Πολιτικη & Οικονομια

«Ποιον ενδιαφέρει τι ψηφίζουν οι ηθοποιοί;»

Από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα έχει αλλάξει σχεδόν όλο το πλαίσιο

Επιστήμη Μπινάζη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τι σημαίνει όταν οι ηθοποιοί στηρίζουν δημόσια κόμματα; Από τη χούντα έως σήμερα, η τέχνη, η πολιτική και η επιρροή στο μικροσκόπιο.

Ήταν μια ερώτηση που επαναλάμβανε συχνά ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρότερη. Παντελώς ανίκανος να ξεχωρίσει την Αλίκη Βουγιουκλάκη από την Τζένη Καρέζη, παρόλο που λάτρευε τη μουσική και τις ατελείωτες βόλτες στα μουσεία. Δεν απαξίωνε τους ηθοποιούς. Απλώς δεν καταλάβαινε γιατί η πολιτική τους γνώμη θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερο βάρος από τη γνώμη οποιουδήποτε άλλου πολίτη.

Η απορία του μου φαίνεται σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ. Δεν είναι είδηση ότι καλλιτέχνες στηρίζουν ανοιχτά και δημόσια ένα κόμμα. Το είδαμε πρόσφατα με το νεοσύστατο κόμμα της ΕΛ.Α.Σ., την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα. Το έχουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν, σχεδόν με όλα τα κόμματα, από το ΠΑΣΟΚ μέχρι τη Νέα Δημοκρατία. Η διαφορά είναι ότι σήμερα η δημόσια στήριξη δεν γίνεται πάντα μέσα σε συνθήκες πραγματικού πολιτικού κινδύνου.

Την περίοδο της χούντας, η σχέση καλλιτεχνών και πολιτικής δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή. Στην επταετία αυτή η σχέση βάραινε με λογοκρισία και φακελώματα. Έφτανε στη φυλακή και στην εξορία ακόμη και σε περιουσιακές δεσμεύσεις. Η Μελίνα Μερκούρη κόντεψε να χάσει τη ζωή της, το 1969, στη Γένοβα όταν έγινε βομβιστική επίθεση εναντίον της.

Για να δικαιολογήσω την ερώτηση του πατέρα μου, κάποιες δεκαετίες πίσω, πρέπει να επισημάνω ότι η Ελλάδα δεν είχε μία ενιαία εμπειρία του καθεστώτος. Το σύνθημα «η Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα» δεν είναι τυχαίο.

Για τους ανθρώπους που ζούσαν εκτός Αθηνών, οι ηθοποιοί δεν εμφανίζονταν ως ορατό αντιστασιακό κίνημα. Στην επαρχία, ας με συγχωρήσουν οι Θεσσαλονικείς για τον όρο, η δικτατορία βιωνόταν διαφορετικά. Στην αυστηρότητα των χωροφυλάκων, στις δυσμενείς μεταθέσεις, φυσικά  στις κουβέντες που κόβονταν απότομα στα καφενεία. Η Θεσσαλονίκη κουβαλούσε τα μετεμφυλιακά τραύματα με τις διώξεις των αριστερών, και φυσικά, τη δολοφονία του Λαμπράκη το 1963, που είχε χαράξει βαθιά τη δημόσια μνήμη της πόλης. «Θεατρική» αντίσταση δεν γνώρισε στο μέγεθος της Αθήνας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε. Το Θεατρικό Εργαστήρι της «Τέχνης», που δημιουργήθηκε γύρω στο 1969-70, μέσα στη χούντα, λειτούργησε ως εναλλακτική, πρωτοποριακή σκηνή απέναντι στη μονοκρατορία του ΚΘΒΕ στη θεατρική ζωή της πόλης. Άντεξε μέχρι τον Νοέμβριο του 1973, όταν το σχήμα το έπαυσε εν μια νυκτί η χούντα.

Στην Αθήνα, αντίθετα, η σύγκρουση θεάτρου και δικτατορίας πήρε πιο ορατή και προσωποποιημένη μορφή. Στην πρωτεύουσα οι ηθοποιοί μπορούσαν να γίνουν δημόσια σύμβολα. Η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος με το «Μεγάλο μας Τσίρκο», η Μελίνα Μερκούρη από το εξωτερικό, ο Στέφανος Ληναίος και η Έλλη Φωτίου, το Ελεύθερο Θέατρο με την πολιτική επιθεώρηση, έδειξαν ότι η σκηνή μπορούσε να μετατραπεί σε χώρο πολιτικής αντίστασης.

Υπήρξε ένας ολόκληρος θεατρικός κόσμος που δοκιμάστηκε από τη χούντα. Το Ελεύθερο Θέατρο, με την Άννα Παναγιωτοπούλου, τον Σταμάτη Φασουλή, τον Γιώργο Αρζόγλου και άλλους νέους τότε ηθοποιούς, βρήκε τρόπο να κάνει πολιτική σάτιρα κάτω από τη μύτη της λογοκρισίας. Το Θέατρο Τέχνης, η Στοά, το Πειραματικό Θέατρο έδειξαν ότι, ακόμη κι όταν η σκηνή μπορούσε να αφυπνίσει,

Άλλο πράγμα η αντίσταση κατά μιας δικτατορίας, άλλο ο πολιτικός σχολιασμός μέσα σε μια δημοκρατία και τελείως διαφορετικό η δημόσια υποστήριξη ενός ηθοποιού σε μια κομματική παράταξη. Δεν έχουν το ίδιο βάρος ούτε το ίδιο κόστος.

Σήμερα δεν είναι εύκολο να συμφωνήσουμε όλοι ούτε καν στο προφανές: ότι ζούμε σε δημοκρατία. Υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν να μιλούν για «καθεστώς». Μία δημοκρατία μπορεί να έχει τα προβλήματα της, με αδικίες με θεσμικές αστοχίες ακόμη και αλαζονικές συμπεριφορές. Δεν παύει να είναι δημοκρατία. Αν όλα ονομάζονται χούντα, τότε η πραγματική χούντα μικραίνει μέσα στη μνήμη μας.

Από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα έχει αλλάξει σχεδόν όλο το πλαίσιο. Τότε, η δημόσια στράτευση ενός καλλιτέχνη μπορούσε να είναι συνέχεια μιας πραγματικής πολιτικής διαδρομής και να εμπεριέχει προσωπικό ρίσκο. Σήμερα λειτουργεί συχνότερα ως δήλωση ταυτότητας μέσα στο επικοινωνιακό περιβάλλον της εικόνας. Οι ηθοποιοί μπορούν να ψηφίζουν ό,τι θέλουν, να λένε ό,τι πιστεύουν, να ανεβάζουν όποιο έργο επιλέγουν, να υψώνουν όποια σημαία θέλουν στο τέλος μιας παράστασης. Δεν κινδυνεύουν με βασανιστήρια και αφαίρεση ιθαγένειας.

Κάποιοι από αυτούς νιώθουν συχνά την ανάγκη να εκφράσουν ανοιχτά τη στήριξή τους σε μια παράταξη ή σε έναν πολιτικό αρχηγό. Δικαίωμά τους. Είναι πολίτες, πληρώνουν φόρους, ζουν με τις συνέπειες των νόμων και των κυβερνήσεων. Δικαίωμα του κοινού είναι επίσης να τους κρίνει.

Όταν δεν υπάρχει μεγάλο προσωπικό ρίσκο, η πολιτική δήλωση δεν διαβάζεται αυτομάτως ως πράξη θάρρους. Μπορεί να είναι ιδεολογική αγωνία. Μπορεί όμως να είναι και  σήμα προς ένα ακροατήριο. Μια  προσδοκία πρόσβασης και ένας  τρόπος να παραμείνει στην επικαιρότητα.

Η πολιτική πάντα θα αναζητά έστω και ψίχουλα από την αναγνωρισιμότητα της τέχνης. Τα κόμματα θέλουν πρόσωπα που φέρνουν οικειότητα, άρα και το εισιτήριο της πολιτισμικής νομιμοποίησης. Ένας γνωστός ηθοποιός φέρνει traffic στην κάλπη. Προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι μια παράταξη συνομιλεί με τον πολιτισμό.

Μόνο που το υποκριτικό ταλέντο δεν σημαίνει αυτομάτως και ορθή πολιτική κρίση. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν Σαίξπηρ, δεν είναι ο Σαίξπηρ. Ερμηνεύουν Σοφοκλή και Ευριπίδη, δεν είναι ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. Το ότι ένα πρόσωπο είναι αναγνωρίσιμο δεν του δίνει λευκή επιταγή πολιτικής σοφίας. Ούτε το ότι μπορεί να συγκινεί στη σκηνή σημαίνει ότι διαβάζει καλύτερα την κοινωνία από τον ανώνυμο πολίτη που ζει τις συνέπειες των πολιτικών αποφάσεων.

Υπάρχουν, βέβαια, καλλιτέχνες με σοβαρή πολιτική σκέψη και  κοινωνική ευαισθησία που δεν έχουν πει ποτέ ανοιχτά τι ψηφίζουν. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η πολιτική στάση μοιάζει λιγότερο με αγωνία και περισσότερο με brand positioning. Άνθρωποι που δεν γνωρίζουμε την πολιτική τους σκέψη, αλλά ξέρουμε το πρόσωπό τους από την τηλεόραση, ένα διαφημιστικό ή ένα πετυχημένο ινσταγκραμικό προφίλ.  Διαθέτουν την ικανότητά  να παραμένουν στην επικαιρότητα για λόγους εντελώς ασύμμετρους με το καλλιτεχνικό τους έργο.

Η δημόσια στήριξη αφήνει ίχνος. Αν το κόμμα φθαρεί, φθείρεται και ο ηθοποιός που στάθηκε δίπλα του. Αν ο ηθοποιός κάνει ένα λάθος σχόλιο ή εκτεθεί δημόσια, το κόστος επωμίζεται και το κόμμα που τον αγκάλιασε. Η σχέση είναι αμφίδρομη και κανείς δεν χρησιμοποιεί τον άλλον αθώα.

Η εποχή της ειδωλοποίησης των καλλιτεχνών έχει τελειώσει ή τουλάχιστον θα έπρεπε. Οι ηθοποιοί μπορούν να έχουν άποψη, να τη λένε και να εκτίθενται. Αλλά από τη στιγμή που μετατρέπουν τη δημόσια εικόνα τους σε πολιτικό εργαλείο, κρίνονται και πολιτικά.

Ο πατέρας μου, τελικά, ίσως να μην ήταν τόσο άδικος. Ποιον ενδιαφέρει τι ψηφίζουν  οι ηθοποιοί; Κανέναν, όταν πρόκειται για τη μυστική τους ψήφο. Όλους, όταν η ψήφος γίνεται εργαλείο κομματικής νομιμοποίησης.