Κοινωνια

Μεταμόρφωση: Η ανεργία, οι προσβολές και η ελευθερία

Δεν είναι μόνο οι άντρες. Όλα τ’ αφεντικά ίδια είναι. Άντρες-γυναίκες.

Δώρα Κασκάλη
ΤΕΥΧΟΣ 1013
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ηλικιακή προκατάληψη | Ηλικιακός ρατσισμός και ανεργία: Ο Άρης Σφακιανάκης γράφει με χιουμοριστική ματιά για τη σχέση των γενεών.

Πέντε μέρες εξαφανίστηκε απ’ το πάρκο. Έμεινα μόνη μου να ταΐζω τις δεκαοχτούρες και να μαζεύω τα σκουπίδια απ’ τις γωνίες και τα ξέχειλα μαντεμένια καλαθάκια. Ένιωθα κάπως προδομένη. Είχαμε την πρωινή ρουτίνα μας. Αθέατες από τον κόσμο που έτρεχε στη δουλειά του, από τα παιδιά που βιάζονταν να προλάβουν το σχολείο. Μας έβλεπαν από μακριά, μπορεί και να πίστευαν ότι είμαστε τίποτε υπάλληλοι του Δήμου που ξεκινήσαμε νωρίς τη δουλειά και κάνουμε διάλειμμα. Μια φορά τής είπα να βάλουμε φωσφοριζέ γιλέκα. Δεν ξέρω αν κατάλαβε το σχέδιο, αλλά δεν σήκωσε κουβέντα. Δεν ήθελε τίποτα και κανείς να της χαλάσει την εικόνα που είχε για τον εαυτό της. Φορούσε ρούχα παλιά, αλλά πάντα καθαρά και κάποια με φίρμες που είχαν αρχίσει να ξεφτίζουν απ’ τον καιρό και τα πολλά πλυσίματα.

Την έκτη μέρα ήρθε πιο νωρίς. Τη βρήκα στο βάθος του πάρκου, στο σπασμένο παγκάκι όπου δεν καθόταν κανείς, εκτός κι αν όλα τα άλλα ήταν γεμάτα και δεν τον βαστούσαν τα πόδια του· για το γρασίδι ούτε λόγος, γιατί το κόπριζαν ολημερίς τα σκυλιά, με ή χωρίς αφεντικό.

«Δεν θέλω να δω κανέναν», μου είπε κακόκεφα.

Μείναμε να παρακολουθούμε τις δεκαοχτούρες που είχαν παραταχθεί πάνω στο καλώδιο του ΟΤΕ. Τα μισά δέντρα του πάρκου ήταν γυμνά και τ’ άλλα είχανε μπουμπουκιάσει από μια πρόωρη, αρκετά κρύα άνοιξη. Αλλά αυτές εκεί, να περιπολούν στα πιο ψηλά, έτοιμες για δράση, για γιουρούσι στις μισάνοιχτες σκουπιδοσακούλες που άφηναν οι νοικοκυρές στους πράσινους κάδους, πηγαίνοντας στο σούπερ μάρκετ.

«Βγήκα πάλι για κυνήγι», μου εκμυστηρεύτηκε ρουφώντας αργά τον καφέ της από ένα παιδικό θερμός, όπου φαινόταν αχνά το λυπημένο βλέμμα του Καλαμάρη. «Μάλλον τζίφος. Θα πάω για κάνα μεροκάματο στον Ανέστη… Ο Ανέστης είναι μακρινός ξάδερφος κι η εταιρεία του καθαρίζει όλες τις οικοδομές στην περιοχή. Η κόρη μου δεν θέλει. Να μη δουν τη μάνα της να πλένει σκάλες και ντροπιαστεί στις συμμαθήτριές της. Λες και μας φτάνει η διατροφή του πατέρα της και τα λεφτά από τη σύνταξη της μάνας μου που μου στέλνει, η ταλαίπωρη, κάθε μήνα για να μη στερείται το παιδί, κι ας ψωμολυσσάει εκείνη. Αλλά τι σε ζαλίζω; Σάμπως κι εσύ λίγα έχεις; Ν’ ακούς κι εμένα να παραπονιέμαι όλη μέρα…»

Σταμάτησε ξαφνικά κι άφησε το βλέμμα της να χαθεί στο έρημο πάρκο. Ήμουν σίγουρη ότι άλλα τη βάραιναν, αλλά δεν ήταν έτοιμη να τα μοιραστεί. Της πρότεινα να κάνουμε βόλτα στα πέριξ και μ’ ακολούθησε σαν το πειθήνιο σκυλί, αμίλητη. Έπειτα από κανένα μισάωρο –εγώ έλεγα τα κουτσομπολιά της γειτονιάς κι εκείνη άκουγε χωρίς να σχολιάζει–, ξαναγυρίσαμε στο πάρκο και πιάσαμε πιο κεντρική θέση. Ήξερα πως είχε περάσει η πρώτη μπόρα και ήταν πιο έτοιμη να μιλήσει. Δεν της έκανα καμία ερώτηση, καμία παρατήρηση. Την άφησα να βγάλει από μέσα της όλο το παράπονο, να γίνει λέξεις και να πετάξει μακριά, για να μπορέσει να βγει κι αυτή η μέρα.

«Πήγα χθες για συνέντευξη. Η αγγελία ήταν απ’ το καλοκαίρι στο site. Έπρεπε κάτι να ψυλλιαστώ, αλλά, βλέπεις, την ήξερα την εταιρεία. Είχαμε συνεργαστεί σε μια προηγούμενη δουλειά κι ένιωσα ότι δεν πήγαινα στα τυφλά… Τελικά η συνέντευξη έγινε εφιάλτης…

»Αν δεν είχα ανάγκη, δεν θα καθόμουν ούτε λεπτό ν’ ακούω τις προσβολές του γέρου. Είδα το μάτι του που γάζωνε τα ρούχα μου, τις ρυτίδες στο πρόσωπο. Που με ζύγιζε, κυριολεκτικά, με το βλέμμα. Ξεκίνησε με το βιογραφικό μου. Όλο ρωτούσε γιατί ήμουν άνεργη τόσον καιρό, γιατί είχα τόσα αφεντικά, τόσες δουλειές. Δεν μπορούσα να σταυρώσω κουβέντα. Έπεφτε κατακέφαλα η μια ερώτηση πίσω απ’ την άλλη. Αλλά πίσω απ’ τις ερωτήσεις ήταν κακοκρυμμένες οι προσβολές του. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν και σίγουρα θ’ άκουγε τον τόνο του γέρου, που σχεδόν με μάλωνε. Δεν μου έδωσε ούτε καρέκλα να κάτσω. Όλα στο ποδάρι, μπροστά στους υπαλλήλους του και στους πελάτες. Τίποτα δεν του άρεσε. Η ηλικία μου –“είσαι μεγάλη” μου το ξεκαθάρισε από την αρχή–, η κόρη μου, που είναι στην εφηβεία και θα μ’ έχει ακόμα ανάγκη. Μου είπε ότι πρέπει να πηγαίνω σε εκθέσεις και να δειγματίζω. Κι όταν του απάντησα ότι δεν είχα αντίρρηση, ίσα ίσα προτιμούσα τη χονδρική, αυτός μου κοπάνησε: “Και θ’ αφήνεις το σπίτι σου και το κορίτσι σου μονάχο για μέρες;”. Μόνο που δεν με κατηγόρησε ότι είμαι και κακιά μάνα».

Έκανε μια παύση, λες και προσπαθούσε να θυμηθεί κάθε λεπτομέρεια.

«Αυτό κράτησε κάνα εικοσάλεπτο. Ερωτήσεις, κήρυγμα και ξανά ερωτήσεις. Εγώ όρθια, ν’ ανάβω και να κορώνω. Αλλά συνέχισα να στέκομαι εκεί, γιατί η γαμημένη η ανάγκη μου ’χε κολλήσει τα πόδια στο πάτωμα και τη γλώσσα στον ουρανίσκο. Μετά τον πήραν τηλέφωνο και ξαφνικά σηκώθηκε να πάει μέχρι την αποθήκη. Γύρισε ύστερα από κάνα δεκάλεπτο σκουπίζοντας τον ιδρώτα του μ’ ένα βρόμικο μαντίλι. “Και πώς θ’ ανεβοκατεβαίνεις τις σκάλες;” με ρώτησε, έτσι στα χαμένα. “Γιατί δεν είσαι μόνο μεγάλη. Είσαι και χοντρή. Αλλά έτσι κάνετε όλες. Γεννάτε και μετά γίνεστε τόφαλοι. Ύστερα σας φταίνε οι άντρες σας που ξενοπηδάνε και σας χωρίζουν”. Ο παλιόγερος είχε χάσει πια το μέτρο. Ακόμα και τότε δεν του είπα τίποτα. Τον άφηνα να μου φτύνει στα μούτρα τον οχετό του. Πρέπει, όμως, να τον τρόμαξε η φάτσα μου. Γιατί σταμάτησε ξαφνικά. Κάτι μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του. Κάτι σαν “άντε, πολλά είπαμε. Θα σε ειδοποιήσω, αν είναι να σε πάρω δοκιμαστικά”. Κι εγώ κούνησα το κεφάλι μου και δεν είπα, ούτε τότε, τίποτα. Μούγγα, κι ας με πατούσε κάτω με τις προσβολές του… Μπας και κάτσει η δουλειά, έστω και στις χειρότερες συνθήκες… Γαμημένη ανάγκη…»

Σηκώθηκε ανήσυχη απ’ το παγκάκι και μου πρότεινε να πάμε μια ακόμα βόλτα. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει ο ουρανός. Η μέρα σχεδόν έγινε νύχτα. Ο κόσμος περπατούσε βιαστικός, με τον φόβο μιας ξαφνικής μπόρας, που δεν έλεγε να ξεσπάσει.

Προσπαθούσα να την παρηγορήσω. Φώναζα στον άδειο δρόμο για τον μισογυνισμό του συστήματος που μας ξεζουμίζει σαν μάνες και σαν γυναίκες. Οι γάτες μ’ άκουγαν και τρόμαζαν. Οι δεκαοχτούρες μέσα στη σκοτεινιά, λες και μας παρακολουθούσαν που ατρόμητες στεκόμασταν στο μάτι της αντάρας. Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει.

«Δεν είναι μόνο οι άντρες. Όλα τ’ αφεντικά ίδια είναι. Άντρες-γυναίκες. Πριν από τρεις μέρες, σ’ άλλη συνέντευξη, η κυρία επιχειρηματίας –ιδιοκτήτρια μιας μεγάλης μεταφορικής– μου τόνισε ότι έκανε τη συνέντευξη γιατί με σύστησε ο ξάδερφος, ο Ανέστης ντε. Αλλά δεν της είχε πει ότι είμαι πενηνταφεύγα. Μπορεί να είχα εμπειρία, αλλά θα ’πρεπε να μου πληρώσει τις τριετίες. Έκανε τους υπολογισμούς της και κατέληξε ότι θα της έβγαινα ακριβή. Εγώ επέμεινα ότι θα της έβγαζα πιο ποιοτική δουλειά από μια νέα υπάλληλο. Έκανε ότι είχε αρχίσει να το σκέφτεται. Αλλά ήταν ήδη στραβωμένη. Κι όταν τη ρώτησα για το ωράριο, με μισόλογα μου ξέρασε ότι θα χτυπάω κάρτα για οκτάωρο, αλλά θα δουλεύω πραγματικά δεκάωρο. Και βάλε, όταν θα πέφτει πολλή δουλειά. Ήταν ολοφάνερο ότι το είχε ήδη μετανιώσει που είχε δώσει στον Ανέστη τον λόγο της να μου κάνει έστω κι αυτή τη συνέντευξη. Τα έλεγε, όμως, πιο κομψά. Αυστηρά, αλλά κομψά. Σαν το ωραίο ταγέρ που φορούσε».

Προσπάθησα να την τραβήξω κάτω από μια βεράντα, να προστατευτούμε απ’ τη βροχή που μας ρίπιζε με δύναμη. Έμεινε ριζωμένη στην ίδια θέση.

«Είναι κάτι μέρες που νιώθω ότι δεν υπάρχει κανένας δρόμος για μας. Για μένα. Ότι δεν θ’ ανοίξει καμία πόρτα». Σχεδόν μονολογούσε.

Ξαφνικά σταμάτησε. Ή μάλλον ακούστηκε ένας περίεργος, δυνατός θόρυβος που κάλυψε τη φωνή της. Στραφήκαμε προς τις δεκαοχτούρες στο βάθος. Είχαν κι αυτές καθηλωθεί στη θέση τους πάνω στο σύρμα. Αυτή η απροσδιόριστη φασαρία φαινόταν να τις αποπροσανατολίζει.

«Χήνες», μου είπε. «Είναι σίγουρα χήνες. Από πού να το ’σκασαν;»

Κοιτάξαμε το διπλανό χωράφι και ψάξαμε με το βλέμμα ν’ ανακαλύψουμε τις χήνες ανάμεσα από την πρασινάδα που οργίαζε. Ο θόρυβος όμως φαινόταν να έρχεται ακριβώς πάνω απ’ τα κεφάλια μας.

«Κοίτα! Ψηλά κοίτα!» μου φώναξε, σχεδόν χαρούμενη. Ένα σμήνος από αγριόχηνες σε χαμηλή πτήση, λόγω της κακοκαιρίας, πετούσε σε σχηματισμό βέλους. Επικοινωνούσαν με κρωξίματα. Σαν να φώναζαν η μία στην άλλη διορθώνοντας την πορεία τους, σχεδόν ξυστά από τις ταράτσες των πολυκατοικιών.

Σηκώσαμε τα κεφάλια μαγεμένες και κοιτούσαμε τις αγριόχηνες μέχρι που χάθηκαν μες στη μαυρίλα. Είχε αρχίσει να ρίχνει χοντρές ψιχάλες. Ένα δεύτερο σμήνος, αυτή τη φορά από τις δεκαοχτούρες του πάρκου, πέταξε πάνω απ’ τα κεφάλια μας για να βρει καταφύγιο. Τις νιώθαμε να μας παρακολουθούν απορημένες που μουσκεύαμε κάτω απ’ το βλέμμα τους.

Όταν πια δυνάμωσε για τα καλά η βροχή, σαν συνεννοημένες, ανοίξαμε τα χέρια μας και ξεχυθήκαμε στον άδειο, πλημμυρισμένο δρόμο. Τσαλαβουτούσαμε με ένα σχεδόν παρανοϊκό κέφι στις μικρές λίμνες της ασφάλτου. Κράζοντας η μία στην άλλη, σχεδιάζαμε ένα άφατο ταξίδι.