Πολιτικη & Οικονομια

Κωνσταντίνος Καραμανλής

20 χρόνια από τον θάνατό του. Ο Πάνος Λουκάκος θυμάται ένα ταξίδι στη Μύκονο.
Πάνος Λουκάκος
ΤΕΥΧΟΣ 656
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Και όλα αυτά τα χρόνια της μεγάλης κρίσης γίνεται περισσότερο από αισθητό το τεράστιο κενό που αφήνει η απουσία ενός ικανού, σοβαρού και ισχυρού ηγέτη. Η απουσία ενός πολιτικού που να έχει τις ικανότητες να αντιμετωπίσει και να δώσει αποτελεσματικές λύσεις σε μεγάλα προβλήματα, που κάποια κακή ώρα αντιμετωπίζει η χώρα του. Ακριβώς όπως έκανε ο Καραμανλής το 1974, σε εποχές άλλης μεγάλης κρίσης του τόπου μας.

Είχα στενό δεσμό με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον συναντούσα πολύ συχνά, είτε στο προεδρικό μέγαρο είτε στο σπίτι του στη Πολιτεία, είτε Σάββατα ή Κυριακές σε μεσημεριανά γεύματα με πολύωρη συζήτηση. Πάντα μετά τις συζητήσεις αυτές κρατούσα λεπτομερείς σημειώσεις, μέρος των οποίων έχω δημοσιεύσει στο βιβλίο μου «Η Αθέατη Όψη».

Στην επέτειο αυτή των 20 χρόνων από τον θάνατο του Καραμανλή επιλέγω να καταγράψω κυρίως λιγότερο γνωστές προσωπικές στιγμές του μεγάλου αυτού πολιτικού αντί να επαναλάβω τα ήδη γνωστά για το σημαντικό πολιτικό έργο του.

Το καλοκαίρι του 1991 λοιπόν, από τις 3 έως τις 11 Ιουλίου, περάσαμε μαζί με τον Καραμανλή μία εβδομάδα διακοπών στη Μύκονο.

Το ημερήσιο πρόγραμμα ήταν αυστηρώς προκαθορισμένο: πρωινό στις 9 και συζήτηση έως τις 11, στις 12 μπάνιο στην πισίνα, στη 1 αποχώρηση από την πισίνα, στις 2 φαγητό και συζήτηση έως τις 4, ανάπαυση έως τις 7, κατόπιν συνάντηση και συζήτηση, στις 9.30 δείπνο και τέλος συζήτηση και συχνά τάβλι, περίπου έως τα μεσάνυχτα. Μετά ύπνος και την επομένη, πάλι από την αρχή.

Το πρόγραμμα αυτό το τηρούσαμε όλοι με θρησκευτική ευλάβεια. Μαζί μας στη Μύκονο εκείνη την εβδομάδα ήταν και η ιδιαιτέρα γραμματεύς του Καραμανλή, η Λένα Τριανταφύλλη − γυναίκα με σπάνιες αρετές, ικανότητες, ευγένεια και ήθος, η οποία βρισκόταν συνεχώς δίπλα του, από τη στιγμή που επέστρεψε στην Ελλάδα έως το θάνατό του, και ο αρχιτέκτονας Ιάσων Ρίζος με τη γυναίκα του. Καθημερινά ερχόταν στο σπίτι του Νικολαΐδη και ο Αλέκος Καραμανλής, αδελφός του Προέδρου και πατέρας του μετέπειτα πρωθυπουργού, ο οποίος έμενε κάπου εκεί κοντά.

Μπορεί να ήταν σκληρό για διακοπές αυτό το πρόγραμμα, αλλά η εβδομάδα αυτή ήταν για μένα μοναδική εμπειρία. Απαλλαγμένος από το αυστηρό πλαίσιο του προεδρικού μεγάρου και από το ρόλο του ως Προέδρου, ο Καραμανλής μιλούσε πολύ πιο ανοιχτά απ’ ό,τι συνήθως, για όλους και για όλα. Φερόταν επίσης πολύ πιο ελεύθερα απ’ ό,τι στην Αθήνα και −πράγμα σπάνιο γι' αυτόν− ξανοιγόταν και μιλούσε ακόμη και για προσωπικά του ζητήματα.

Διασκέδαζε με πολύ απλά πράγματα, όπως μια παρτίδα τάβλι. Αν κέρδιζε στα τρία παιχνίδια έκλεινε το τάβλι και σου 'λεγε «άντε, δεν ξέρεις να παίζεις». Αν έχανε στα τρία παιχνίδια κι έκανες να σηκωθείς, σου 'λεγε «πού πας, στα πέντε παίζουμε». Δεν του άρεσε να χάνει. Και αν τελικά έχανε, το απέδιδε στην τύχη και στο ζάρι του συμπαίκτη του, που τον έλεγε από πάνω και ατζαμή.   

«Μ' άρεσε η ιππασία. Όταν κάλπαζα, χαιρόμουν αφάνταστα. Είχα την αίσθηση ότι κατακτούσα την απόσταση. Ότι κατακτούσα τον κόσμο».

Εκείνη την εβδομάδα στη Μύκονο έμαθα πολύ καλύτερα τον Καραμανλή. Τον αγάπησα και τον εκτίμησα ακόμη περισσότερο. Αξίζει ίσως εδώ να αφηγηθώ ορισμένα περιστατικά ενδεικτικά της προσωπικότητάς του. Στον Ορνό, πάνω στη θάλασσα, είχε ο οικονόμος του, ο Θόδωρος Χαριτόπουλος, τέσσερα-πέντε ενοικιαζόμενα δωμάτια κι ένα μικρό εστιατόριο. Άριστος μάγειρας ο ίδιος, ετοίμαζε συχνά εκεί το δείπνο και πηγαίναμε το βράδυ στο ταβερνάκι του.

Συνήθως, και μέχρι να ετοιμαστεί το τραπέζι, καθόμασταν για ποτό σ' ένα μικρό σαλονάκι, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων. Μία από τις φορές που περιμέναμε να περάσουμε στην αίθουσα του εστιατορίου, ήλθε ο Θόδωρος και του είπε ότι παρακαλεί να έλθει να τον χαιρετήσει ένας εφοπλιστής, ο οποίος καθόταν σε διπλανό από το προοριζόμενο για εμάς τραπέζι. Ο Καραμανλής αρνήθηκε. Παρενέβη ο αδελφός του Αλέκος: «Είναι ένας από τους μεγάλους έλληνες εφοπλιστές της Νέας Υόρκης», τον ενημέρωσε. Ο Καραμανλής συνέχισε να αρνείται, «Δεν ήλθα εδώ για κοινωνικά» είπε, αλλά τότε εμφανίστηκε μπροστά του και τον χαιρέτησε θερμά η σύζυγος του εφοπλιστή. «Θέλει να σας χαιρετήσει και ο Κώστας, μπορεί να έλθει;» τον ρώτησε. Εκών άκων, ο Καραμανλής δέχτηκε.

Ήλθε τότε ο εφοπλιστής, πράγματι ένας από τους μεγάλους της ναυτιλίας, 65-70 ετών, κλασικός εκπρόσωπος των καλών, ελληνικών, παραδοσιακών οικογενειών της θάλασσας. Χαιρέτησε ευγενέστατα και, περιέργως, έσκυψε κι έκανε κίνηση να φιλήσει το χέρι του Καραμανλή. Περιέργως επίσης, ο Καραμανλής άφησε αδιαμαρτύρητα το χέρι του. Είπε στον εφοπλιστή δυο-τρεις τυπικές κουβέντες για το κτήμα του στην Κέρκυρα –«Να με πάρεις επιστάτη σου εκεί, άμα ξεμπερδέψω απ' εδώ που έμπλεξα»– και με ένα «Άντε, γεια σου τώρα» έκλεισε την κουβέντα.

«Απέδειξα εμπράκτως ότι ημπορεί ο λαός μας, αν θέλει, να ευημερήσει»

Έπειτα από μισή ώρα και ενώ είχαμε καθίσει πια στο τραπέζι, με τον εφοπλιστή στο διπλανό, ήλθε να τον χαιρετήσει ο πατέρας του Θόδωρου που μόλις είχε βγει μπροστά μας από το βαρκάκι του, επιστρέφοντας από το ψάρεμα, βρώμικος, ιδρωμένος, με άσπρη φανέλα και κοντό τζιν παντελόνι. Ήλθε κατευθείαν στο τραπέζι μας, πλησίασε τον Καραμανλή, με χαμόγελο μέχρι τ' αυτιά κι οι δυο, κι έσκυψε να του φιλήσει το χέρι και αυτός. Ο Καραμανλής αυτή τη φορά το κατέβασε αμέσως και με δύναμη. «Τι φιλάς, δεσπότης είμαι;» του είπε και συνέχισε να συζητά μαζί του για ώρα, ρωτώντας τον τι κάνει, πώς πάνε οι δουλειές κ.λπ. Ο εφοπλιστής με τη γυναίκα του κάθονταν ακριβώς δίπλα μας.

Λίγο αργότερα ήλθε να τον χαιρετήσει ένας γνωστός μεγαλοεπιχειρηματίας, μεσήλικας, κομψευόμενος, τυπική φιγούρα της Μυκόνου. Ο Καραμανλής τον χαιρέτησε μεν, αμέσως δε και τον αποχαιρέτησε: «Άντε, γεια σου, δεν θα σε ξαναδούμε, εμείς Κυριακή φεύγουμε». Ήταν μόλις Τρίτη.

«Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις των προβλημάτων - το μυστικό της επιτυχίας είναι ο μόχθος».

Την επομένη φύγαμε με ένα μικρό σκάφος για τη Σύρο, καλεσμένοι στο κτήμα ενός φίλου του.  Καραμανλής, Αλέκος Καραμανλής, Θόδωρος κι εγώ. Γκρίνιαζε αγρίως από την προηγουμένη αλλά πρόσθετε: «Αφού το υποσχέθηκα, δεν μπορώ να μην πάω». Μέσα στο σκάφος ήταν ακόμη χειρότερη η γκρίνια, καθώς μάλιστα τον πονούσε η μέση του και δεν μπορούσε να βολευτεί. Καθ' οδόν επέμεινε να σταματήσουμε κοντά στη Δήλο. Ήθελε να επιθεωρήσει από το σκάφος τα κτίσματα στα αρχαία. «Είχα πει να μην τα κάνουν άσπρα, γιατί τα 'καναν αυτό το χρώμα; Δεν είχα πει εκεί στην άκρη να κάνουν ένα κτίσμα; Γιατί δεν έγινε;». «Πότε τα είχατε πει αυτά;» τον ρώτησα. «Το 1976», απάντησε. «Και ακόμα το θυμάστε;» ξαναρώτησα. «Βεβαίως, και θα το θυμάμαι μέχρι να γίνει αυτό που είπα» ήταν η απάντηση.

Το 1963 ο Ντε Γκολ του είπε: «Δεν καταλαβαίνω τι δουλειά έχεις με τυχοδιώκτες σαν τον Τίτο!». Ο Καραμανλής του εξήγησε ότι η Ελλάδα έπρεπε να πολιτεύεται σύμφωνα με τις γεωπολιτικές της αναγκαιότητες.

Ύστερα από γερό κούνημα, φτάσαμε στη Σύρο. «Με πόνεσε πολύ η μέση μου», παραπονέθηκε. Είδαμε τότε ότι στην προκυμαία είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, πάνω από χίλια άτομα. Του το είπαμε. «Ανοησίες, είχα πει πως δεν θέλω υποδοχή», απάντησε. «Το έμαθαν και ήλθαν από μόνοι τους», του είπαμε. Πήγε τότε πίσω στο σκάφος και είδε ότι πράγματι ήταν πολύς ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί. Άλλαξε αμέσως ύφος και διάθεση. Ξέχασε εντελώς τη μέση του και τους πόνους κι άρχισε γελαστός να χαιρετά τον κόσμο που τον επευφημούσε. Πριν καλά-καλά δέσει το σκάφος, βγήκε έξω και με ορμή νέου ανθρώπου ξεχύθηκε και εισχώρησε στην καρδιά του πλήθους. Χειραψίες, φιλιά, πήγαινε δεξιά, αριστερά, μπρος, πίσω, παντού.

Κάθιδροι και πανικόβλητοι οι δύο άνδρες της ασφάλειάς του, εντελώς απροετοίμαστοι για το περιστατικό, τα είχαν εντελώς χαμένα. Αγωνιούσαν, στριμώχνονταν, προσπαθούσαν ν’ ανοίξουν διάδρομο μέσα στο πλήθος για να φτάσουν δίπλα του, αλλά εκείνος συνεχώς ξέφευγε. Και όταν, επιτέλους, ύστερα από αρκετή ώρα, έφτασε ο Καραμανλής στο αυτοκίνητο που τον περίμενε, δεν μπήκε αμέσως μέσα. Ανέβηκε στο μαρσπιέ και χαιρετούσε τον κόσμο. Επρόκειτο για εντελώς άλλον άνθρωπο από τον Καραμανλή της διαδρομής.

«Είναι ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς άντρες στην Ευρώπη. Για να πω την αλήθεια, θα έπρεπε να πω πως τον θεωρώ τον πιο σημαντικό από όλους» -JFK

Μείναμε στη Σύρο και για το γεύμα. Εκεί ήλθαν να τον χαιρετήσουν οι δύο δήμαρχοι του νησιού, εκλεγμένοι και οι δύο με το ΠΑΣΟΚ. «Να αφήσετε τους σοσιαλισμούς και τις παρλαπίπες και να κοιτάξετε να κάνετε κανένα έργο για τον κόσμο», τους είπε. «Μάλιστα κύριε Πρόεδρε», απάντησαν αυτοί.

Κατά την επιστροφή μας στη Μύκονο είχε άριστη διάθεση και μεγάλα κέφια. Ούτε η μέση του πονούσε, ούτε τον ενοχλούσαν τα χτυπήματα του σκάφους, ούτε γκρίνιαζε του Θόδωρου. Ήταν φανερό ότι ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος με τα όσα είχαν προηγηθεί. Του το είπα. «Έρχονται να σε δουν, τι να κάμεις, να μην τους χαιρετήσεις;» απάντησε κρυφογελώντας.

«Όλες οι κακοδαιμονίες στην Ελλάδα προέρχονται από τα λάθη του θρόνου»

Σε προηγούμενη συνάντησή μας, προ ολίγων εβδομάδων, στον Διόνυσο, τον είχα ρωτήσει: «Κύριε Πρόεδρε, ποια ήταν καλύτερη εποχή στη μεταπολεμική μας Ιστορία;» Είχε κλείσει σχεδόν αμέσως τη συζήτηση, με την παρατήρηση ότι πρέπει να μείνουμε τέσσερις-πέντε ώρες για να τα πούμε αυτά.

Στη Μύκονο, μετά το φαγητό κάποιο βράδυ επανέφερα το ερώτημα «Ποια ήταν η καλύτερη εποχή;». «Για μένα ή για τον τόπο;» ρώτησε. «Και για τα δύο» του απάντησα. Άρχισε να μιλάει με πάθος και ένταση, χωρίς διακοπές:

«Άκου να δεις. Η πιο δύσκολη εποχή, και για μένα και για τον τόπο, ήταν η δεκαετία του '50. Είχαμε φοβερούς πολιτικούς φανατισμούς τότε γιατί βγαίναμε από έναν εμφύλιο πόλεμο. Αλλά ήταν και χρόνια μεγάλης δημιουργίας. Ό,τι έγινε, έγινε τότε. Τα μεγάλα έργα, οι μεγάλες επενδύσεις, οι δρόμοι, τα πάντα. Τότε φτιάχτηκε η σημερινή Ελλάδα. Από τότε δεν έγιναν πολλά σημαντικά. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι εκείνα ήταν τα καλύτερα χρόνια.

»Μετά τη δικτατορία όλα ήταν ήσυχα, δεν είχαμε τέτοιου είδους πολιτικά προβλήματα, όπως στη δεκαετία του ’50. Αλλά δεν φτιάξαμε και πολλά πράγματα.

»Όταν εγώ ανέλαβα, το ’55, είχα εννιά αντιπάλους που με πολεμούσαν λυσσωδώς. Οι περισσότεροι δεν ήταν σοβαροί άνθρωποι. Και τις περισσότερες φορές δεν με πολεμούσαν έντιμα. Υπάρχουν πράγματα για τα οποία έχω επιλέξει να μην ανοίξω το στόμα μου. Ένα μόνο λέω: Σ' αυτό τον τόπο, η Ιστορία κατά σύστημα πλαστογραφείται.

»Είχα συναντήσει τον Γεώργιο Παπανδρέου το 1957, στο σπίτι του δημοσιογράφου Λευτέρη Κοτσαρίδα, στην Αγία Παρασκευή, και μου είχε ζητήσει να συνεργασθεί μαζί μου. Άκου δω, του είπα, αντί να συνεργασθούμε να φτιάξετε εσείς κόμμα κι εγώ θα σας βοηθήσω, ώστε να υπάρχει κάποιος να παραδώσω, άμα έλθει η ώρα. Γιατί η δικιά μου αποτυχία θα είναι να με διαδεχθεί καμιά στρατιωτική δικτατορία ή ο κομμουνισμός.

»Με είχε βρει τότε και ο Βενιζέλος. Μου είχε ζητήσει να κάνω υπουργό τον Σταύρο Κωστόπουλο, στην αρχή, και μετά να προσχωρήσουν και οι άλλοι. Τον έδιωξα. Και μετά έκανε αρχηγό τον Γρίβα, τον Χίτη, και κατηγορούσαν εμένα για φασίστα. Τρελά πράγματα. Καραγκιοζιλίκια. Σε καμιά άλλη χώρα δεν έχει πλαστογραφηθεί τόσο πολύ η Ιστορία. Και τώρα τι άλλο να πω; Ερχόντουσαν πριν τις εκλογές του 1958 και μου έλεγαν: “Η ΕΔΑ είναι παράνομο κόμμα, διάλυσέ το”. “Τρελαθήκατε;” τους είπα. “Πώς νομιμοποιούμαι να κάνω εγώ αυτό το πράγμα; Κάντε το εσείς, αν θέλετε. Κινείστε εσείς τη δικαστική διαδικασία. Εγώ αυτή την ευθύνη δεν την παίρνω. Εάν εσείς πιστεύετε ότι είναι παράνομοι, να θέσετε επισήμως και δημοσίως το ζήτημα να το εξετάσουμε”. Αλλά αυτοί άλλα έλεγαν από μπρος και άλλα από πίσω. Ήθελαν να θέσω εγώ εκτός νόμου την ΕΔΑ για να πάρουν αυτοί τις ψήφους και τις έδρες της κι εγώ το κόστος.

»Παρέλαβα λίγο μετά τον Εμφύλιο, μόλις έξι χρόνια από το τέλος του. Κεντρώοι είχαν κάνει τον 509, τα κοινωνικά φρονήματα, τις φυλακές, τις εξορίες και τις εκτελέσεις. Και βρέθηκα στη μέση. Από τη μια μεριά οι δικοί μου, οι δεξιοί, που θέλανε να πνίξουμε τους κομμουνιστές. Και από την άλλη οι κομμουνιστές, που δεν εννοούσαν να δεχθούν την ήττα τους. Εγώ λοιπόν σταδιακά τους αποφυλάκισα, εκτελέσεις δεν έκανα και τη δημοκρατία της εποχής εκείνης τη διαφύλαξα. Εγώ λοιπόν δεξιός και δημοκράτες αυτοί που τα είχαν κάνει όλα αυτά, τα οποία εγώ βρήκα έτοιμα;

»Και ύστερα, η υπόθεση Λαμπράκη. Άλλη εκμετάλλευση. Εγώ, λέει, οργάνωσα τη δολοφονία. Αλλά αν ήθελα να κάνω δολοφονία βουλευτή, θα την έκανα απόγευμα, στη μέση του δρόμου, με δύο αλήτες κι ένα καρότσι; Είναι σοβαρά πράγματα αυτά;

»Η δικτατορία θα γινόταν οπωσδήποτε, με το κλίμα που είχε δημιουργηθεί από το 1961. Τίποτε δεν μας γλίτωνε. Τα πάθη, οι ανένδοτοι, οι αποστασίες, όλα μαθηματικώς οδηγούσαν προς τα εκεί. Ήταν αναπότρεπτη. Κι εγώ αν δεν είχα φύγει, πάλι θα γινόταν. Υπήρχε μια εξαχρείωση, ένα χάος.

»Αυτός ο τόπος έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Το παρόν το ζούμε, αλλά το μέλλον μπορούμε να το προβλέψουμε –ώστε να ξέρουμε πώς να κινηθούμε– μόνον αν γνωρίζουμε το παρελθόν, την πρόσφατη τουλάχιστον Ιστορία. Γι’ αυτό είπαμε όσα είπαμε. Για να δεις πόσο βάναυσα έχει πλαστογραφηθεί όλη η πρόσφατη Ιστορία μας και πόσες ανοησίες λέγονται και γράφονται».

«Σήμερα, εδώ που βρισκόμαστε, πρώτος στόχος μας πρέπει να είναι η οικονομική ανασυγκρότηση, διότι διαφορετικά θα έλθει η αποσύνθεση. Αυτό θα είναι έργο δύσκολο καθώς το μεγαλύτερο κακό που είχε γίνει τα τελευταία χρόνια είναι ο εκμαυλισμός των Ελλήνων και η διάβρωση, η διάλυση της κοινωνίας. Αυτό θα το πληρώνουμε πολύ ακριβά και για πολλά χρόνια».

Η συζήτηση έκλεισε με μία παρατήρησή του σχετικά με τη σύγκρουση Βαρδινογιάννη-Κόκκαλη εκείνων των ημερών:

«Πρόκειται για αλληλοφάγωμα καρχαριών. Ανησυχώ όμως πολύ, γιατί έχει επέλθει μια βαθύτερη αλλοίωση του πολιτεύματος. Λίγοι, ελάχιστοι άνθρωποι, έχουν αποκτήσει τεράστια και ανεξέλεγκτη δύναμη, έχουν διεισδύσει παντού και κάνουν ό,τι θέλουν, χωρίς να υπολογίζουν κανέναν και τίποτε. Πού θα βγάλει αυτό;»

Την ημέρα που θα φεύγαμε, αποχαιρετιστήκαμε συγκινημένοι. «Εσείς γυρίζετε στα παιδιά σας και στους αγαπημένους σας, εγώ στη μοναξιά μου. Συγγνώμη αν σας κούρασα, ξέρω ότι είμαι κουραστικός και δύσκολος άνθρωπος», μας είπε ο Καραμανλής. «Γιατί μοναξιά; Εσάς σας αγαπάνε τόσοι άνθρωποι», απάντησε η γυναίκα μου.

Ο Καραμανλής χαμογέλασε και της είπε: «Μεγαλώνοντας θα μάθεις ότι είναι πιο σημαντικό να αγαπάς από το να σε αγαπάνε. Γιατί όταν σε αγαπάνε γεμίζεις απλώς τον εγωισμό σου, ενώ όταν αγαπάς εσύ, γεμίζεις ολόκληρος».

Φωτογραφικό Αρχείο Ιδρύματος "Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής"
Κωνσταντίνος Καραμανλής Ο τελευταίος μεγάλος, εκδόσεις Ροές, 1991