Πολιτικη & Οικονομια

7 μέρες όμοιες με τις άλλες στην Τοσίτσα

«Δίνουμε Ζωή στον Πεζόδρομο της Τοσίτσα με Πολιτιστικές Δράσεις»

Αφροδίτη Αλ Σάλεχ
ΤΕΥΧΟΣ 365
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«7 μέρες ζωής στην Τοσίτσα»… Η πρόσκληση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων για συμμετοχή στα δρώμενα της οδού Τοσίτσα υπό το σύνθημα «Δίνουμε Ζωή στον Πεζόδρομο της Τοσίτσα με Πολιτιστικές Δράσεις» ακούστηκε δελεαστική και υποσχόμενη.

Η Τοσίτσα, ο πεζόδρομος ανάμεσα στο Πολυτεχνείο και στο Αρχαιολογικό Μουσείο, έχει γίνει στέκι τοξικομανών, ένα γκέτο πρέζας, μια γκρίζα ζώνη, ένας πεζόδρομος που πλέον όλοι αποφεύγουν να διασχίσουν είτε γιατί φοβούνται είτε γιατί δεν αντέχουν να αντικρίζουν όλα αυτά τα νέα παιδιά κατεστραμμένα από την πρέζα, αβοήθητα από το κράτος, περιθωριοποιημένα από την κοινωνία.        

Το πρόγραμμα, πλήρες: προβολή ταινιών, παραστάσεις θεάτρου, χορού και μαριονέτας, συναυλίες, μαθήματα κρουστών, συζητήσεις, και άλλα πολλά. Εγώ επέλεξα να πάω στην παράσταση της «Αντιγόνης» του Εθνικού Θεάτρου, την περασμένη Δευτέρα. Όταν όμως έφτασα εκεί, η μικρή ελπίδα έδωσε τη θέση της στη γνώριμη λύπη.

Έξω από το Επιγραφικό Μουσείο είχε οριοθετηθεί με πλαστική ταινία η σκηνή: τέσσερις καρέκλες για τέσσερις ηθοποιούς. Οι ηθοποιοί, ντυμένοι με φόρμες, σαφώς καλοί και η παράσταση καλά δουλεμένη. Ίσως όμως λίγο πιο καλά από ό,τι θα άρμοζε στην περίσταση. Ήταν σαφές: έπαιζαν αρχαία τραγωδία. Τριγύρω οι θεατές να παρακολουθούν με ενδιαφέρον. Και σε απόσταση, εκεί προς την Πατησίων, συγκεντρωμένα τα πρεζάκια. Κι όταν κάποιο από αυτά πλησίαζε προς το δρώμενο, με το γνωστό του τρόπο: «Ένα ευρώ, σας παρακαλώ, δεν είμαι πρεζάκι», οι υπεύθυνοι των εκδηλώσεων του ζήταγαν να κάνει ησυχία και το έδιωχναν. Μα αλήθεια, η πρώτη απορία που μου δημιουργήθηκε, δεν γνώριζαν οι υπεύθυνοι πως τα πρεζάκια με αυτό τον τρόπο σε πλησιάζουν πάντα, ακόμα κι όταν απλώς θέλουν να σε γνωρίσουν;

Μιλήσαμε με την υπεύθυνη των εκδηλώσεων. «Δεν είμαστε γκρίζα ζώνη» μας λέει, «στόχος μας είναι να έρθει κόσμος στην Τοσίτσα, να βοηθήσουμε αυτά τα παιδιά, τα πρεζάκια, να κοινωνικοποιηθούν. Έχουν αξιοπρέπεια κι εμείς με τον πολιτισμό μπορούμε να βοηθήσουμε». Η υπεύθυνη μιλούσε εξαιρετικά καλά και με μεγάλο πάθος και ήταν οφθαλμοφανές ότι είχε δουλέψει ψυχή τε και σώματι για το φεστιβάλ αυτό. Μέχρι που έκανα τη λάθος ερώτηση: «Η παράσταση αυτή δεν έχει σχέση με τις εκδηλώσεις του Υπουργείου Πολιτισμού “Δράσεις στο Κέντρο τη Αθήνας”»; Για να εισπράξω μια σφόδρα αρνητική απάντηση, που ακολουθήθηκε από την καταγγελία του Υπουργείου Πολιτισμού όσον αφορά το μέτρο της εφεδρείας. «Μα, με συγχωρείτε» διέκοψα το λάβρο συνδικαλιστικό λόγο, «οι εκδηλώσεις αυτές είναι για την υποστήριξη των τοξικομανών ή για τα δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων του Αρχαιολογικού Μουσείου;». «Και για τα δύο!» ήταν η απάντηση, που διεκόπη από την παρουσία ενός τοξικομανούς που ζήταγε το γνωστό «ένα ευρώ». Κι αυτή ακριβώς η σκηνή μού δημιούργησε το εύλογο ερώτημα: «Μα, δεν βλέπετε πως έχετε συγκρουόμενα συμφέροντα; Για να μπορέσει να υπάρξει κράτος πρόνοιας, για να μπορέσει το κράτος να προστατεύσει αυτές τις ευάλωτες ομάδες, ίσως να πρέπει να εξορθολογιστεί ο δημόσιος τομέας» τόλμησα να αντιτάξω. Όμως ήταν μάταιο, ο συνδικαλιστικός λόγος συνεχιζόταν κραταιός, «ο Πολιτισμός δεν μπαίνει σε εφεδρεία». Και δικαίως, θα έλεγα, μια και πρόκειται για τις δουλειές τους, για τα σπίτια τους, για το επίπεδο ζωής τους. Είναι φυσικό να θέλουν να τα προστατεύσουν.   

Αυτό όμως που δεν είναι καθόλου φυσικό και προσωπικά με γέμισε θυμό είναι ότι χρησιμοποιείται η πλέον ευάλωτη ομάδα, οι χρήστες ναρκωτικών, για να νομιμοποιηθεί κοινωνικά και να στηριχθεί ένα καθ’ όλα συνδικαλιστικό αίτημα, το οποίο στην πραγματικότητα δρα εις βάρος αυτών ακριβώς των ευάλωτων ομάδων. Έτσι εξηγείται άλλωστε και ο λόγος που τα πρεζόνια, τουλάχιστον την ημέρα εκείνη που πήγα εγώ, ούτε συμμετείχαν στο δρώμενο ούτε υπήρξε κάποια τέτοια πρόθεση από την πλευρά των διοργανωτών. Αντιθέτως, μέσα στο δικό τους γκέτο, βρέθηκαν εκ νέου περιθωριοποιημένοι στη γωνία της Πατησίων.

Αναζητώντας μια φωνή αλήθειας, μίλησα με έναν από τους ηθοποιούς ελπίζοντας να μη με απογοητεύσει με τα γνωστά μεγάλα λόγια, και πράγματι δεν με απογοήτευσε: «Ήταν η χειρότερη εμπειρία της ζωής μου» άρχισε να μας λέει ο καλός ηθοποιός Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, «δεν με ενδιέφερε η παράσταση, έπαιζα μηχανικά. Τα έβλεπα όλα αυτά τα παιδιά να κάθονται μακριά... πώς να τους μιλήσουμε; Όχι, δεν τους βοηθούσαμε με την παράσταση, τους ενοχλούσαμε. Θέατρο κάνουμε επειδή αγαπάμε τους ανθρώπους, αυτά τα παιδιά δεν τα αγαπάμε; Δεν τα αγαπάει κανείς;» Κατά πως φαίνεται, αγαπητέ Αλέξανδρε, όχι.

Είμαστε πλέον στο σημείο αυτό του κοινωνικού μηδενισμού που τίποτα δεν μετράει περισσότερο από το ατομικό ή το συντεχνιακό συμφέρον εις βάρος του συνόλου και οπωσδήποτε εις βάρος των πιο αδύναμων.  Η χομπσιανή κοινωνία είναι εδώ, είμαστε ήδη «όλοι εναντίων όλων» και κανένας Λεβιάθαν δεν αχνοφαίνεται στον ορίζοντα ώστε να εμποδίσει τον αλληλοσπαραγμό. Τι μέλει γενέσθαι, κανένας δεν γνωρίζει. Τουλάχιστον, όμως, ας είμαστε ειλικρινείς. Ας μη χρησιμοποιούμε ως προκάλυμμα των ατομικών μας διεκδικήσεων τους πλέον αδύναμους. Αρκετά τους έχουμε ταλαιπωρήσει.