Πολιτικη & Οικονομια

Τι υπερασπιζόμαστε

Βαγγέλης Αγγελής
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ετοιμότητα της ελληνικής κοινωνίας για κινητοποιήσεις είναι πραγματικά ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο. Η συχνότητά τους τις έχει καταστήσει πια ένα ζήτημα ρουτίνας. Ακόμα θυμάμαι την έκπληξη μιας φίλης από το εξωτερικό, όταν της έδειξα το site apergies.gr που δημοσιεύει καθημερινά δελτίο απεργιών, κινητοποιήσεων και συγκεντρώσεων – ένα πραγματικά χρήσιμο εργαλείο για την ελληνική καθημερινότητά. Πρόκειται για μια ιστοσελίδα μοναδική στο είδος της παγκόσμια, που δείχνει το πόσο πολύ έχουν γίνει μέρος της ζωής μας αυτές οι πρακτικές.

Μερικές φορές τόσο πολύ, ώστε να έχω την αίσθηση ότι έχουμε ξεχάσει πια την ουσία τους. Γιατί γίνονται όλα αυτά ; Τι υπερασπιζόμαστε και εναντίον ποιου ;

Η απάντηση θα μπορούσε να είναι απλή: υπερασπιζόμαστε τα κοινωνικά κεκτημένα ετών και την εθνική μας ανεξαρτησία έναντι μίας πολιτικής που επιβάλλεται από το εξωτερικό και από εκείνους που εκπροσωπούν τα συμφέροντά της στο εσωτερικό. Και η συχνότητα των κινητοποιήσεων εξηγείται από το γεγονός ότι τα ζητήματα που διακυβεύονται (κοινωνικά κεκτημένα και εθνική ανεξαρτησία) είναι τόσο σημαντικά, ώστε να μην μπορούμε να τα παραβλέψουμε και τελικά να είμαστε υποχρεωμένοι να τα υπερασπιζόμαστε με έναν καθημερινό αγώνα. Όχι πως η άποψη αυτή δεν έχει ισχυρές δόσεις αλήθειας: ακούγεται λογική και πραγματικά η κινητοποίηση αρκετών συμπολιτών μας ξεκινάει από αυτό το σκεπτικό.

Δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα όμως και δεν εξηγεί τη σημερινή κατάσταση. Αντίθετα, τη συσκοτίζει. Ας αναλογιστούμε για αρχή πως οι κινητοποιήσεις της κοινωνίας μας δε σχετίζονται απόλυτα με τις επιθέσεις στα κεκτημένα μας κατά την εποχή των μνημονίων. Είναι η τελική εξέλιξη μιας παλιάς κατάστασης. Καταλήψεις, απεργίες και κλείσιμο δρόμων υπήρξε η καθημερινότητά μου, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου να ζει στην Ελλάδα και όχι μόνο τα τελευταία δύο χρόνια. Μολονότι πολλοί ισχυρίζονται, ότι υπάρχει μία επαναστατική κοινωνική παράδοση στην Ελλάδα που εξηγεί τέτοιου είδους φαινόμενα, θα λέγαμε καλύτερα ότι η ύπαρξή τους οφείλεται, όχι τόσο σε αυτήν την παράδοση, αλλά στον εκφυλισμό της σε επίπεδο δόγματος και συνήθειας. Εάν υποθέσουμε ότι μια τέτοια παράδοση υπήρξε ποτέ, κατέληξε τελικά να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για κάθε λογής λογικά ή παράλογα αιτήματα.

Η υποβάθμιση της γνήσιας αγωνιστικής διάθεσης σε μια αποστεωμένη συνήθεια και σε έναν ξύλινο λόγο, αποκαλύπτεται όλο και συχνότερα τελευταία. Αρκεί μία απλή παρατήρηση των ορίων εντός των οποίων κινούνται οι κινητοποιήσεις. Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα, πριν καταλήξουμε σε ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα. Οι καταλήψεις στα πανεπιστήμια μετά από την κατάθεση του νομοσχεδίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση σταδιακά έληξαν, όταν φάνηκε πως η αντίδραση της πολιτικής ηγεσίας θα είχε ένα τίμημα για τους φοιτητές: την απώλεια του εξαμήνου, το χάσιμο της χρονιάς κ.ο.κ. Ο αντι-ευρωπαϊκός μας τσαμπουκάς ποτέ δεν έχει φτάσει στο σημείο της πλήρους αποδοχής μίας τέτοιας στάσης και των συνεπειών της (διπλωματική απομόνωση, επιστροφή στη δραχμή), αλλά αντίθετα οριοθετείται από τη θέληση των ίδιων ανθρώπων που δηλώνουν αντιευρωπαϊστές να παραμείνουμε στο ευρώ και στην Ε.Ε. (όπως μας δείχνει μια πλειάδα δημοσκοπήσεων). Οι αντιστασιακές κορώνες της ΝΔ εναντίον της Σύμβασης της 26ης Οκτωβρίου κόπασαν όταν ο Σαμαράς φοβήθηκε πως η χώρα κινδυνεύει άμεσα με χρεωκοπία, η οποία θα απειλούσε και το δικό του πολιτικό μέλλον (έως τότε η Σύμβαση απορριπτόταν ως απαράδεκτη και επικίνδυνη). Οι απεργίες των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης που συνέλεγαν τα σκουπίδια έληξαν μετά την αποστολή των φύλλων επιστράτευσης στους απεργούς. Προσοχή: δεν κρίνεται εδώ εάν η στάση τους ήταν σωστή μετά την επιστράτευση (άλλωστε είναι λογικό κάποιοι να συνυπολογίσουν τις συνέπειες για εκείνους και τις οικογένειές τους και άλλοι να σκεφτούν ότι έχουν υποχρέωση να υπακούσουν σε ένα νόμο του ελληνικού κράτους). Αυτό που θα μπορούσαμε όμως να παρατηρήσουμε είναι ότι οι απεργοί δεν είχαν την πρόθεση να κάνουν έναν αγώνα μέχρις εσχάτων ∙ έναν αγώνα που θα παρέβλεπε τις συνέπειες όσο σκληρές και αν ήταν (φυλάκιση, απόλυση) ∙ έναν αγώνα που τελικά θα ανταποκρινόταν στα μεγαλόστομα αιτήματα που διατυπώνουν: υπεράσπιση των κοινωνικών κεκτημένων και της εθνικής ανεξαρτησίας.

Εάν αυτό είναι στ’ αλήθεια το διακύβευμα, τότε θα έπρεπε όλοι εκείνοι που το υπερασπίζουν να μην υπολογίζουν ούτε μια πειθαρχική ποινή που θα μπορούσε να τους επιβληθεί, ούτε μια ολιγοήμερη φυλάκιση, ούτε και την απόλυση. Γιατί αν είναι έτσι, η σύγκριση με άλλες περιστάσεις της ελληνικής ιστορίας καθίσταται απογοητευτική. Πόσοι δημόσιοι υπάλληλοι επί Κατοχής έχασαν τη ζωή τους στο πλαίσιο του αγώνα τους για εθνική ανεξαρτησία; Πόσοι φοιτητές επί χούντας έχασαν την ελευθερία τους για να υπερασπιστούν σημαντικά κοινωνικά κεκτημένα;

Μήπως όμως δεν είναι στ’ αλήθεια αυτό το διακύβευμα σήμερα; Μήπως ελάχιστοι πιστεύουν κατά βάθος ότι αγωνίζονται για όλα αυτά τα μεγάλα αιτήματα, αλλά αντίθετα ‘ντύνουν’ τα μικρά τους αιτήματα με έναν λαμπερό ιδεολογικό μανδύα, ώστε να τους δώσουν άλλη βαρύτητα από εκείνη που πραγματικά έχουν; Δεν αμφισβητώ ότι έχει πραγματικά χαθεί μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας και αυτό φάνηκε έντονα το τελευταίο διάστημα. Δεν αμφισβητώ επίσης πως χάθηκαν και σημαντικότατα κεκτημένα – εργασιακά, οικονομικά και άλλα. Δε μπορεί όμως το κάθε επιμέρους συντεχνιακό αίτημα να ανάγεται σε μεγάλα ιδεώδη. Μου ακούγεται παράξενο να ακούω μεγαλόστομες διακηρύξεις τσε-γκεβαρικού περιεχομένου από γνωστό συνδικαλιστή της ΔΕΗ («στο μάθημα της υποταγής θα μένουμε πάντα μετεξεταστέοι, το κεφάλι δεν θα το σκύψουμε ποτέ, θα μας βρίσκουν στο δρόμο»), ο οποίος είναι βολεμένος στην εργασιακή του ασφάλεια και στη συντεχνιακή του λογική. Το ίδιο παράξενο μου φαίνεται να βλέπω σε όλες τις διαδηλώσεις των οδηγών ταξί, να κραδαίνουν οι ταξιτζήδες ελληνικές σημαίες τη στιγμή που ο κλάδος τους ακόμα δεν έχει καθαρίσει από εκείνους που επιδεικνύουν μια ‘εθνική’ συμπεριφορά εκτοξεύοντας την ταρίφα στους τουρίστες και γυροφέρνοντάς τους στη μισή Αθήνα για μια διαδρομή Acropolis – Νέος Κόσμος.

Η αγωνιστικότητα μας είναι επιφανειακή, δεν την πιστεύουμε ούτε οι ίδιοι. Και τελικά αυτό μπορεί να αποτελεί και μία εξήγηση του γιατί το πρόσφατο τελικό χτύπημα στην κυβέρνηση δε μπόρεσε να το δώσει η αποσπασματική λαϊκή κινητοποίηση, αλλά το εσωκομματικό πραξικόπημα και η διεθνής πίεση.

Στην Εποχή των Μνημονίων δεν υπερασπιζόμαστε, ως θα οφείλαμε, ούτε κοινωνικές κατακτήσεις ούτε την εθνική μας αξιοπρέπεια. Αυτά τα είχαμε καταλύσει και από μόνοι μας πριν από καιρό, προτού να έρθει η Τρόικα στην Αθήνα. Και τώρα, ακόμα συνεχίζουμε να προστατεύουμε ό,τι και πριν: μικρά και αποσπασματικά κεκτημένα. Γι’ αυτό δεν είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε τον εαυτό μας, γιατί αισθανόμαστε πως υπερασπιζόμαστε το τίποτα. Και αν τώρα τα πράγματα είναι όντως πιο σοβαρά σε σχέση με το παρελθόν όταν πάλι γίνονταν ανάλογες κινητοποιήσεις, όσο και αν κάποιοι φωνάζουν ότι σήμερα ο αγώνας έχει μεγαλύτερο νόημα σε σχέση με τότε, ελάχιστοι πολίτες είναι διατεθειμένοι να τους ακούσουν: κουράστηκαν να ακούνε τους βοσκούς να φωνάζουν «λύκος»…