- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ψηφίζοντας περίπου στην τύχη. Ο ορθολογισμός της ψήφου και η ταπεινότητα που απαιτεί η δημοκρατία
Κάθε φορά που γίνονται εκλογές, υπάρχουν άνθρωποι που μένουν έκπληκτοι με τα αποτελέσματα: «Πώς γίνεται ο λαός να ψήφισε τον Χ που είναι διεφθαρμένος / εγκληματίας / αχρείος;». Τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών στη Βραζιλία, τη Σερβία και το Ισραήλ έχουν δώσει άπλετα παραδείγματα τέτοιων σχολίων. Μιας και σε λίγους μήνες θα έχουμε εκλογές και στη χώρα μας, είναι καλό να σκεφτούμε γιατί οι ψηφοφόροι οδηγούνται συχνά σε, κατά πολλούς, οφθαλμοφανέστατα ανόητες αποφάσεις.
Μια δημοφιλής εξήγηση αυτού του φαινομένου ξεκινά από την άποψη ότι οι πολίτες, για διάφορους λόγους, δεν ξέρουν τι είναι προς το συμφέρον τους — εάν το ήξεραν, θα ψήφιζαν αναλόγως. Ελάχιστοι, όμως, διερωτώνται γιατί οι πολίτες να μπουν καν στον κόπο να το μάθουν αυτό. Άλλωστε, η μία ψήφος που αντιστοιχεί στον καθένα μας είναι ουσιαστικά βέβαιο ότι δεν θα κρίνει το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα. Συνεπώς, το κόστος να ενημερωθεί κανείς επαρκώς ώστε να ψηφίσει τεκμηριωμένα είναι από μόνο του υπερβολικά υψηλό σε σχέση με το πιθανό όφελος. Συγκρίνετε, για παράδειγμα, πόσο χρόνο δαπανάτε για να συγκεντρώσετε, να κατανοήσετε και να συγκρίνετε πληροφορίες που αφορούν αποφάσεις της ζωής σας με χειροπιαστό αποτέλεσμα, όπως ποιο είναι το καλύτερο πανεπιστήμιο για τις σπουδές σας ή ποιο αυτοκίνητο να αγοράσετε. Συγκριτικά με τέτοια ζητήματα, πόσο χρόνο πραγματικά αφιερώσατε για να αποφασίσετε ποιο κόμμα θα ψηφίσετε στις επόμενες εκλογές; Στην πολιτική επιστήμη αυτό το φαινόμενο ονομάζεται «ορθολογική άγνοια»: το να παραμείνει κανείς αδαής για ένα θέμα είναι μερικές φορές προτιμότερο από άποψη κόστους-οφέλους, όταν η συγκέντρωση και ανάλυση της πληροφορίας απαιτεί χρόνο και κόπο που δεν θα του αποδώσει κάτι ανάλογα και άμεσα χρήσιμο.
Μια συναφής έννοια είναι αυτή της «ορθολογικής ανορθολογικότητας», ένας αρκετά οξύμωρος νεολογισμός που έγινε γνωστός από τον Αμερικανό οικονομολόγο Bryan Caplan. Στο βιβλίο του «The Myth of the Rational Voter» (Ο μύθος του ορθολογικού ψηφοφόρου), ο Caplan υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν προτιμήσεις μόνο για αγαθά και υπηρεσίες, αλλά και για τις ίδιες τις πεποιθήσεις τους. Μας αρέσει να πιστεύουμε πράγματα που μας κάνουν να αισθανόμαστε όμορφα, που επιβεβαιώνουν την ταυτότητά μας ή που μας φέρνουν πιο κοντά στον κοινωνικό μας περίγυρο και την οικογένειά μας, ακόμα κι αν αυτά τα πράγματα είναι ψευδή. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, κάποιον φίλο ή φίλη σας που, για προφανείς λόγους, έχει την ακατανίκητη επιθυμία να συμφωνεί με όσα λέει το ταίρι του, ανεξαρτήτως του αν τα πίστευε αυτά πριν γνωριστούν.
Στην καθημερινή μας ζωή αυτή η πολυτέλεια κοστίζει ακριβά: όποιος πιστεύει ότι μπορεί να οδηγεί με 200 χιλιόμετρα την ώρα υπό την επήρεια αλκοόλ χωρίς συνέπειες θα διαψευστεί άμεσα και με εξαιρετικά επώδυνο τρόπο. Στην κάλπη, όμως, το κόστος που θα επωμιστούμε εμείς προσωπικά από μια λανθασμένη πεποίθησή μας είναι συνήθως σχεδόν μηδενικό, οπότε είναι απολύτως ορθολογικό να αφηνόμαστε στις προκαταλήψεις μας. Πιστεύετε ότι οι εισαγωγές καταστρέφουν την εγχώρια παραγωγή ή ότι οι αγορές απλώς πλουτίζουν κάποιους λίγους; Ψηφίζοντας αναλόγως δεν χάνετε τίποτα — αντίθετα, κερδίζετε την ικανοποίηση και τη συμπάθεια του κύκλου σας ότι ψηφίσατε «σωστά». Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα λάθη δεν είναι τυχαία. Εάν οι ψηφοφόροι απλώς αγνοούσαν τα θέματα και ψήφιζαν περίπου στην τύχη, τα λάθη τους θα αλληλοαναιρούνταν και την απόφαση θα την έπαιρναν στην ουσία οι λίγοι ενημερωμένοι. Ο Caplan, όμως, δείχνει ότι οι πολίτες κάνουν συστηματικά τα ίδια λάθη: προκατάληψη κατά της αγοράς, καχυποψία απέναντι σε οτιδήποτε ξένο, εμμονή με τη «δημιουργία θέσεων εργασίας» με κάθε κόστος και γενικευμένη απαισιοδοξία για την πορεία της οικονομίας. Και όταν τα λάθη πάνε όλα προς την ίδια κατεύθυνση, δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά αθροίζονται.
Έτσι, εφόσον επιλέγουμε τις πεποιθήσεις μας συχνά με κριτήριο την ταυτότητά μας και όχι την αλήθεια, όποιος καταφέρνει να κάνει μια ιδέα να μοιάζει «κουλ» έχει δύναμη. Η λειτουργία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος στηρίζεται σε ορισμένο βαθμό σε μια σχετικά μικρή ομάδα ανθρώπων που διαδίδουν ιδέες και πεποιθήσεις, χωρίς απαραίτητα οι ίδιοι να παράγουν κάποια καινούργια εννοιολογικά εργαλεία. Δημοσιογράφοι, καθηγητές, influencers, πολιτικοί ακτιβιστές και ερευνητές σε think tanks πουλάνε ιδέες από «δεύτερο χέρι». Τη συνειδητοποίηση αυτή μπορεί κανείς να τη δει με δύο τρόπους: είτε ως μια ζοφερή πραγματικότητα στην οποία μια μικρή ελίτ καταδυναστεύει τη σκέψη της πλειοψηφίας είτε ως μια ελπιδοφόρα πραγματικότητα του πόσο σημαντική μπορεί να είναι η συνεισφορά ενός μεμονωμένου ατόμου όταν από απλός ψηφοφόρος μετατρέπεται σε ενεργό διαμορφωτή της πολιτικής.
Δυστυχώς, η σχέση βεβαιότητας και γνώσης είναι στατιστικά αδύναμη και δεν μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά πόσο καλά κατανοούμε την κοινωνική πραγματικότητα. Είναι εύκολο να κουνάμε το δάχτυλο στους άλλους και να λέμε ότι δεν ψήφισαν σωστά. Το δύσκολο είναι να καταλάβουμε γιατί το έκαναν και να έχουμε την απαραίτητη ταπεινότητα να παραδεχθούμε ότι δεν διαφέρουμε και πολύ από αυτούς.