Κοινωνια

Μόνος στο σπίτι: Υπάρχει τελικά κουλτούρα συγκατοίκησης στην Ελλάδα;

Πώς τα ενοίκια, η κοινωνική απομόνωση και ο σύγχρονος τρόπος ζωής αλλάζουν τη σχέση μας με την κατοικία

Μπάμπης Καλογιάννης
ΤΕΥΧΟΣ 1005
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συγκατοίκηση: Επιλογή, ανάγκη ή μονόδρομος; Η εκτόξευση των ενοικίων, η κοινωνική απομόνωση και η αναζήτηση προσιτής στέγης επαναφέρουν τη συγκατοίκηση στο προσκήνιο

«Στην Ελλάδα η συγκατοίκηση παραμένει κάπως “φορτισμένη” κοινωνικά, ειδικά μετά τα 30. Υπάρχει ακόμα η αντίληψη ότι "μεγάλωσες, πρέπει να μείνεις μόνος σου", παρότι πλέον αυτό είναι δύσκολο να το στηρίξεις οικονομικά. Για πολλούς σήμερα η συγκατοίκηση είναι ένας συνδυασμός ανάγκης και επιλογής. Δηλαδή το οικονομικό παίζει τεράστιο ρόλο, ειδικά με τα υψηλά ενοίκια, αλλά αρκετοί επιλέγουν συνειδητά να συγκατοικούν, γιατί δεν θέλουν να είναι εντελώς μόνοι, απολαμβάνουν την καθημερινή παρέα.

Συγκατοίκηση: Επιλογή, ανάγκη ή μονόδρομος;

»Προσωπικά πάντα συγκατοικούσα. Έχω μείνει και μόνος μου, αλλά έχω συγκατοικήσει και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τόσο με φίλους όσο και με άτομα που δεν γνώριζα πριν. Αν ήμουν άνετος οικονομικά, πιθανότατα θα προτιμούσα να μένω μόνος. Η ανεξαρτησία είναι μεγάλη υπόθεση. Το οικονομικό, ωστόσο, είναι καθοριστικός παράγοντας. Η συγκατοίκηση πολλές φορές κάνει μια πόλη ή μια ρουτίνα βιώσιμη. Στα θετικά είναι το ότι έχεις παρέα, ανθρώπινη επαφή, κάποιον να μοιράζεσαι την καθημερινότητα. Όταν μάλιστα ταιριάζεις με τον άλλο, μπορεί η συγκατοίκηση να είναι πολύ ωραία. Στα αρνητικά, χάνεις μέρος της ιδιωτικότητας και της ηρεμίας σου και χρειάζονται συμβιβασμοί. Ακόμα και με φίλους μπορεί να προκύψουν εντάσεις στη συγκατοίκηση.

»Στα 38 μου και λόγω εμπειρίας στο εξωτερικό δεν βλέπω τη συγκατοίκηση σαν κάτι περίεργο. Περισσότερο ως μια πρακτική και ως μια αρκετά σύγχρονη πραγματικότητα, ειδικά στις μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα».

Ο Πάνος Παρθένης, ο οποίος εργάζεται στον τομέα της επικοινωνίας, μας περιγράφει μια σαφή αντίληψη για τη συγκατοίκηση στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Ο περισσότερος κόσμος εστιάζει στα αυξημένα ενοίκια και στο κόστος ζωής γενικότερα, ωστόσο το θέμα είναι πολυπαραγοντικό. Η συγκατοίκηση στην Ελλάδα έχει περάσει από διάφορα στάδια, τόσο ως έννοια όσο και ως απτή πραγματικότητα. Κι αν οι τιμές των ακινήτων στο κέντρο της Αθήνας και στα πέριξ είναι η μία πλευρά του νομίσματος, στην άλλη βρίσκονται οι σαφείς ενδείξεις μιας διαμορφωμένης κουλτούρας περί ατομικισμού και περιορισμών που μπορεί να προκύψουν από μια συμβίωση.

Σύμφωνα με σχετική μελέτη του ΚΕΦΙΜ, που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Απρίλιο, τα ενοίκια στην Ελλάδα βρίσκονται σήμερα στα επίπεδα του 2010, δηλαδή σε εποχές πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση. Κάτι που οφείλεται στην περίοδο 2022-2025, όταν και οι σχετικοί δείκτες σημείωσαν άνοδο, ύστερα από περιόδους πτώσης (2011-2018) αλλά και στασιμότητας (2018-2021). Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με στοιχεία της Ε.Ε., η πανδημία του κορωνοϊού μείωσε την κατασκευή νέων κατοικιών, ενώ η τάση μετατόπισης προς την Αθήνα και τα μεγάλα αστικά κέντρα συνεχίζεται, με την ταυτόχρονη μείωση του πληθυσμού σε αγροτικές περιοχές. Ο covid μάλιστα ανέδειξε, εν πολλοίς και λόγω του εγκλεισμού, τη σημασία της κατοικίας ως μία από τις βασικές κοινωνικές υποδομές, καθώς κατέδειξε τον ιδιωτικό χώρο ως ένα εξαιρετικά κρίσιμο μέγεθος για την ποιότητα ζωής, την εργασία, ακόμα και για την εκπαιδευτική διαδικασία.

Όμως, παρά το γεγονός πως το μέσο αθηναϊκό νοικοκυριό πληρώνει ένα μηνιάτικο για ενοίκιο, φαίνεται πως πολύς κόσμος ακολουθεί τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση της λεγόμενης «single society», δηλαδή του ατομικού νοικοκυριού. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα tradingeconomics.com, η οποία επικαλείται στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό των νοικοκυριών ενός ατόμου στην Ελλάδα έφτασε το ιστορικό υψηλό του 13,70% το 2025. Το 2009, το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 7,60%. Αντίστοιχα, το ποσοστό των νοικοκυριών με τρεις ή περισσότερους ενήλικες ήταν στο 23,90% τον Δεκέμβριο του 2010, έχοντας πέσει στο 16,80% στα τέλη του 2025.

Μιλώντας για το θέμα, ο κ. Νίκος Κουραχάνης, αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής και Στέγασης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μας λέει χαρακτηριστικά: «Η συζήτηση για τη συγκατοίκηση συχνά παρουσιάζεται ως θέμα "κουλτούρας", αλλά στην πραγματικότητα είναι κυρίως θέμα στεγαστικής κρίσης. Όταν η αγορά κατοικίας πιέζεται από την άνοδο των ενοικίων, τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και την έλλειψη κοινωνικής κατοικίας, η συγκατοίκηση εμφανίζεται ως αναγκαστική λύση και όχι ως ελεύθερη επιλογή. Στην Ελλάδα υπάρχει και ένα δομικό πρόβλημα: μεγάλο μέρος του διαθέσιμου αποθέματος αποτελείται από μικρά διαμερίσματα, που δεν έχουν σχεδιαστεί για αξιοπρεπή συγκατοίκηση. Το να μοιράζονται δύο ή περισσότερα άτομα έναν περιορισμένο χώρο χωρίς επαρκή ιδιωτικότητα, δεν αποτελεί διαφορετική «κουλτούρα κατοίκησης», αλλά ένδειξη στεγαστικής πίεσης. Είναι ενδεικτικό ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερα ποσοστά στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που καταδεικνύει την αυξανόμενη δυσκολία των νοικοκυριών να ανταποκριθούν στο κόστος κατοικίας.

»Η αξιοπρεπής στέγαση, όπως ορίζεται και στη διεθνή συζήτηση για την κοινωνική κατοικία, προϋποθέτει επαρκή ιδιωτικό χώρο. Δεν πρόκειται για πολυτέλεια, αλλά για βασικό στοιχείο ποιότητας ζωής. Η συγκατοίκηση μπορεί να είναι μια επιλογή για κάποιους ανθρώπους, αλλά δεν θα πρέπει να κανονικοποιείται ως λύση ανάγκης επειδή η αγορά κατοικίας έχει γίνει απρόσιτη».

© Anita Monteiro / Unsplash

Παρά το γεγονός ότι μια έννοια όπως η συγκατοίκηση δεν μπορεί να έχει σαφώς μετρήσιμα δείγματα, είναι κοινή αίσθηση πως στην Ελλάδα –και ειδικά στην Αθήνα– το να έχει κάποιος συγκάτοικο (με εξαίρεση τις περιπτώσεις συγγενών ή ζευγαριών) δεν είναι και τόσο διαδεδομένο. Η συγκατοίκηση βρίσκεται συχνά στο μεταίχμιο μεταξύ επιλογής και ανάγκης. Ενήλικες που αποφασίζουν να μείνουν μαζί το κάνουν κυρίως λόγω ανάγκης και όχι λόγω κάποιας συνειδητής επιλογής. Από την άλλη, όταν ακριβώς πρόκειται για επιλογή, γίνεται για λόγους κοινωνικότητας, ανταλλαγής εμπειριών και γενικότερων ψυχολογικών οφελών. Υπάρχουν, ωστόσο, συγκεκριμένες διαφορές σε κάθε χώρα, π.χ. στη Σκανδιναβία υπάρχει σαφής πρόληψη και πρόνοια για τους πολίτες οι οποίοι, για οποιονδήποτε λόγο, ζουν μόνοι τους. Αντίστοιχα, στο εξωτερικό είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες οι co-living companies, εταιρείες που διαμορφώνουν σύγχρονες οικιστικές κοινότητες, με τους κατοίκους να έχουν ιδιωτικά υπνοδωμάτια, wi-fi και κοινόχρηστους χώρους. Μιλώντας γι’ αυτή την τάση στο εξωτερικό, καθώς και για τις συγκρίσεις με τη χώρα μας, ο κος Κουραχάνης αναφέρει:

«Οι συγκρίσεις με το εξωτερικό συχνά γίνονται με έναν μάλλον απλουστευτικό τρόπο στη δημόσια συζήτηση για τη στεγαστική κρίση. Προβάλλεται, για παράδειγμα, το επιχείρημα ότι σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις οι νέοι συγκατοικούν για το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής τους και ότι κάτι αντίστοιχο θα έπρεπε να γίνει και στην Ελλάδα. Ωστόσο, αυτή η σύγκριση απομονώνει ένα μόνο στοιχείο της πραγματικότητας και παραβλέπει το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο της στεγαστικής πολιτικής. Σε αρκετές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, παρά την άνοδο των τιμών στην αγορά ακινήτων, υπάρχει ένα σημαντικό απόθεμα κοινωνικής ή μη κερδοσκοπικής κατοικίας, καθώς και ισχυρότεροι μηχανισμοί ρύθμισης της αγοράς ενοικίων. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η στεγαστική πολιτική υπήρξε διαχρονικά υπολειμματική, με αποτέλεσμα η πρόσβαση στη στέγη να εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την αγορά.

»Οι λεγόμενες co-living companies είναι εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε αυτό το νέο επιχειρηματικό μοντέλο κατοίκησης: αγοράζουν ή διαχειρίζονται κτίρια και τα μετατρέπουν σε χώρους οργανωμένης συγκατοίκησης, προσφέροντας μικρά ιδιωτικά δωμάτια και μεγάλους κοινόχρηστους χώρους (κουζίνα, καθιστικό, χώρους εργασίας), συχνά με πακέτα υπηρεσιών που θυμίζουν περισσότερο ξενοδοχειακή φιλοξενία. Το μοντέλο αυτό έχει αναπτυχθεί κυρίως σε μεγάλες μητροπόλεις, όπου τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί και όπου υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση νεαρών επαγγελματιών με σχετικά υψηλά εισοδήματα, όπως το Λονδίνο, το Βερολίνο ή η Νέα Υόρκη».

«Στην Ελλάδα τέτοιες εταιρείες δεν έχουν αναπτυχθεί στον ίδιο βαθμό. Πρώτον, ακόμη το στεγαστικό σύστημα στηρίζεται ουσιαστικά στη μικροϊδιοκτησία και στη διάσπαρτη ιδιοκτησιακή δομή των πολυκατοικιών, κάτι που δυσκολεύει την απόκτηση και διαχείριση μεγάλων κτιριακών συγκροτημάτων από εταιρείες. Δεύτερον, τα τελευταία χρόνια μεγάλο μέρος της επενδυτικής δραστηριότητας στον τομέα της κατοικίας έχει κατευθυνθεί προς πιο κερδοφόρες μορφές εκμετάλλευσης, όπως οι βραχυχρόνιες μισθώσεις ή οι αγοραπωλησίες ακινήτων μέσω επενδυτικών προγραμμάτων τύπου Golden Visa. Τρίτον, η ελληνική στεγαστική κρίση συνδέεται περισσότερο με τη φτωχοποίηση και τη μείωση των εισοδημάτων μετά την οικονομική κρίση, την άνοδο των ενοικίων και την αποδυνάμωση των μηχανισμών προστασίας της κατοικίας, παρά με την εμφάνιση νέων lifestyle μοντέλων κατοίκησης.

»Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουμε μάθει να συγκατοικούμε, αλλά ότι, μέσα από πολιτικές όπως η εμπορευματοποίηση της κατοικίας, η απελευθέρωση των πλειστηριασμών ή η απουσία ισχυρού τομέα κοινωνικής κατοικίας, η πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή στέγη γίνεται ολοένα δυσκολότερη για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η συγκατοίκηση δεν εμφανίζεται ως μια ελεύθερη πολιτισμική επιλογή, αλλά συχνά ως αναγκαστική προσαρμογή σε μια όλο και πιο πιεστική στεγαστική αγορά».

Η συγκατοίκηση είναι μια έννοια που αρχίζει να μας απασχολεί κατά την περίοδο της ενηλικίωσης. Η αίσθηση για ανεξαρτησία ωθεί τους νέους μακριά από το πατρικό τους, αλλά η δεδομένη οικονομική δυσχέρεια της ηλικίας βάζει στο τραπέζι την πιθανότητα συγκατοίκησης. Πώς άραγε βλέπει ένας γονέας αυτή την εκδοχή; Η Μαριλένα Μ. είναι γιατρός και μητέρα τριών παιδιών, τα οποία πολύ σύντομα είναι πιθανόν να μετοικήσουν σε άλλη πόλη λόγω σπουδών. Όπως θα πει χαρακτηριστικά:

«Ούσα μαμά, με προοπτική να περάσουν τα παιδιά μου σε άλλες πόλεις, το βλέπω διαφορετικά. Πιστεύω ότι θα αναγκαστούν να κάνουν υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Θα δουν από την αρχή πως η ζωή δεν είναι ότι “μένω μόνος μου, κάνω ό,τι γουστάρω” κ.λπ. Θα είναι ένα πολύ καλό μάθημα για τη μετέπειτα ζωή τους, θα αντιληφθούν ότι δεν μπορούμε εξαρχής και τόσο νωρίς να έχουμε μια ιδανική συνθήκη. Έχουμε φυσικά στον νου μας με ποιον θα συγκατοικήσουμε, αν ταιριάζουμε και τι παραχωρήσεις και συμβιβασμούς πρέπει να κάνουμε. Αργότερα, όταν επέλθει μια οικονομική άνεση και ανοίξουν τα φτερά τους, το κοιτάμε για ένα “δικό” τους σπίτι. Κάτι που θα είναι ένα σκαλοπάτι στη γενικότερη πορεία και όχι άλλη μια παροχή από τους γονείς.

»Σαφώς και μπορεί η συγκατοίκηση να επιφέρει προβλήματα, για τα οποία έχω ήδη μιλήσει με τα παιδιά μου. Αλλά είναι κι αυτά μέσα στη ζωή και πρέπει να δουν από νωρίς πως δεν είναι όλα ιδανικά. Του στιλ “έρχεται η μανούλα όποτε θέλει”. Πάντα υπάρχει ένα τίμημα και τίποτα δεν θα έπρεπε να είναι ιδανικό από την αρχή. Αν θες έστω και να πλησιάσεις στο ιδανικό, πρέπει να κοπιάσεις».

© Sayan Nath / Unsplash

Σε μεγαλύτερες ηλικίες, ωστόσο, είναι σαφές πως το φαινόμενο συνδέεται εν πολλοίς με την κοινωνική απομόνωση. Έναν σαφή κίνδυνο για τη δημόσια και ατομική υγεία, με τα στοιχεία να δείχνουν πως ένας στους έξι ανθρώπους παγκοσμίως αισθάνεται σήμερα μοναξιά. To 2025, η Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας (το ανώτατο όργανο λήψης αποφάσεων και καθορισμού πολιτικής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ΠΟΥ) ενέκρινε ένα πρώτο ψήφισμα σχετικά με την κοινωνική σύνδεση και τον ρόλο της στην υγεία παγκοσμίως. Ένα ψήφισμα που εφιστά την προσοχή στην αυξανόμενη μοναξιά και κοινωνική απομόνωση, που με τη σειρά τους αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, κατάθλιψης και άνοιας. Όπως αναφέρει επιγραμματικά το Euronews:

  • Η solo διαβίωση έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία 30 χρόνια, με τους ανθρώπους να παντρεύονται αργότερα και τα διαζύγια να αυξάνονται
  • Ο αριθμός των νέων ενηλίκων που αφήνουν τα οικογενειακά τους σπίτια για να ζήσουν μόνοι τους έχει αυξηθεί ραγδαία από τη δεκαετία του 1950
  • Η Eurostat διαπίστωσε ότι το 2014, το 31,1% των ηλικιωμένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζούσαν μόνοι τους
  • Η τάση της solo διαβίωσης είναι ιδιαίτερα υψηλή στη Σκανδιναβία, όπου, ωστόσο, η κοινωνική πρόνοια προστατεύει τους περισσότερους πολίτες από τις δυσκολίες του εν λόγω τρόπου ζωής
  • Το ποσοστό των Ευρωπαίων που ζουν μόνοι τους έχει αυξηθεί κατά 3,4% την τελευταία δεκαετία
  • Ο συνολικός αριθμός νοικοκυριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε από 199 εκατομμύρια το 2006 σε 220 εκατομμύρια το 2016, τροφοδοτούμενος τόσο από την αύξηση του πληθυσμού όσο και από την αύξηση των ατόμων που ζουν μόνα.

Μιλώντας για το θέμα της κοινωνικής απομόνωσης, ο αναπληρωτής καθηγητής κ. Κουραχάνης θα προσθέσει στη συζήτηση και το θέμα των βραχυχρόνιων μισθώσεων:

«Στον δημόσιο λόγο αναφέρεται ότι η συγκατοίκηση μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στη μοναξιά. Αυτό είναι ένα βάσιμο επιχείρημα εφόσον η συγκατοίκηση αποτελεί προϊόν επιλογής και όχι καταναγκασμού. Στην πραγματικότητα, όμως, η καταναγκαστική συγκατοίκηση που προκύπτει από τις πιέσεις της στεγαστικής αγοράς δεν συνδέεται απαραίτητα με την κοινωνική αλληλεπίδραση ή τη δημιουργία κοινωνικών δεσμών. Αντίθετα, ορισμένες από τις βασικές διεργασίες που τροφοδοτούν τη στεγαστική κρίση συμβάλλουν ταυτόχρονα στην αποδυνάμωση των κοινωνικών σχέσεων στον αστικό χώρο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εμπορευματοποίηση της κατοικίας μέσω της εξάπλωσης των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Η μετατροπή μεγάλου αριθμού κατοικιών σε τουριστικά καταλύματα μειώνει το απόθεμα κατοικιών για μόνιμη διαμονή, αυξάνει τις τιμές των ενοικίων και ενισχύει τη στεγαστική πίεση για τους μόνιμους κατοίκους. Ταυτόχρονα, όμως, έχει και μια σημαντική κοινωνική συνέπεια: οδηγεί στην αποξένωση ολόκληρων γειτονιών, οι οποίες σταδιακά χάνουν τον χαρακτήρα της μόνιμης κατοίκησης και μετατρέπονται σε ένα είδος "σκηνικού" ή ντεκόρ για την τουριστική κατανάλωση».

Για όσους επιμένουν στη συγκατοίκηση σε πείσμα των καιρών, εδώ και κάποια χρόνια υπάρχει η εφαρμογή που τους βοηθά να επιλέξουν τον ιδανικό roommate: το MyRoomie app. Λειτουργεί ως πλατφόρμα flatsharing, όπου ο χρήστης μπορεί να ψάξει ή να προτείνει κατοικίες, να βρει άτομα με συμβατό γι’ αυτόν τρόπο ζωής, με απώτερο σκοπό την ασφάλεια και την αρμονική διαμονή δύο ή περισσότερων ανθρώπων. Σύμφωνα με τον ιδρυτή και CEO του MyRoomie, Δομήνικο Πρίτη, κάποιες προβλέψεις για το μέλλον της αστικής διαβίωσης συνοψίζονται στα παρακάτω σημεία, όπως αναφέρονται και στο website της εφαρμογής:

  • Το flatsharing/co-living αναμένεται να διπλασιαστεί σε μέγεθος αγοράς μέσα στα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια
  • Τα σπίτια του μέλλοντος θα προσφέρουν ενσωματωμένες υπηρεσίες όπως καθαρισμό, πλυντήριο και coworking
  • Τα «smart homes» θα γίνουν η νόρμα και εφαρμογές όπως το MyRoomie θα ενσωματώνονται για ομαλές εμπειρίες διαβίωσης
  • Οι πόλεις θα αναπτύξουν ξεχωριστό θεσμικό πλαίσιο για τη συγκατοίκηση, επηρεάζοντας την αγορά ακινήτων
  • Οι οικολογικές πρακτικές θα γίνουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, από τις συσκευές μέχρι το zero-waste lifestyle

Η έννοια της συγκατοίκησης δεν μπορεί να εξεταστεί μονοδιάστατα, καθώς πολλές φορές περιγράφεται ως αναγκαστική λύση, ενώ απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ως μια σύγχρονη επιλογή διαβίωσης. Παραμένει ένα συνδυαστικό αποτέλεσμα της οικονομικής πραγματικότητας και μιας άτυπης «μάχης» μεταξύ ανάγκης για κοινωνικοποίηση και επιθυμίας για ανεξαρτησία. Σε ένα περιβάλλον στεγαστικής πίεσης και αυξανόμενης κοινωνικής απομόνωσης, η συγκατοίκηση είναι μάλλον άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια τη σχέση των ανθρώπων με τον ιδιωτικό τους χώρο, μια σχέση η οποία μοιάζει όλο και πιο ευμετάβλητη στη σύγχρονη εποχή.