Πολιτικη & Οικονομια

Ε, όχι και ο Σαμαράς!

Ο Ανδρέας Παππάς παρατηρεί με απορία τη διεκδίκηση της ηγεσίας της Ν.Δ. από το Σαμαρά

Ανδρέας Παππάς
ΤΕΥΧΟΣ 276
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Καθώς βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η κούρσα διαδοχής, κάθε άλλο παρά αισιοδοξία διακατέχει τα μέλη και τους οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας. Το κόμμα βρίσκεται σε βαθιά κρίση, από την οποία δεν φαίνεται να βγαίνει σύντομα. Εκτός από ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική, η κρίση είναι αναμφισβήτητα και κρίση προσώπων. Όλοι οι επίδοξοι αρχηγοί είναι πολύ «λίγοι» για να πάρουν στην πλάτη τους το βάρος της ανασύνταξης και της ανάκαμψης ενός κόμματος που, αργά ή γρήγορα, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, θα κληθεί και πάλι να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά μας πράγματα. Ως απλός παρατηρητής όσων τεκταίνονται σε αυτόν το χώρο, δεν πιστεύω ότι ανάμεσα στους υποψήφιους αρχηγούς της Νέας Δημοκρατίας υπάρχει κάποιος ικανός να φέρει εις πέρας το εξαιρετικά δύσκολο έργο που τον περιμένει, να περιμαζέψει και να συμμαζέψει τους πλίνθους και τους κέραμους που άφησε πίσω της η πενταετής (μη) διακυβέρνηση Καραμανλή.

Η Ντόρα, που φαίνεται να έχει και τον πρώτο λόγο στη μετακαραμανλική εποχή, θα δυσκολευτεί πολύ να τιθασεύσει τη «λαϊκή δεξιά», να συσπειρώσει το κόμμα, και κυρίως να δώσει στην παράταξη αέρα νίκης. Ο Αβραμόπουλος πάλι παραμένει πάντοτε ένα υπερεκτιμημένο –ή μήπως αυτο-υπερεκτιμημένο– «μπλέιζερ που μιλάει», κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Σταμάτη Φασουλή. Όσο για τον Ψωμιάδη, αυτός είναι ο φασουλής της παρέας (όχι ο Σταμάτης, ο άλλος, ο αυθεντικός), ο άνθρωπος που στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να μας κάνει να γελάσουμε, και στη χειρότερη να μας κάνει να σκεφτούμε πως πάντα υπάρχουν και χειρότερα από όσα έχουμε δει έως σήμερα.

Αυτός όμως στον οποίο αξίζει, νομίζω, ιδιαίτερη αναφορά είναι ο Σαμαράς, ο οποίος θρασύτατα διεκδικεί την ηγεσία της παράταξης. Επαγγελματίας ανεπάγγελτος (σε αυτό το πεδίο, θα μου πείτε, έχει καλή και μεγάλη παρέα, και μάλιστα από όλους τους πολιτικούς χώρους), βουλευτής από 26 ετών, χωρίς πριν ή έκτοτε να έχει δουλέψει έστω και μία ημέρα στη ζωή του, ανέβηκε σταδιακά στην κομματική ιεραρχία, για να φτάσει υπουργός των Εξωτερικών το 1990-93, στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Αυτός λοιπόν ο κύριος, φαντασιωνόμενος ίσως ότι καλείται να πρωταγωνιστήσει σε remake των «Μυστικών του βάλτου», που είχε γράψει πριν από περίπου έναν αιώνα η προγιαγιά του, μας οδήγησε σε μια τεράστια περιπέτεια, από την οποία η χώρα ακόμη προσπαθεί να απεμπλακεί. Με τη θερμή συμπαράταξη και συστράτευση του παπαδαριού (και μάλιστα σε ανώτατο επίπεδο), ενεργοποιώντας τα πιο σκοταδιστικά, εθνικιστικά και ξενοφοβικά ανακλαστικά σημαντικού τμήματος του κοινωνικού σώματος, εγκλώβισε την εξωτερική πολιτική μας σε μια στείρα, αδιέξοδη και μακροπρόθεσμα εξαιρετικά επιζήμια για τη χώρα πλειοδοσία «εθνοπαλικαρισμού» απέναντι στη γειτονική χώρα. 

Επιπλέον, σαν να μην έφτανε αυτό, υπήρξε και ανατροπέας της κυβέρνησης του κόμματός του, αυτού του ίδιου κόμματος του οποίου φιλοδοξεί σήμερα να ηγηθεί, δίχως ποτέ να εξηγήσει πειστικά για ποιους ακριβώς λόγους οδηγήθηκε σε μια τόσο ακραία απόφαση (πολλά έχουν ειπωθεί και γραφτεί επ’ αυτού).

Έσχατο χρονικά, αλλά και ενδεικτικό: κατά το πρόσφατο πέρασμά του από το Υπουργείο Πολιτισμού κατάφερε και πάλι να «διακριθεί» για την ασχετοσύνη του, αλλά και για την αδυναμία/απροθυμία του έστω και να αγγίξει καίρια όσο και επείγοντα προβλήματα της αρμοδιότητάς του. Ένα-δυο εγκαίνια για να μας «παίξει» η τηλεόραση, κι αυτό ήταν όλο. Και μόνο η «πολιτεία» του στο χώρο του βιβλίου, τον οποίο τυχαίνει να γνωρίζω και να παρακολουθώ κάπως καλύτερα, θα αρκούσε για να αντιληφθεί κανείς περί ποίου ανεκδιήγητου κράματος ανικανότητας, ανεπάρκειας και αγραμματοσύνης πρόκειται.

Eν κατακλείδι, αν πράγματι η Νέα Δημοκρατία ήθελε να κάνει μια επιλογή με στοιχειώδη προοπτική, θα έπρεπε ίσως να παρακάμψει τη γενιά των πενηνταπεντάρηδων-εξηντάρηδων και να αναζητήσει λύση στην επόμενη γενιά, σε κάποιον σαν τον Χατζηδάκη, ας πούμε. Ούτε τον ξέρω τον άνθρωπο ούτε μου πέφτει λόγος. Απλώς νομίζω ότι είναι από τους λίγους μη φθαρμένους που διαθέτει σήμερα η Κεντροδεξιά, αλλά και από τους λίγους ικανούς να βάλουν τρεις σκέψεις και τρεις φράσεις στη σειρά. Άλλωστε, και στην περίπτωση του Κώστα Καραμανλή (η οποία, ανεξάρτητα από την πρόσφατη βαριά ήττα, «τους βγήκε»), κάτι αντίστοιχο είχαν κάνει: παρέκαμψαν τους τότε επίδοξους αρχηγούς και προώθησαν ένα σαραντάρη. Βέβαια, θα μου πείτε, εκτός από την ιδιότητα του σαραντάρη, εκείνος είχε και ονοματεπώνυμο τεφαρίκι: Κώστας Καραμανλής. Σωστό κι αυτό. Όσο για τον Χατζηδάκη, στην καλύτερη περίπτωση το όνομά του παραπέμπει στον… Μάνο Χατζιδάκι, του οποίου το «Χάρτινο το φεγγαράκι» λέγεται ότι αγαπούσε ιδιαίτερα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Λέτε να φτάνει αυτό; A

 achpappas@hotmail.com