Πολιτικη & Οικονομια

Στεγανοποιημένος δικομματισμός

Γιατί το ένα από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα έχει εξασφαλίσει την υπεροχή του; Και γιατί τα μικρότερα παραμένουν τόσο πιο μικρά;

Γιάννης Κωνσταντινίδης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι τελευταίοι δώδεκα μήνες οριοθετούν ίσως το πιο σταθερό, με δημοσκοπικούς όρους, διάστημα των σχεδόν οκτώ χρόνων της κρίσης. Από τον Ιανουάριο του 2016, όταν η ΝΔ προηγήθηκε για πρώτη φορά του ΣΥΡΙΖΑ στις μετρήσεις της κοινής γνώμης υπό το κλίμα ευφορίας που είχε δημιουργήσει η απροσδόκητη εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία έως σήμερα, η εικόνα των επιπέδων εκλογικής επιρροής των κομμάτων παραμένει εντυπωσιακά σταθερή. Ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί μόλις ελάχιστα παραπάνω από το ήμισυ των δυνάμεων που συγκέντρωσε το 2015, η ΝΔ αυξάνει τα ποσοστά του 2015 κατά 5%-6% σε βάρος είτε του ΣΥΡΙΖΑ είτε του Ποταμιού, ενώ τα μικρότερα κόμματα δεν κερδίζουν από τη φθορά της κυβέρνησης. Τον έναν μήνα μετά τον άλλον, η μία εταιρεία ερευνών μετά την άλλη δημοσιεύουν παρεμφερή ποσοστά απήχησης των κομμάτων σε βαθμό που οι πλέον καχύποπτοι από τους ακροατές και τους σχολιαστές μιλούν χαμηλόφωνα για τάσεις ευθυγράμμισης της πληροφόρησης που παρέχουν οι εταιρείες. Η ερμηνεία δεν είναι όμως τόσο σκοτεινή. Οι έρευνες της τελευταίας χρονιάς απλώς φωτογραφίζουν τον νέο, στεγανοποιημένο δικομματισμό. Δύο μεγαλύτερα κόμματα και μια σειρά από πολλά και πολύ μικρότερα. Γιατί όμως το ένα από τα δύο έχει εξασφαλίσει την υπεροχή του; Και γιατί τα μικρότερα παραμένουν τόσο πιο μικρά;

Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο ερώτημα. Δεν είναι διόλου πρωτότυπο να ερμηνεύσουμε τη μεγάλη δημοσκοπική διαφορά μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ στη βάση της υψηλής συσπείρωσης της ΝΔ και, παράλληλα, του υψηλού ποσοστού καταγραφόμενης «επιλογής εξόδου» στις τάξεις των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ του 2015. Το ένα τρίτο όσων επέλεξαν τον ΣΥΡΙΖΑ τον Σεπτέμβριο του 2015 δηλώνουν πρόθεση αποχής, λευκού ή άκυρου, ή επιλέγουν να μη διευκρινίσουν την επιλογή τους − στοιχεία που αυτομάτως τοποθετούν ένα πολύ χαμηλό «ταβάνι» στον ΣΥΡΙΖΑ. Η επιπρόσθετη απώλεια ενός τμήματος ψηφοφόρων του απευθείας προς τη ΝΔ, απώλεια που εκτιμάται στο 3% έως 4% του συνόλου του εκλογικού σώματος, διευρύνει σημαντικά τη διαφορά μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων καθώς οι ευθείες μετατοπίσεις μετρούνται διπλές (αφαιρούνται από το ένα κόμμα και προσθέτονται στο άλλο). Όμως στο συγκεκριμένο σημείο μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το ποσοστό ευθείας μετατόπισης από το κυβερνών κόμμα (ΣΥΡΙΖΑ) προς την αξιωματική αντιπολίτευση (ΝΔ), σε συνθήκες ακραία αρνητικής εικόνας της οικονομικής διαχείρισης από την κυβέρνηση Τσίπρα, είναι μόνο αυτό και κυρίως είναι σταθερό για πολλούς μήνες. Οι απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ προς τη ΝΔ καταγράφονται εδώ και πολλούς μήνες στο επίπεδο του 10% της δύναμης του ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός που φανερώνει την ύπαρξη «βαθέων χαρακωμάτων» μεταξύ των δύο πόλων του νέου δικομματισμού.

Τι εμποδίζει τις μετακινήσεις ψηφοφόρων μεταξύ των δύο κομμάτων στο πρότυπο ενός κλασικού μοντέλου εκλογικής επιλογής με κριτήριο τη διάθεση επιβράβευσης ή τιμωρίας του εκάστοτε κυβερνώντα; Γιατί δε μεταφέρονται μαζικά στην αντιπολίτευση όσοι από τους ψηφοφόρους δηλώνουν απερίφραστα την απογοήτευσή τους με την κυβέρνηση; Ο νέος δικομματισμός εμφανώς δεν είναι κλασικός και εμφανώς δεν είναι ίδιος με τον παλαιό. Ο ΣΥΡΙΖΑ εδραιώθηκε ως ένας από τους πυλώνες του νέου δικομματισμού στη βάση ακριβώς της αντίθεσής του με οτιδήποτε εξέφραζε ο παλαιός δικομματισμός. Η ΝΔ διατηρήθηκε ως ο δεύτερος πυλώνας (και) του νέου δικομματισμού ακριβώς επειδή πέτυχε να εκφράσει την αντίθεσή της με τον νέο παίκτη. Όσοι από τους ψηφοφόρους στοιχήθηκαν πίσω από τα σχήματα αντιπαράθεσης που καλλιέργησαν η μία και η άλλη πλευρά, είναι πολύ δύσκολο να περάσουν τώρα τα χαρακώματα. Το ίδιο το δομικό υλικό του νέου δικομματισμού φαίνεται να τον έχει στεγανοποιήσει.

Η στεγανοποίηση μοιάζει να είναι η απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα, το οποίο αφορούσε την αδυναμία τρίτων κομμάτων να ενισχυθούν. Η ένταση με την οποία εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ το αντί-παλαιοκομματικό συναίσθημα δεν άφησε τα περιθώρια δημιουργίας εναλλακτικού πόλου με το ίδιο πρόταγμα, ενώ από την άλλη η ταχύτητα με την οποία η ΝΔ πέτυχε να συσπειρώσει γύρω της τις δυνάμεις αντίστασης στον επελαύνοντα ΣΥΡΙΖΑ, ήδη από τον Ιούνιο του 2013, εκμηδένισε τις πιθανότητες εδραίωσης άλλου κόμματος στον αντί-ΣΥΡΙΖΑ χώρο. Ακόμα και σήμερα, η ένταση μεταξύ των δύο πόλων δυσχεραίνει τη θέση τρίτων κομμάτων, η ψήφος για τα οποία θεωρείται χαμένη επιλογή ενόψει ενός δεύτερου −ή τρίτου αν ξεκινήσουμε το μέτρημα από το 2012− γύρου αντεκδίκησης μεταξύ των πόλων του νέου δικομματισμού.

Στεγανοποίηση και φόβος για τη χαμένη ψήφο εξηγούν τη σταθερότητα των δημοσκοπικών ευρημάτων και τελικά τη διαφαινόμενη εμπλοκή στην εξέλιξη των εκλογικών προτιμήσεων, με την έννοια ότι υπό τις συνθήκες αποδυνάμωσης του κυβερνητικού συνασπισμού ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ μοιάζει απίθανη η οποιαδήποτε αλλαγή στις τάσεις της κοινής γνώμης, είτε πρόκειται για την περαιτέρω ενίσχυση της ΝΔ είτε για την άνοδο κάποιου άλλου κόμματος της αντιπολίτευσης. Τα συστατικά της αντιπαράθεσης «παλαιού» και «νέου», όπως αυτή δομήθηκε από το 2012 και εμπλουτίστηκε και στη βάση του δημοψηφίσματος του 2015, έχουν ουσιαστικά κλειδώσει τους ψηφοφόρους σε συγκεκριμένες επιλογές: είτε κατά του μόνου παλαιού δικομματικού παίκτη είτε κατά του μόνου νέου. Αρνούμενοι να θυσιάσουν το κυρίαρχο αυτό τους συναίσθημα, πολλοί από τους πρώτους επιλέγουν την «έξοδο» από την κάλπη και πολλοί από τους δεύτερους επιλέγουν την άνευρη και χλιαρή στήριξη της ΝΔ. Τα στεγανά δημιουργούν ακινησία.