάνει χώρα στις 26 Μαρτίου 1987 αναφέρονται τα ακόλουθα: Καψής: «Πρέπει να κάνουμε παν το δυνατόν για να αποφύγουμε την ένοπλη σύγκρουση. Δεν πρέπει να χαθεί έστω και μία ζωή. Αλλά δεν πρέπει να κάνουμε πίσω ούτε χιλιοστό…» Παπανδρέου: «…Έχεις δίκιο Γιάννη. Πρέπει να κινητοποιήσουμε τους πάντες. Αλλά να τους κάνεις σαφές ότι αν οι Τούρκοι επιχειρήσουν γεώτρηση, θα χτυπήσουμε» (Γιάννης Καψής, Οι 3 ημέρες του Μάρτη, εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1990 σελ. 66). Στο ίδιο βιβλίο ο Παπανδρέου επανειλημμένως διαμηνύει ότι «αν υπάρξει θερμή αναμέτρηση Ελλάδας και Τουρκίας, τότε θα καταρρεύσει όλη η Ν.Α. πτέρυγα του ΝΑΤΟ». Η απειλή της κλιμάκωσης είναι βασικός μοχλός για την αποφυγή του πολέμου και τη διατήρηση της ειρήνης.

Σοβαρό πρόβλημα του άρθρου επίσης, είναι η αδυναμία να αντιληφθεί ότι χρειαζόμαστε μία νέα στρατηγική διότι η κατάσταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει επιδεινωθεί σοβαρά. Οι στρατηγικές που ακολουθήσαμε, υποτίθεται ότι ιδανικά θα επέλυαν τα προβλήματα με την Τουρκία ή τουλάχιστον θα τη σταματούσαν ή έστω θα την περιόριζαν. Αντιθέτως, η Τουρκία έχει κλιμακώσει τις διεκδικήσεις της, ιδίως με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» με το οποίο αξιώνει ρόλο περιφερειακού ηγεμόνα. Είναι ανεπίτρεπτο να υποστηρίζει κάποιος την αδράνεια και να συγκαλύπτειτη δυσχερή πραγματικότητα πιστεύοντας είτε ότι επίκειται προσφυγή σε διεθνή δικαστήρια είτε ότι θα βρεθεί κάποια μαγική λύση από την ΕΕ λόγω της εντάξεως της Τουρκίας σε αυτήν. Υπάρχει, βέβαια, και η λύση της παντελούς αγνοήσεως του ζητήματος κατά τον ίδιο τρόπο που η στρουθοκάμηλος βάζει το κεφάλι της στην άμμο για να μην βλέπει τον κίνδυνο.

Στο βιβλίο προσπάθησα να καταγράψω με εντιμότητα τη διεθνή πρακτική για να καταλάβουμε εάν είμαστε εγκλωβισμένοι στις υπερβολές και στα «δίκαιά» μας ή στον «ρεαλισμό» μας. Για τη χάραξη αυτής της νέας στρατηγικής πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι σε πολλά σημεία έχουμε ριζική αλλαγή των δεδομένων εν συγκρίσει προς το 1974: η μεταφορά της διαμάχης για τους υδρογονάνθρακες από το Αιγαίο στην ανατολική Μεσόγειο, όπου εμπλέκονται και τρίτα κράτη πέραν της Τουρκίας• η θετική για την Ελλάδα αλλαγή των κανόνων του διεθνούς δικαίουκαι της νομολογίας στις περίπου τριάντα υποθέσεις θαλασσίων οριοθετήσεων από διεθνή δικαστήρια• η σημασία των νέων εμπορικών διαδρόμων, κ.λ.π., κ.λ.π.

Καταλήγω σε συγκεκριμένες προτάσεις που, εκτός από την αποτροπή, βασίζονται στο ότι η αντιπαράθεσημε την Άγκυρα σε διμερές επίπεδο δεν πρόκειται να αλλάξει ισορροπίες. Η συνολική αναμόρφωση των γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας μπορεί να προκύψει μόνον εάν η Ελλάδα αυξήσει τη στρατηγική της ισχύ και γίνει «ζωτικός γεωπολιτικός παίκτης», δηλαδή κύριος παράγοντας γεωπολιτικής σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή, δύναμη που ασκεί επιρροή πέραν των συνόρων της, βασικός συνομιλητής των Μεγάλων Δυνάμεων για τις εξελίξεις στην περιοχή μας. Κάθε σοβαρός αντίλογος είναι ευπρόσδεκτος αρκεί να μην εκπίπτει σε αφορισμούς και υπεραπλουστεύσεις τύπου Ζήκου. Η ειρήνη είναι πολύτιμο αγαθό και χρειάζεται κόπο για να διατηρηθεί. Δεν διατηρείται μόνον με καλές προθέσεις και ευχολόγια.

Υ.Γ. Ο κ. Καψής καταλήγει με το ειρωνικό σχόλιο πως θεωρώ ότι «εκφράζω τον αγνό λαό». Αν και δύο φορές εκλεγμένος με σταυρό από τους πολίτες της Α΄ Περιφέρειας Αθηνών, ουδέποτε έχω διανοηθεί να ισχυριστώ κάτι τέτοιοστα επιστημονικά μου κείμενα. Ελπίζω κι εκείνος, δύο φορές διορισμένος σε θέσεις εξωκοινοβουλευτικού υπουργού και υφυπουργού, να μην έχει τέτοια ψευδαίσθηση.